Η εποχή των τερατολόγων, του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Tα γεγονότα είναι λίγο-πολύ γνωστά: Με τη δικαίωση του Nίκου Κοτζιά και στον Άρειο Πάγο, μετά την απόφαση του Εφετείου που υιοθέτησε τους ισχυρισμούς της αγωγής του κατά της Athens Review of Books, οι εκδότες του περιοδικού, Μανόλης και Μαρία Βασιλάκη, προαναγγέλλουν προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αρνούμενοι να καταβάλουν την αποζημίωση των 18.300 ευρώ που επιδίκασε το δικαστήριο. Eπιμένοντας ότι ο νυν υπουργός υπήρξε «γκαουλάιτερ του σταλινισμού», οι ίδιοι καταγγέλλουν υπουργική μεθόδευση για να κλείσει το περιοδικό. Δηλώνουν «αντιστεκόμενοι στο καθεστώς ανελευθερίας του λόγου»[1], και επικαλούνται την υπεράσπιση δεκάδων πανεπιστημιακών, δημοσιογράφων και πολιτικών στελεχών, με πρώτη τη Ντόρα Μπακογιάννη. Πρόκειται πράγματι για μια απόπειρα λογοκρισίας με κυβερνητική κάλυψη; Γιατί, σε κάθε περίπτωση, είναι από τις ελάχιστες φορές που ο φιλελεύθερος χώρος αμφισβητεί με τόσο σθένος δικαστική απόφαση – γελοιοποιώντας την ασχετοσύνη των δικαστών, που έφτασαν να αναγνωρίσουν τον Κοτζιά ως ιδρυτή (sic) του ΚΚΕ.

Κακά τα ψέματα: η επιμονή του υπουργού στο «γράμμα» της δικαστικής απόφασης, στην καταβολή δηλαδή μιας τόσο μεγάλης αποζημίωσης από την ARB, είναι μη υπερασπίσιμη. Πολιτικά και ηθικά, δίνει στους συντελεστές του περιοδικού την ευκαιρία να υποδύονται τους αντιστασιακούς. Το κυριότερο: τους δίνει αυτή την ευκαιρία, χρίζοντας τη δικαστική εξουσία αρμόδια για ένα φαινόμενο πολιτικό και ιδεολογικό – τελείως έξω, δηλαδή, από την αρμοδιότητά της.

Πολιτικό και ιδεολογικό φαινόμενο: αυτό είναι ο κραυγαλέος, ψυχροπολεμικός αντικομμουνισμός της ARB. Και είναι κωμικό και τραγικό μαζί ότι, στο τρέχον τεύχος του περιοδικού, το άρθρο του καθηγητή φιλοσοφίας Περικλή Βαλλιάνου «Γκράμσι: ο ολοκληρωτισμός με ανθρώπινο πρόσωπο», είναι μια εξαιρετικά επιμελής προσπάθεια να αναχθεί ακόμα και ο κομμουνισμός με «ανθρώπινο πρόσωπο» σε ολοκληρωτική ιδεολογία: σε ιδεολογία συνώνυμη του εγκλήματος, άρα σε οιονεί ποινικό φαινόμενο – με τη θεωρητική συνδρομή, εδώ, μιας ορισμένης «κοινωνιολογίας της τρομοκρατίας» (!)[2]. Αυτό ακριβώς περνά σε δεύτερη μοίρα, όσο οι εκδότες της ARB καμώνονται τους κατατρεγμένους διακινητές σαμιζντάντ. Αυτό είναι, όμως, και το πραγματικά σημαντικό. Αν ξέραμε γενικά ότι η ποινικοποίηση του κομμουνισμού περνά διαχρονικά από μια συγκεκριμένη (αντιτρομο-κρατική) μέριμνα για το χώρο της διανόησης[3], είμαστε πια στην εποχή που συζητιέται στα σοβαρά η θεσμική πρόληψη των ριζοσπαστισμών, η επανεκτίμηση της δικτατορίας από την ιστορία και την πολιτική επιστήμη – ακόμα και η ποινικοποίηση λόγων που μπορεί να «διεγείρουν» (sic) την τρομοκρατία.

