[Notes+Books] Η μετάφραση, του Πάμπλο Ντε Σάντις

Ο μεταφραστής Μιγκέλ Ντε Μπλαστ λαμβάνει μια πρόσκληση για ένα συνέδριο μετάφρασης στο Πουέρτο Σφίγγα. Όχι χωρίς δεύτερες σκέψεις, αποφασίζει να την αποδεχτεί. Στο Πουέρτο Σφίγγα, λοιπόν, θα συναντήσει παλιούς γνωστούς, κι ανάμεσά τους την Άννα, με την οποία έχουν χωρίσει δέκα χρόνια πριν. Όλα κυλούν προβλέψιμα, μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτεται ότι ένας από τους συνέδρους δεν θα πάρει μέρος στη διοργάνωση: είναι νεκρός. Αυτό είναι το σκηνικό που στήνει ο Πάμπλο Ντε Σάντις στο μυθιστόρημά του Η μετάφραση, που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες στα ελληνικά από τις εκδόσεις Angelus Novus, σε μετάφραση του Κρίτωνα Ηλιόπουλου. Ο Ντε Σάντις είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό από τη Μαύρη Φιλολογία που επίσης μετέφρασε ο Κρίτων Ηλιόπουλος (εκδ. Οpera, 2003). Το RedNotebook αναδημοσιεύει σήμερα ένα απόσπασμα από το πρώτο μέρος της «Μετάφρασης» («Ξενοδοχείο Ο Φάρος»).

RNB

 

Διαβάζοντας μ’ ενθουσιασμό και ευπιστία την αγγλική έκδοση του έργου κάποιου Κινέζου φιλοσόφου, έπεσα σ’ ετούτο το αξιομνημόνευτο χωρίο: Έναν καταδικασμένο σε θάνατο δεν τον ενδιαφέρει να βαδίσει στο χείλος του γκρεμού, γιατί έχει παραιτηθεί από τη ζωή. Στο σημείο αυτό ο μεταφραστής έβαλε έναν αστερίσκο και με προειδοποίησε ότι η δική του ερμηνεία ήταν προτιμότερη από ενός άλλου ανταγωνιστή σινολόγου, ο οποίος μετέφραζε ως εξής: Οι υπηρέτες καταστρέφουν τα έργα τέχνης, για να μην υποχρεωθούν να κρίνουν τις ομορφιές και τα ελαττώματά τους. Τότε, όπως ο Πάολο και η Φρανσέσκα, σταμάτησα να διαβάζω.
Ένας μυστηριώδης σκεπτικισμός γλίστρησε μέσα στην ψυχή μου.

J.L. Borges

 

Έχω πάνω στο γραφείο μου έναν κεραμικό φάρο. Μου χρησιμεύει για πρεσπαπιέ, αλλά κυρίως είναι μπελάς. Στη βάση του γράφει «Αναμνηστικό από το Πουέρτο Σφίγγα». Η επιφάνεια του φάρου είναι γεμάτη ρωγμές επειδή εχτές, καθώς τακτοποιούσα τα χειρόγραφα μιας μετάφρασης, ο φάρος έπεσε από το γραφείο μου. Υπομονετικά μάζεψα τα κομματάκια. Όποιος έχει προσπαθήσει να ξανακολλήσει ένα σπασμένο βάζο ξέρει ότι, όσο σχολαστική προσπάθεια κι αν κάνεις, πάντα υπάρχουν μερικά κομμάτια που δεν βρίσκονται ποτέ.

Πήγα στο Πουέρτο Σφίγγα πριν από πέντε χρόνια, καλεσμένος σ’ ένα συνέδριο για τη μετάφραση. Όταν ήρθε στο σπίτι μου ο φάκελος με το λογότυπο του πανεπιστημίου, σκέφτηκα ότι θα ήταν κανένα καθυστερημένο έγγραφο. Συνεχίζουμε να λαμβάνουμε για χρόνια έντυπα πληροφοριών από συλλόγους ή λέσχες όπου δεν ανήκουμε πια, περιοδικά στα οποία έχουμε ακυρώσει τη συνδρομή μας, χαιρετισμούς του κτηνίατρου σ’ ένα γάτο που έχει χαθεί εδώ κι έναν αιώνα. Ακόμα κι αν μετακομίσεις, η καθυστερημένη αλληλογραφία σου σε βρίσκει. Είμαστε καταγραμμένοι σε άτρωτες λίστες αλληλογραφίας, που δεν επηρεάζονται από καμία αλλαγή ενδιαφερόντων, κατοικίας ή συνηθειών. Το γράμμα του πανεπιστημίου όμως δεν ήταν καθυστερημένη αλληλογραφία. Μου έγραφε ο Χούλιο Κουν για να με καλέσει στο συνέδριο. Ο Κουν ήταν διευθυντής του Τμήματος Γλωσσολογίας της σχολής μου. Σπουδάζαμε μαζί, όμως εγώ εγκατέλειψα τις σπουδές λίγο μετά το πτυχίο μου. Ήξερα ότι ο Κουν είχε καταφέρει να βρει χρηματοδότηση από ιδιωτικές εταιρείες για το Τμήμα του, με αντάλλαγμα ορισμένες τεχνικές εξυπηρετήσεις.

Στο γράμμα εξηγούσε ότι είχε σκεφτεί να συγκεντρώσει στο Πουέρτο Σφίγγα, για πέντε ημέρες, μια ομάδα διαφορετικών ανθρώπων, ώστε να μην αποτελεί μια συνάντηση ούτε αποκλειστικά γλωσσολόγων ούτε επαγγελματιών μεταφραστών. Επέλεξε εμένα ως μεταφραστή επιστημονικών κειμένων. Είχα πολύ καιρό να συναντήσω κάποιον συνάδελφό μου. Ήμασταν σκόρπιοι εδώ κι εκεί και κατά κάποιον τρόπο κανένας από εμάς δεν θεωρούσε τη μετάφραση κύριο επάγγελμά του, αλλά μάλλον μια παράκαμψη στο δρόμο για άλλες ασχολίες. Ορισμένοι ήθελαν να γίνουν συγγραφείς και είχαν καταλήξει στη μετάφραση. Άλλοι δίδασκαν στο πανεπιστήμιο και είχαν καταλήξει στη μετάφραση. Χωρίς να το συνειδητοποιήσω, είχα πάρει κι εγώ αυτή την παράκαμψη του δρόμου. Η δουλειά μου, επιπλέον, δεν διευκόλυνε την επικοινωνία με τους συναδέλφους μου, επειδή πήγαινα στους εκδοτικούς μόνο για να πάρω τα πρωτότυπα. Συναντούσα γραμματείς, διευθυντές κάποιας εκδοτικής σειράς και ποτέ άλλους μεταφραστές. Μαθαίναμε τα νέα ο ένας του άλλου, όμως εμμέσως, και στις περισσότερες περιπτώσεις έπειτα από μήνες. Πριν από τέσσερα χρόνια δύο μεταφραστές που δούλευαν μαζί σε μια εγκυκλοπαίδεια είχαν προσπαθήσει να μας συσπειρώσουν όλους σ’ ένα είδος επιμελητηρίου ή επαγγελματικής οργάνωσης, όμως δεν είχαν καταφέρει να μαζέψουν παρά μόνο μια χούφτα ανθρώπους.

Όταν οι ελάχιστοι αυτοί συγκεντρώθηκαν μια νύχτα μπροστά σ’ ένα πρόγραμμα συζητήσεων ευρύτατο, όλοι τσακώθηκαν με όλους και οι μεταφραστές σκόρπισαν ξανά. Στο γράμμα του, ο Χούλιο Κουν ανέφερε τους άλλους προσκεκλημένους. Κάποιους –λίγους– τους γνώριζα προσωπικά, άλλους τους ήξερα μόνο ως ονόματα. Υπήρχαν πολλοί ξένοι. Στην τελευταία αράδα υπήρχε το όνομα Άννα Δεσπίνα. Δεν είχε επιβεβαιώσει ακόμα τη συμμετοχή της, όμως εγώ αποφάσισα να επιβεβαιώσω τη δική μου. Τα αντικείμενα που έχουν πάνω επιγραφές του τύπου «Αναμνηστικό από…» σπανίως είναι πράγματι αναμνηστικά για κάτι. Ο φάρος, όμως, ακόμα μου στέλνει προειδοποιητικά σήματα.

***

Η Ελένα, η γυναίκα μου, δέχτηκε με κρυφή χαρά την είδηση για το ταξίδι μου. Για λίγες μέρες θα γλίτωνε από τους πονοκεφάλους μου, τα μονοσύλλαβά μου, τις νυχτερινές μου βόλτες μέσα στο σπίτι. Οι ημικρανίες, που με βασάνιζαν από τα δεκαπέντε μου, είχαν γίνει πιο έντονες τους τελευταίους μήνες. Οι εξετάσεις που έκανα δεν χρησίμευσαν σε τίποτα. Μου είχαν γράψει φάρμακα τα οποία εξόντωσαν το στομάχι μου αλλά όχι τον πόνο. Αυτές τις ημικρανίες, κατά καιρούς, τις έχουν αποδώσει στη σπονδυλική στήλη, σε γενετικές αιτίες, σε προβλήματα όρασης, στη διατροφή, στη δουλειά μου, στο στρες, στην πόλη, στον κόσμο. Προτίμησα να ξαναγυρίσω στις ασπιρίνες.

Η Ελένα είναι έξι χρόνια μικρότερή μου. Σαν να θέλει να εξαλείψει αυτή τη διαφορά, παίρνει συχνά ένα αυταρχικό ύφος και μου δίνει πάντοτε συμβουλές, τις οποίες καμώνομαι ότι εφαρμόζω. Η Ελένα έχει ανάγκη να μου δίνει αυτές τις συμβουλές, αλλά ξέρει ότι δεν είναι απαραίτητο να τις ακολουθώ. Αρκεί να κάνουμε, κάθε τόσο, ένα διάλογο κάπως έτσι, όπου εκείνη ασκεί τα καθήκοντα του μεγαλύτερου σε ηλικία, της λογικής και της τάξης, ιδιότητες στις οποίες ούτε η ίδια πιστεύει.

«Να μην κλειστείς στο ξενοδοχείο. Μην ανησυχείς για τη διάλεξη» είπε η Ελένα ενώ επιθεωρούσε τις αποσκευές μου. Πρόσθεσε ένα πουκάμισο λευκό με γαλάζια ψιλή ρίγα κι ένα ζευγάρι σεβρά παπούτσια. Έβγαλε έξω τη φωτοτυπία μιας μετάφρασης που έπρεπε να διορθώσω: «Μην παίρνεις μαζί σου δουλειά».

Πάντοτε αρχίζω εγώ να φτιάχνω τη βαλίτσα μου ή την τσάντα μου, αλλά εκείνη, κατηγορώντας με για ξεχασιάρη, παίρνει τη θέση μου και με δυναμισμό τελειώνει τη δουλειά. Όταν είδε την τσάντα μου κλειστή, στάθηκε σκεφτική.

«Έχουμε πολύ καιρό να πάμε κάποιο ταξίδι» είπε.

Ήταν ψέμα. Τους τελευταίους μήνες είχαμε κάνει τρία ταξίδια. Δεν της έφερα αντίρρηση, αφού η αλήθεια ήταν εξίσου προφανής για εκείνη όσο και για μένα. Ήθελε να πει άλλο πράγμα: ότι έμενε έξω απ’ αυτό το ταξίδι, ότι τα άλλα δεν είχαν σημασία, γιατί ετούτο ήταν τώρα, και κανένα προηγούμενο ταξίδι δεν μπορεί να συγκριθεί μ’ αυτό που πρόκειται ν’ αρχίσει τώρα.

«Θα γιορτάσεις τα γενέθλιά σου μακριά μου» είπε.

Αυτό το είχα ξεχάσει.

«Είναι μόνο τέσσερις μέρες. Όταν θα γυρίσω, θα καλέσουμε φίλους και θα μου φτιάξεις μια τούρτα με κεράκια». «Γνωρίζεις τους άλλους προσκεκλημένους;» ρώτησε. Της είπα για τον Χούλιο Κουν, που ήταν ο αμφιτρύωνάς μας. Θυμήθηκα τις ατέρμονες συζητήσεις στα καφέ απέναντι από το πανεπιστήμιο. Θυμόμουν τα πράγματα που έλεγαν όλοι οι άλλοι αλλά, ευτυχώς, δεν είχα συγκρατήσει τίποτα απ’ όσα έλεγα τότε εγώ, σαν να έμενα πάντοτε αμίλητος μπροστά στους συνομιλητές μου που περίμεναν. Της μίλησα επίσης για τον Ναούμ, με τον οποίο είχα εργαστεί σ’ έναν εκδοτικό οίκο, όταν ήμασταν και οι δύο είκοσι ετών. Η Ελένα, που δεν διαβάζει ποτέ μυθιστορήματα αλλά μονάχα μελέτες, γνώριζε καλά τον Ναούμ και έδειξε αμέσως ενδιαφέρον μόλις έμαθε ότι θα ερχόταν. Ένιωσα μια βελονιά ζήλιας και φθόνου. Είχα καιρό να θυμηθώ τον Ναούμ και με σύγχυσε η αίσθηση ότι δεν μπορούσα να τον αποφύγω, όπως όταν βλέπεις στο δρόμο έναν συμμαθητή σου από το σχολείο και θέλεις να τον πλακώσεις στο ξύλο για μια προσβολή που σου έκανε πριν από τρεις δεκαετίες.

Ο Ναούμ λεγόταν Σίλβιο Ναούμ και υπέγραφε τα βιβλία του Σ. Ναούμ. Εγώ πάντα τον έλεγα Ναούμ σκέτο. «Γνωρίζεις καμία από τις γυναίκες που προσκάλεσαν;» ρώτησε.

Κοίταξα τη λίστα. Έδειξα δύο ονόματα. Της εξήγησα ότι μόλις που τις γνώριζα και ήταν αρκετά μεγάλες σε ηλικία.

Προτού πάω στο κρεβάτι ετοίμασα τα χρήματα, το διαβατήριο και τα εισιτήρια, επειδή δεν είμαι συνηθισμένος να ξυπνάω νωρίς και τα χαράματα κινούμαι σαν ζόμπι. Είδαμε στην τηλεόραση το απόσπασμα μιας ταινίας –μακριά από την αρχή που είχαμε ήδη δει και μακριά από το τέλος που επίσης είχαμε δει– και πέσαμε για ύπνο. Κανένας από τους δύο δεν αποκοιμήθηκε αμέσως. Ο ένας άκουγε τον άλλον να κινείται και να στριφογυρίζει στον σιωπηλό χορό της αϋπνίας. Έβαλα το μπράτσο μου πάνω της και νομίζω ότι αποκοιμήθηκε˙ εγώ όχι.

***

Ταξίδεψα με αεροπλάνο ως την πρωτεύουσα της επαρχίας. Το ταξίδι κράτησε λίγο περισσότερο από δύο ώρες. Διάβασα εφημερίδα, έλυσα το σταυρόλεξο και προσπάθησα να βάλω σε τάξη τις σημειώσεις μου για την ομιλία που θα έκανα σχετικά με τον Καμπλίτζ. Όταν προσγειωθήκαμε, ο άνεμος σάρωνε με δύναμη την πίστα. Είχαν σερβίρει καφέ και σάντουιτς στο αεροπλάνο, αλλά ακόμα πεινούσα.

Στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου πολύ λίγα άτομα περίμεναν επιβάτες της πτήσης μας. Ένας άντρας με κίτρινο μπουφάν κρατούσε ένα καρτελάκι που έγραφε Συνέδριο για τη μετάφραση και έξι επιβάτες συγκεντρωθήκαμε γύρω του. Προτού προλάβουμε να κάνουμε κάποια κίνηση χαιρετισμού, ο άνθρωπος με τα κίτρινα μας πήγε σ’ ένα γκρίζο λεωφορειάκι, που είχε στο παρμπρίζ προστατευτικό συρματόπλεγμα. Όταν ανεβήκαμε, διάβασε μια λίστα με τα ονόματά μας και έσβηνε όσους ήταν παρόντες. «Ναούμ;» ρώτησε στο τέλος και κανένας δεν απάντησε. Δίπλα μου καθόταν μια Ιταλίδα γύρω στα πενήντα, αδύνατη και κομψή.

Έβγαλε ένα καθρεφτάκι από την τσάντα της για να ελέγξει αν η κόμμωσή της είχε επιβιώσει από τον άνεμο του νότου. Τακτοποίησε τα μαλλιά της με το δεξί χέρι, ώσπου θεώρησε ότι ήταν πλέον σε θέση να συστηθεί.

«Είμαι η Ρίνα Άγκρι» μου είπε, δίνοντάς μου το χέρι. Η χειρονομία της προκάλεσε ένα κύμα χαιρετισμών, όλοι δίναμε τα χέρια και λέγαμε το όνομά μας ταυτοχρόνως και μετά κανένας δεν θυμόταν κανέναν.

Όταν τελείωσαν οι χαιρετισμοί και η συζήτηση επιμερίστηκε, η Ρίνα Άγκρι με ρώτησε τι μετέφραζα. Της μίλησα για τους Ρώσους νευρολόγους του κύκλου Κάμπλιτζ και ότι σ’ αυτούς είχα αφιερώσει τα τελευταία τρία χρόνια. Όπως δύο ομιλητές διαφορετικών γλωσσών που αναζητούν λέξεις τις οποίες καταλαβαίνουν και οι δύο για να αρχίσουν να μιλούν, ψάξαμε για κοινούς φίλους ανάμεσα στους υπόλοιπους καλεσμένους του συνεδρίου. Μου άρεσε που ανέφερε την Άννα, επειδή, αναφέροντας το όνομά της, την έφερνε λίγο πιο κοντά μου. Επίσης γνώριζε τον Ναούμ.

«Τα τελευταία χρόνια αναγκάστηκα ν’ ασχοληθώ με αμερικάνικα μπεστ σέλερ, αλλά προσπαθώ να μη χάσω την περιέργειά μου» είπε. «Αλληλογραφώ ακόμα με ορισμένα άτομα, με τα οποία ετοιμάζουμε μια ιστορία της μετάφρασης στη Δύση. Έτσι γνώρισα την Άννα και τον Ναούμ».

Εγώ είχα δέκα χρόνια να δω κάποιον από τους δύο. Σε όλη μου τη ζωή έκανα φιλίες με ανθρώπους που, για τον άλφα ή βήτα λόγο, έφευγαν στο εξωτερικό. Με όσους έμειναν δεν έχω πια τίποτα κοινό, ούτε όμως και με όσους έφυγαν. Νιώθω ένας ξένος εξ αμελείας.

Οι άλλοι επιβάτες σχολίαζαν το τοπίο, δηλαδή, το μη-τοπίο. Στις δύο πλευρές του δρόμου δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε ένα κτίσμα σε ογδόντα χιλιόμετρα. Η βλάστηση, χαμηλή και αγκαθωτή, απλωνόταν δίχως όρια.

Η συζήτηση έσβησε σχεδόν στα μισά της διαδρομής και αναθερμάνθηκε όταν ο δρόμος άρχισε να πηγαίνει παράλληλα με τη θάλασσα. Ο οδηγός δεν μιλούσε καθόλου, οδηγούσε βουβός και όταν του έκαναν κάποια ερώτηση απαντούσε με μονοσύλλαβα.

«Έχετε πάει άλλη φορά στο Πουέρτο Σφίγγα;» με ρώτησε η Ρίνα.

«Ποτέ» είπα. «Δεν ήξερα καν τη ύπαρξή του».

Έβγαλε από την τσάντα της ένα χάρτη και τον άνοιξε με σχετική δυσκολία. Οι χάρτες είναι μια αφηρημένη εκδοχή του τοπίου, όμως σ’ εκείνο το ταξίδι τα πράγματα ήταν αντίστροφα, και το τοπίο ήταν μια αφηρημένη εκδοχή του χάρτη. Μου έδειξε ένα σημείο κοντά στη θάλασσα. Έψαξα για το όνομα του χωριού αλλά δεν το βρήκα.

Μια πινακίδα μας ανακοίνωσε ότι είχαμε μπει στο Πουέρτο Σφίγγα. Περάσαμε πρώτα από ένα νεκροταφείο με σιδερένια κάγκελα και κλεισμένο ολόγυρα από γκρίζους τοίχους, έπειτα από ένα φάρο που έμοιαζε εγκαταλειμμένος. Ήταν περικυκλωμένος με συρματοπλέγματα, που σ’ ένα σημείο είχαν πέσει στο χορτάρι.

Ο άνεμος ταρακουνούσε το λεωφορειάκι. Η θάλασσα, γκρίζα και φουρτουνιασμένη, είχε δημιουργήσει στην παραλία μια λωρίδα από νεκρά φύκια, που σε μερικά σημεία πύκνωναν σχηματίζοντας ένα μακρύ τείχος σαπίλας.

Άκουσα τη φωνή ενός Γάλλου στο βάθος που ρωτούσε για τις φοινικιές, τον ήλιο, τις παραλίες με άσπρη άμμο που του είχαν υποσχεθεί.

Το λεωφορειάκι σταμάτησε μπροστά στο ξενοδοχείο. Σ’ ενάμισι χιλιόμετρο απόσταση άρχιζαν τα πρώτα σπίτια που απλώνονταν στον κόλπο. Το ξενοδοχείο ήταν εντελώς δυσανάλογο σε σχέση με το Πουέρτο Σφίγγα. Ήταν το κέντρο ενός μεγάλου τουριστικού συγκροτήματος που δεν είχε καταφέρει να υπάρξει ποτέ. Το αποτελούσαν δύο πτέρυγες, που σχημάτιζαν γωνία πάνω στην ακτή. Το ένα μισό είχε ολοκληρωθεί και ήδη άρχιζε να παρακμάζει. Το άλλο μισό δεν είχε ούτε πόρτες, ούτε παράθυρα, ούτε εσωτερικά χωρίσματα.

Μια τεράστια πινακίδα ανακοίνωνε τη συνέχιση των έργων, όμως δεν φαίνονταν πουθενά ούτε μηχανήματα, ούτε εργάτες ούτε υλικά οικοδομής. Πάνω από την είσοδο διάβασα με ασημένια γράμματα Διεθνές Ξενοδοχείο Ο Φάρος.

Από κάτω κρέμονταν κάτι κουρελιασμένα και ξεθωριασμένα σημαιάκια.

Κατεβήκαμε απ’ το λεωφορειάκι και τεντώσαμε τα πόδια μας να ξεμουδιάσουν. Εγώ τανύστηκα και χασμουρήθηκα με το πρόσωπο προς τη θάλασσα, σαν ένα είδος χαιρετισμού μου στη φύση. Αλλά ο παγωμένος αέρας μου προξένησε μια κρίση βήχα.

«Σε ποιο μισό του ξενοδοχείου θα μας βάλουν;» ρώτησε η Ιταλίδα.

Αργότερα, ενώ κουβαλούσα τη μικρή μου βαλίτσα στους διαδρόμους, θα αντιλαμβανόμουν ότι κάθε πρόσβαση προς το άλλο μισό ήταν κλεισμένη με κλειδωμένες πόρτες ή με τάβλες καρφωμένες στους τοίχους, και υπήρχαν προειδοποιητικές πινακίδες για να μην περάσει κανένας προς το ξενοδοχείο-γιαπί, στα παγωμένα δωμάτια και στις φωλιές των γλάρων.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι