«Η ζημιά έχει γίνει: Η πετρελαϊκή κρίση έχει αλλάξει οριστικά τον κλάδο των ορυκτών καυσίμων.» Αυτή η δήλωση αποτυπώνει την αναστάτωση που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν στην παγκόσμια ενεργειακή σκηνή. Η πετρελαϊκή βιομηχανία, ήδη εύθραυστη, δέχεται σφοδρές πιέσεις. Οι κοινωνικές επιπτώσεις αυτής της κρίσης είναι αναπόφευκτες.
Περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου διέρχεται από το Στενό του Ορμούζ. Αυτό το στρατηγικό σημείο είναι ζωτικής σημασίας για τις διεθνείς αγορές ενέργειας. Όμως, οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού χημικών ουσιών πλήττουν και τη βιομηχανική βάση της Ελβετίας —χωρίς να είναι καν παραγωγός ενέργειας.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η γερμανική κυβέρνηση εκτιμά πως δεν υπάρχουν ελλείψεις κηροζίνης. Ωστόσο, οι προειδοποιήσεις για ελλείψεις πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Η Lufthansa, για παράδειγμα, προγραμματίζει να ακυρώσει 20.000 δρομολόγια μέχρι το φθινόπωρο για να εξοικονομήσει 40.000 τόνους κηροζίνης.
Και ενώ οι χώρες όπως το Ιράν, το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία θα αντιπροσωπεύουν το 23% του παγκόσμιου εμπορίου αμμωνίας το 2024, η περιβαλλοντική ανθεκτικότητα μπορεί να εξαρτάται από τη σταθερή δέσμευση των κυβερνήσεων. Αλλά ποια είναι η πραγματική τιμή αυτής της δέσμευσης;
Ο Φατίχ Μπιρόλ σχολίασε ότι «η αντίληψή τους για τον κίνδυνο και την αξιοπιστία θα αλλάξει». Τι σημαίνει αυτό για τη μελλοντική πολιτική των χωρών που εξαρτώνται από αυτές τις πηγές; Δεν θα προσφέρουν σημαντικές ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου για πολλά χρόνια ακόμη.
Η ουδετερότητα της Ελβετίας —αναγνωρισμένη επίσημα από το 1815— δεν παρέχει περιβαλλοντική ή οικονομική ανοσία. Οι συνέπειες της ενεργειακής κρίσης είναι παρούσες σε όλες τις πτυχές της κοινωνίας μας.
Ωστόσο, καθώς οι αγορές προσπαθούν να προσαρμοστούν σε αυτές τις νέες συνθήκες, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να επανεξετάσουν τις στρατηγικές τους. Η επόμενη μέρα απαιτεί μια νέα προσέγγιση στην ενεργειακή πολιτική.