Πώς όμως σχετίζονται αυτά με τον Γκράμσι, τον Βαλλιάνο και την ARB;


***

Από την πρώτη κυκλοφορία της, το 2009, η Athens Review of Books προσπαθεί να οργανώσει πολιτικά έναν χώρο σκέψης μεταξύ εκσυγχρονιστών της Αριστεράς, νεοφιλελεύθερων της Δεξιάς και δεξιού ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού[4]. Σε αυτό το ιδεολογικό κλίμα, το άρθρο του Περικλή Βαλλιάνου για τον Αντόνιο Γκράμσι, στο τρέχον τεύχος του περιοδικού, καταπιάνεται με την αποκατάσταση ενός παραγνωρισμένου, υποτίθεται, φιλελεύθερου σοσιαλισμού, σαν αυτόν του ιταλού Κάρλο Ροσέλι – σε μια προσπάθεια να αποκαθηλωθεί ο πλέον «ηγεμονικός» μαρξιστής διανοούμενος του 20ού αιώνα: Ούτε ο Στάλιν, ούτε (κυρίως) ο Λένιν είναι το θέμα – αλλά ο «ενταφιασμός του ‘μύθου Γκράμσι’». Για να συμβεί δε αυτό, είναι αναγκαίο να συμπεριληφθεί (ακόμα και) ο Γκράμσι στην μαύρη βίβλο του «ολοκληρωτισμού», την ίδια στιγμή που ο Ροσέλι αντιμετωπίζεται περίπου ως πρόδρομος του Κώστα Σημίτη.

Δεκαετίες τώρα, οι ιδεολογικοί αντίπαλοι του ιταλού κομμουνιστή ηγέτη αναζητούν στη σκέψη του έναν δρόμο για την αμφισβήτηση της «ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς». Ο Βαλλιάνος πάει ένα βήμα (πολύ) πιο πέρα. Παρεμβαίνει σε μια συζήτηση δεκαετιών μέσα στην Αριστερά, για το αν ο Γκράμσι είναι μέρος της (λενινιστικής) επαναστατικής κληρονομιάς του 20ού αιώνα (όπως υποστηρίζει και ο Π.Β.)· ή αν, αντίθετα, καταπώς τον παρουσίαζε μεταπολεμικά και ο Τολιάτι, πρόκειται για τον εξημερωμένο θεωρητικό μιας «διαταξικής» Αριστεράς – άρα και μιας σημερινής σοσιαλδημοκρατίας[5].

Ταυτίζοντας τον Γκράμσι με τον Λένιν, και ξεμπερδεύοντας κάπως λογοτεχνικά με τον λενινισμό, ως «δεσποτική μονοκρατορία μιας κλειστής εταιρείας ιεροφαντών του Ιστορικού Λόγου [που για τον Γκράμσι ήταν] αλάθητος φάρος της πολιτικής αλήθειας» (σ. 51), ο Βαλλιάνος δείχνει ότι οι στόχοι του σημερινού αντιολοκληρωτισμού δεν αφορούν το παρελθόν, ούτε μόνο τη θεωρία. Το κυρίως θέμα δεν είναι ο ευρωπαϊκός Μεσοπόλεμος, απ’ όπου ο αντιολοκληρωτισμός αντλεί τα επιχειρήματά του, αλλά η τωρινή πολιτική συγκυρία. Ούτε καν, μάλιστα, η επικαιρότητα της επαναστατικής στρατηγικής – αλλά η ίδια η ηθικο-πολιτική νομιμότητα της οργάνωσης των κομμουνιστών σε αυτόνομο κόμμα:

Το 1981 ο Μπερλινγκουέρ διέγνωσε την «εξάντληση της ιστορικής προωθητικής δύναμης» της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η αυτοδιάλυση του ΙΚΚ δέκα χρόνια αργότερα ήταν μια πράξη ύψιστης ιστορικής εντιμότητας. Από μόνη της έπρεπε να αρκεί για τον ενταφιασμό του «μύθου Γκράμσι». Που όμως συντηρείται ακόμα από τις οπισθοφυλακές μιας λενινιστικής rifondazione. Και από ἀκατανόητες, αλλά προνομιούχες, ελίτ στα αγγλοσαξονικά πανεπιστήμια που αναμασάνε εμμανώς τον αντιφιλελευθερισμό του (χωρίς φυσικά τον παραμικρό κίνδυνο να πληρώσουν το ανθρώπινο τίμημα που ο ίδιος ο Γκράμσι πλήρωσε για τις ιδέες του) [σ. 51].

Για να συμβάλει στον ενταφιασμό (sic) του «μύθου Γκράμσι» και την αντιμετώπιση των «προνομιούχων αντιφιλελεύθερων» οπαδών του, ο Βαλλιάνος χρειάζεται μια διπλή κίνηση: από τη μια, τη θυματοποίηση, σε βαθμό αποδϊδεολογικοποιημένης καρικατούρας, του «ανθρώπου Γκράμσι» (και τη συμπάθεια προς το θύμα, σε αντίστιξη με τις «ελίτ» που τον επικαλούνται σήμερα)·  από την άλλη, την ταύτιση του «πολιτικού Γκράμσι» με τον Μουσολίνι.

Ο Γκράμσι ως άκακο θύμα και ως alter ego του Μουσολίνι

Στο άρθρο μαθαίνουμε, έτσι, για την «έντονη συναισθηματικότητα» του ιταλού κομμουνιστή ηγέτη: «τη λαχτάρα του για συντροφιά και αγάπη, που προερχόταν τόσο από την φιλασθένεια και την σωματική του δυσμορφία όσο και από την στερημένη παιδική του ηλικία». Ότι ο ίδιος «φοίτησε, χωρίς να πάρει πτυχίο, κοινωνικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Τορίνου». Ακόμα και ότι «ερωτεύθηκε περιπαθώς την Γιούλκα [Σουχτ]».

Τα βάσανα του Γκράμσι «ζωγραφίζουν την εικόνα ενός άγιου θύματος, ενός Αλιόσα Καραμαζώφ, αν όχι ενός σύγχρονου Χριστού – πολύ χρηστική για την μεταπολεμική προπαγάνδα του κόμματος».

Εδώ, όμως, τελειώνει και ο οίκτος για τον «άνθρωπο»:

Ο Γκράμσι ήταν βέβαια ένα θύμα του φασισμού […] Αλλά δεν ήταν ούτε το μοναδικό ούτε το τραγικότερο θύμα» (σ. 52).

Περνώντας, λοιπόν, από τον «άνθρωπο» στον πολιτικό, περνάμε στην πλήρη σχετικοποίηση του ορίου μεταξύ θύτη και θύματος:

[Ο] Μουσολίνι ήταν ο αρχηγός της ακροαριστερής πτέρυγας του κόμματος (σ.σ.: του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος), οπαδός της πολιτικής βίας και της «άμεσης δράσης» σύμφωνα με την «συνδικαλιστική» θεωρία του Ζωρζ Σορέλ. Ο Γκράμσι προσχώρησε σε αυτή την τάση. Τον Οκτώβριο του 1914 ο Μουσσολίνι δημοσίευσε ένα άρθρο στο Avanti με τίτλο Από την απόλυτη στην ενεργητική και δραστική ουδετερότητα. Το άρθρο αυτό ήταν κρυπτική προαναγγελία της στροφής του Μουσσολίνι προς τον εθνικισμό και της υποστήριξης της εισόδου της Ιταλίας στον ευρωπαϊκό πόλεμο. Με ένα άρθρο με πανομοιότυπο σχεδόν τίτλο, ο Γκράμσι υποστήριζε λίγες μέρες αργότερα την έκκληση του Μουσσολίνι για την (απροσδιόριστη) «δραστική ανάμιξη του προλεταριάτου στα του πολέμου». Η απάντηση της ηγεσίας του κόμματος ήταν δραστική: ο Μουσολίνι διαγράφηκε (σ. 53).

Επιδιώκοντας την ηθικο-πολιτική αποδόμηση του Γκράμσι περισσότερο από την ιστορική κατανόηση, ο Βαλλιάνος απευθύνεται στο συναίσθημα περισσότερο απ’ ό,τι στη λογική: στόχος είναι η πρόκληση ενός αιφνιδιασμού – μια αποκάλυψη για τον θεωρούμενο «άγιο Γκράμσι», που να προξενεί αποτροπιασμό. Αλλά είναι όντως ο Γκράμσι Μουσολίνι;

Το επίμαχο άρθρο του Γκράμσι υπέρ του «παρεμβατισμού», που επικαλείται ο Βαλλιάνος για να αποδείξει τη συγγένεια με τον ηγέτη του ιταλικού φασισμού (στην Il Grido del Popolo, 31.10.1914), είναι το πρώτο που γράφει ο ίδιος σε εφημερίδα εθνικής εμβέλειας, τρία μόλις χρόνια αφότου έχει μπει στο Σοσιαλιστικό Κόμμα[6]· την ίδια περίοδο, ο Μουσολίνι είναι ηγετικό στέλεχος του κόμματος. Τα περί «απροσδιόριστης» δραστικής ανάμιξης στον πόλεμο, που δήθεν προτείνει ο Γκράμσι, είναι απολύτως προσδιορισμένα: στο άρθρο μιλά ρητά για την ανάγκη να επιστρέψει η εθνική ζωή στην Ιταλία σε αυτό που πραγματικά είναι – στην «ταξική πάλη». Βλέποντας το κόμμα ως «εν δυνάμει κράτος» (“stato in potentia”),  ο Γκράμσι πιστεύει πως η παρέμβασή του στον πόλεμο θα του επιτρέψει να εκμεταλλευτεί την αποδυνάμωση του ιταλικού κράτους, μέσω της πολιτικής εκπαίδευσης και της κινητοποίησης των μαζών.

Πόσο επείγουσα ήταν αυτή η κινητοποίηση, και πόσο ρεαλιστική, το έδειχνε λίγο αργότερα η επαναστατική «Κόκκινη Διετία» (1919-20). Αδυνατώντας να της δώσουν προοπτική εξουσίας, και περιορίζοντάς την στις οικονομικές διεκδικήσεις της, οι ιταλοί Σοσιαλιστές αντιμετώπισαν, μετά την υποχώρησή της, αφενός τη διάσπαση με τους κομμουνιστές, αφετέρου μια εκλογική συμμαχία των ιταλών Φιλελεύθερων του Τζοβάνι Τζολίτι με την Ακροδεξιά, σε δύο μάλιστα αναμετρήσεις – μέχρι που το ζήτημα της εξουσίας λύθηκε, τελικά, με την άνοδο του Μουσολίνι.

Ο Βαλλιάνος λίγο ενδιαφέρεται γι’ αυτά, όπως και για την αντιφασιστική σοσιαλιστική στρατηγική του Μεσοπολέμου καθαυτήν. Όταν συζητά, έτσι, την (λενινιστικής έμπνευσης) τακτική του ενιαίου μετώπου –αυτήν που υπερασπίζεται ο Γκράμσι ως την ενδεδειγμένη αντιφασιστική, απέναντι στον απομονωτισμό της Κομμουνιστικής Διεθνούς μετά το θάνατο του Λένιν, και ενίοτε σε σύγκρουση με τον Τολιάτι–, ο Βαλλιάνος (ο ίδιος που φρίττει με την ταύτιση Σοσιαλδημοκρατίας-φασισμού από τους ιταλούς κομμουνιστές), μας αφήνει άναυδους:

Το «ενιαίο μέτωπο» (σ.σ.: σοσιαλιστών-κομμουνιστών) ήταν μια πρωτοφανής, και μάλιστα προκλητικά διακηρυγμένη πολιτική απάτη. Σύμφωνα με τις οδηγίες της Κομιντέρν, δεν επρόκειτο για κομματική ή κοινοβουλευτική συμμαχία. Ήταν μόνο μια τακτική σύμπραξη για κάποιον πρακτικό στόχο [Ή]ταν, όπως είπαμε, κραυγαλέα αποτυχία: οι σοσιαλιστές είχαν αρνηθεί να αυτοχειριαστούν (σ. 55-6).

Η πολιτική φιλοσοφία της Αντιτρομοκρατικής: η πολιτική ως ψυχολογία

Καθώς το στίγμα του «εθνικιστή-μουσολινικού Γκράμσι» είναι εξωφρενικό για τον Γκράμσι των εργοστασιακών συμβουλίων και το κόμμα του αντιφασιστικού τάγματος Γκαριμπάλντι που γέμισε τις φυλακές του Μουσολίνι (χάρη δε στην αντιφασιστική του δράση και την παθητικότητα των Σοσιαλιστών, από 3.000 μέλη το 1940, το ’44-’45 το PCI μετρούσε πάνω από 400.000)[7], ο Βαλλιάνος αλλάζει ρότα: το μείζον γίνεται η «ο εξτρεμιστικός βολονταρισμός και η αντιφιλελεύθερη ψύχωση» του Γκράμσι (σ. 51).

Καταφεύγοντας λοιπόν στα Τετράδια της Φυλακής, στέκεται στη σύγκριση που κάνει εκεί ο Γκράμσι ανάμεσα στον προοδευτικό και τον οπισθοδρομικό ολοκληρωτισμό.  Το υποτιθέμενο τεκμήριο του γκραμσιανού ολοκληρωτισμού λοιπόν είναι ότι, σε μια εποχή πολέμων, επαναστάσεων και φασισμών, ο Γκράμσι υπερασπίζεται την «ολιστική» κοσμοθεωρία ενός κόμματος, όπως το κομμουνιστικό, που επιδιώκει να εγκαθιδρύσει έναν καινούριο πολιτισμό, απέναντι στην οπισθοδρομική «ολοκληρωτική» (τη φασιστική) αντίδραση, που του θέτει προσκόμματα[8]. Από αυτή τη σκοπιά, όμως, ο Γκράμσι είναι τόσο «ολοκληρωτικός» και «θρησκευτικός» όσο (κατηγορούνταν ότι) είναι οι γιακωβίνοι από την αντεπαναστατική διανόηση της εποχής τους.

Για τον μεταμοντέρνο φιλελεύθερο αναθεωρητισμό, μια τέτοια μακροϊστορική ματιά είναι βέβαια αδιανόητη. Το ύστατο λοιπόν επιχείρημα εναντίον του Γκράμσι (και δευτερευόντως υπέρ των φιλελεύθερων σοσιαλιστών Ροσέλι και Τουράτι, ως «νόμιμης»/μη «ολοκληρωτικής» εκδοχής της Αριστεράς), είναι ο χαρακτήρας του πρώτου: Ο Γκράμσι είναι «ολοκληρωτικός» γιατί, σε αντίθεση με τον πράο και νηφάλιο Τουράτι, που διακηρύσσει το σεβασμό στις απόψεις των πολιτικών αντιπάλων του, εκείνος αποκαλεί τους πολιτικούς του αντιπάλους «γουρούνια», παρομοιάζει τα κείμενά τους με «μουνόπανα»[9], και γενικά επιδίδεται σε ό,τι ο ιταλός κοινωνιολόγος της τρομοκρατίας Αλεσάντρο Ορσίνι συνοψίζει ως «παιδαγωγική της δυσανεξίας»: προληπτική περιχαράκωση απέναντι στις ιδέες των άλλων, υποτίμηση του αντιπάλου, έπαινος της προσβολής, αποθέωση της βίας, δυσανεξία, προσωπικές επιθέσεις, υπαγωγή στην κομματική ορθοδοξία (απώλεια δηλαδή της αυτονομίας της σκέψης), λατρεία του Λένιν και μυθοποίηση του μπολσεβικισμού, πίστη στη μονοκομματική δικτατορία[10].

Για τον Ορσίνι, αναλύσεις του οποίου φιλοξενούνται στην Ιταλία στην ιστοσελίδα του Συστήματος Πληροφοριών για την προστασία του πολιτεύματος[11], ο «ιδεολογικός ολοκληρωτισμός» του Γκράμσι, όχι δηλαδή η ακροδεξιά τρομοκρατία ή η ζωή στο εργοστάσιο του ιταλικού Βορρά, είναι η μήτρα της δράσης των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Τυπικά φιλελεύθερη, και τελικά ψυχολογιστική, η σκέψη του είναι βεβαίως παιδαριώδης:

Ο Γκράμσι είχε μια αυστηρά γνωστική σύλληψη της προόδου. Πίστευε ότι κατείχε μια ανώτερη γνώση και έτσι ένιωσε ότι είχε το δικαίωμα/καθήκον να επιβάλει την «αλήθεια» του με κάθε μέσο. Η οπτική του για τον κόσμο είναι εμπνευσμένη από την ίδια ριζοσπαστική απαισιοδοξία που βρίσκουμε στα κείμενα των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ο Γκράμσι πίστευε ότι ήταν το θύμα ενός άρρωστου κόσμου στο χείλος της σχιζοφρένειας. Είμαστε όλοι θύματα μιας «διαβολικής εξουσίας» […] Το Κόμμα έχει την υποχρέωση να εκπαιδεύει και να οργανώνει. Πρέπει να διαλέγει προσεκτικά τα μέλη του, κλείνοντας την πόρτα σε αυτούς που δεν δείχνουν ότι καθοδηγούνται από έναν μανιώδη ιδεολογικό ντετερμινισμό […] «Χωρίς το κόμμα», γράφει ο Γκράμσι, το προλεταριάτο «δεν είναι τίποτα»[12].

Γράφοντας δύο βιβλία για τον Γκράμσι μέσα σε λίγα χρόνια, το τελευταίο βιβλίο του Ορσίνι (2016) θα ασχολούνταν με τον ISIS: Γκράμσι, Ταξιαρχίες, τζιχαντισμός – όλα ένα.

Αντιολοκληρωτισμός ή Να ζούμε και να σκεφτόμαστε σαν τα γουρούνια

Η αντιμετώπιση του κομμουνισμού ως εγκληματική ιδεολογία στο πλαίσιο του «αντιολοκληρωτισμού», η εξίσωσή του δηλαδή με τον φασισμό και τον ναζισμό, δεν είναι μια υπόθεση αποκλειστικά του «κόσμου των ιδεών»· το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 2009, για την καταδίκη των εγκλημάτων του «ολοκληρωτισμού» και η θεσμική αποτύπωση αυτών των τάσεων, σε χώρες μάλιστα όπως η Γερμανία, είναι απλώς ενδεικτικά. Το εγχείρημα, ωστόσο, χρειάζεται τους διανοούμενους που θα του δώσουν βάθος και θα φροντίσουν για την εμβέλειά του – και που θα το κάνουν στο όνομα της ελεύθερης από κομματικούς καταναγκασμούς σκέψης, έστω κι αν αυτή η ελευθερία από «τα κόμματα» είθισται να συμπίπτει με κρατικές στρατηγικές.

Για τις δυνητικές απολήξεις αυτού του «σκεπτικισμού» έχουν γραφτεί πολλά – και έχουν ενοχοποιηθεί πολλοί. Ο φιλόσοφος Καρλ Πόπερ, λόγου χάρη, έχει ανακαλύψει τις ρίζες του ολοκληρωτισμού στη σκέψη του Πλάτωνα και του Χέγκελ – και φυσικά και του Μαρξ[13]. Για τον πολυβραβευμένο ιστορικό Φρανσουά Φυρέ, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό χωρίς τα πάθη των πρωταγωνιστών, και ιδίως το «μίσος για τον αστό», που καθοδηγεί την επαναστατική σκέψη από το 1789[14]. Διασκεδαστικό ίσως σήμερα από απόσταση, αυτό το κυνήγι των εγκληματογόνων, υποτίθεται, ιδεών συνδέεται με πολύ σκοτεινές εποχές για την Ευρώπη. Πώς γίνεται, δε, τόσο σκοτάδι στο όνομα της ελευθερίας της σκέψης, το εξηγεί ο Εουτζένιο Κουριέλ – ένας αγωνιστής από τις τάξεις των ιταλών Σοσιαλιστών και της αντιφασιστικής Giustizia e Libertà, που προσχώρησε στον ιταλικό κομμουνισμό:

Ο απέραντος σκεπτικισμός […] που σκοτώνει κάθε δυνατή πίστη σε οποιοδήποτε ιδανικό, που χλευάζει τη θυσία του ατόμου για την προκοπή της κοινότητας. Αυτή είναι, κατά βάθος, η εμφανέστερη κατάκτηση του φασισμού, και θα μείνει η πικρότερη κληρονομιά του[15].

__________________________

Σημειώσεις

[1] Athens Review of Books, «Η απόπειρα κατάσχεσης εις βάρος της Athens Review of Books για λογαριασμό του Ν. Κοτζιά με πρωταγωνιστή της εκτέλεσης τον Ι. Κ. Μαντζουράνη», Δελτίο Τύπου 5.9.2016.

[2] Για μια περίληψη των οχτώ σελίδων του άρθρου, που το περιοδικό διαφημίζει στο εξώφυλλό του ως «κόσμημα», βλ. εδώ. Στην περίληψη φιγουράρει το όνομα του ιταλού κοινωνιολόγου της τρομοκρατίας Αλεσάντρο Ορσίνι, που δίνει και το έναυσμα για τη σύγκριση Γκράμσι και Ροσέλι-Τουράτι (βλ. παρακάτω).

[3] Ενδεικτικά: Jason Epstein, “The CIA and the Intellectuals”, The New York Review of Books· 20.4.1967, Gabriel Rockhill, CIA reads french theory: on the intellectual labor of dismantling the cultural Left, The philosophical salon, 20.2.2017.

[4] Ήδη στο πρώτο τεύχος του (Νοέμβριος 2009), βρίσκει κανείς τη Βάσω Κιντή, τον Λεωνίδα Λουλούδη και τον Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη μαζί με τον Νίκο Μαραντζίδη και τον διαβόητο Τζον Ιατρίδη.

[5] Για το εύρος της συζήτησης, βλ. ενδεικτικά: Louis Althusser, “L'objet du 'Capital’”, in: L. Althusser, E. Balibar, Lire le Capital, τ. I. Paris, 2η εκδ., 87-184 [ελληνική έκδοση: Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Ελληνικά Γράμματα 2008]· Perry Anderson, “Antinomies of Antonio Gramsci”, New Left Review I/100, November-December 1976 [ελληνική έκδοση: Οι αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι, Μαρξιστική Συσπείρωση 1985]· Peter Thomas, The Gramscian Moment: Philosophy, Hegemony and Marxism. Brill, 2009. Για τη σχετική συζήτηση στην Ελλάδα: Δημήτρης Δεληολάνης, «Ήταν ο Γκράμσι σοσιαλδημοκράτης;», Τετράδια, Καλοκαίρι-φθινόπωρο 1987· Δημήτρης Δημούλης, «Ο Γκράμσι του Αλτουσέρ: προσεγγίσεις και αποστάσεις», Θέσεις, τχ. 64, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1998· Γιάννης Βούλγαρης, «’Αναγνώσεις’ του Γκράμσι: Μια αναδρομή από την οπτική της παγκοσμιοποίησης» στο: Γ. Βούλγαρης-Λ. Κωτσονόπουλος (επιμ.), Στα μονοπάτια του Αντόνιο Γκράμσι. Πολιτική και πολιτισμός από το έθνος-κράτος στην παγκοσμιοποίηση, Θεμέλιο, 2010· Αντώνης Λιάκος, «Η Αριστερά σε αναζήτηση ταυτότητας», Εφημερίδα των Συντακτών, 29.8.2016· Θανάσης Γιαλκέτσης, «Ο Γκράμσι και η Ρωσική Επανάσταση», Εφημερίδα των Συντακτών, 20.7.2017.

[6] Το άρθρο εντάσσεται στα «νεανικά γραπτά» του Γκράμσι, πριν από τη φυλακή. Συμπεριλαμβάνεται, μαζί με την ενδιαφέρουσα εισαγωγή του επιμελητή, στο: Richard Bellamy (ed.), Antonio Gramsci. Pre-prison writings, Cambridge University Press, 1994

[7] Έρικ Χόμσμπάουμ, «Τα σκοτεινά χρόνια του ιταλικού κομμουνισμού», στο: Επαναστάτες, Θεμέλιο, 2008.

[8] Quintin Hoare, Geoffrey Nowell Smith (ed.) Antonio Gramsci. Selections from the Prison Notebooks, International Publishers Co (1971), p. 156, 265 και αλλού.

[9] «Είναι αποτέλεσμα μόνο ηλιθιότητας;», Avanti, 10.9.1920, στο: Αντόνιο Γκράμσι, Τα εργοστασιακά συμβούλια και το κράτος της εργατικής τάξης, Στοχαστής, σσ.: 277-81

[10] Alessandro Orsini, Gramsci e Turati. Le due sinistre, Rubbettino, 2011.

[11] Βλ. “Poverta e terrorismo”, www.sicurezzanazionale.gov.it/sisr.nsf/approfondimenti/poverta-e-terrorismo.html (ανάκτηση: 2.8.2017).

[12] Alessandro Orsini, Anatomia delle Brigate Rosse. Le radici ideologiche del terrorismo revoluzionario, Rubbettino, 2010.

[13] Enzo Traverso, Il totalitarismo. Storia di un dibattito, Mondadori, 2002.

[14] François Furet, Le passé d'une illusion: essai sur l'idée du communisme au Xxe siècle, Références, 2003.

[15] Στο: Έρικ Χόμπσμπάουμ, Επαναστάτες, ό.π.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι