Μελαγχολία της αντίστασης, του Θωμά Ψήμμα

Laszlo Krasznahorkai, Η μελαγχολία της αντίστασης (μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου), Πόλις

 

Μετά το «Πόλεμος και Πόλεμος» (2015), τον Οκτώβριο του 2016 οι εκδόσεις «Πόλις» προχώρησαν στην έκδοση και δεύτερου βιβλίου του Ούγγρου συγγραφέα Laszlo Krasznahorkai. Η «Μελαγχολία της αντίστασης», μάλιστα, έχει μεταφερθεί ήδη από το 2000 και στον κινηματογράφο, από τον συμπατριώτη και φίλο του συγγραφέα, σκηνοθέτη Bela Tarr (“Werckmeister Harmoniak”). Ιδιαίτερα εύσημα πρέπει να αναγνωριστούν στη μεταφράστρια Ιωάννα Αβραμίδου, η οποία κατόρθωσε να αποδώσει με εξαιρετική ακρίβεια και πληρότητα την ατμόσφαιρα του βιβλίου. Το έργο της ήταν πραγματικά τιτάνιο, καθώς ο μακροπερίοδος λόγος του Krasznahorkai, σήμα-κατατεθέν της γραφής του, είναι εύκολο να οδηγήσει σε ακαταλαβίστικες και ασύνδετες μεταξύ τους προτάσεις.

Το ξεχωριστό ύφος γραφής είναι η κύρια αιτία που ο Ούγγρος συγγραφέας έχει fans και haters. Ο μακροπερίοδος, ιδιαίτερα πυκνός, λόγος δεν είναι απλώς μια ιδιομορφία χάριν εντυπωσιασμού, αλλά εξυπηρετεί την απεικόνιση της θεματολογίας του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο χειμαρρώδης λόγος του συγγραφέα εκφράζει την εκ μέρους του μοιρολατρική, μηδενιστική αποδοχή της αδυναμίας του ανθρώπου να βάλει τελεία στη νομοτελειακή «παρακμή» του κόσμου. Ωστόσο, είναι ουσιαστικό σφάλμα να θεωρήσουμε τον Krasznahorkai απολογητή ενός αμετάβλητου, «μη χείρον βέλτιστον» status quo. Περισσότερο, επιχειρεί να αναπαραστήσει αλληγορικά τη διάσημη φράση του Γκράμσι, «το παλιό έχει πεθάνει, το νέο δεν έχει γεννηθεί ακόμα, είναι η εποχή των τεράτων».

Η «Μελαγχολία της αντίστασης» είναι μια ποιητική αλληγορία για τον φασισμό, ένα παραληρηματικό μανιφέστο για τις αιτίες που εκκολάπτουν διαχρονικά το «αυγό του φιδιού» και, εντούτοις, παραμένουν αδιόρατες ή δυσεπίλυτες για το ανθρώπινο γένος. Ειδικά, το τελευταίο συγκλονιστικό κεφάλαιο του βιβλίου, με ύφος Μπέκετ και με τη λογοτεχνική πρόθεση μιας οργουελικής «Φάρμας των ζώων», αποτελεί εγχειρίδιο για το πώς φυτρώνει διαχρονικά το ζιζάνιο του φασισμού. Ο συγγραφέας, διά της εκκωφαντικής σιωπής, μας καλεί στο να ξεριζώσουμε το ζιζάνιο, αντί να το καλλωπίζουμε ή να κάνουμε ότι δεν το βλέπουμε στον άγονο κήπο μας.

Εγκαταλελειμμένα τοπία, η σταδιακή κλειστοφοβία τόπων άλλοτε οικείων για τους κατοίκους μιας επαρχιακής πόλης στη μέση του πουθενά. Το πώς βλέπουμε τα τοπία, το πώς διακρίνουμε τις ανεπαίσθητες αλλαγές στις στέγες, στα παραθυρόφυλλα, στις πόρτες κ.λ.π. δεν είναι τίποτε άλλο από το πώς νιώθουμε. Η ασύνειδη δύναμη της ανθρώπινης συνείδησης, εξάλλου, έγκειται στο να εξωτερικεύει την αναμμένη ή σβηστή φλόγα της ψυχής. Το «παλιό καθεστώς» (Ancien Régime), η μεγαλοαστική ηθική, πνευματική και πολιτισμική «τάξη του κόσμου», φρίττει μπροστά στις απρέπειες, τις ανορθογραφίες, τις άσωτες ηδονές της μάζας, αναπαράγοντας το στερεότυπο «κάθε πέρσι και καλύτερα». Και η μάζα, με τη σειρά της, αντί να χειραφετηθεί, μετατρέπεται σε «όχλο», σε μια κοινοτιστική αγέλη. Τρέμει το ενδεχόμενο να ανατραπούν οι μέχρι τότε βεβαιότητές της, η βολή («ησυχία, τάξη, ασφάλεια») της κοινωνικής ιεράρχησης του σύμπαντος.

Έτσι, ο «όχλος» εκφράζεται με αβάσταχτη ελαφρότητα, άγεται και φέρεται «από τα πάνω», από την καθεστηκυία τάξη. Με τη σειρά της, η ελίτ απειλεί και απειλείται σε μια ατελέσφορη (;) προσπάθεια να «μεταρρυθμίσει» την απομάγευση της ζωής, να «κανονικοποιήσει» την υποβάθμιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης σε πάση θυσία επιβίωση.

Η «βιομηχανία του θεάματος» και, συγκεκριμένα, τα «καινά δαιμόνια» μιας αλλόκοτης (οιονεί χολιγουντιανής) υπερπαραγωγής, ταράζουν και δοκιμάζουν τα κρατούντα κοινωνικά ήθη. Έτσι, δικαιώνεται η ρήση του Ντεμπόρ για το «θέαμα» στις μεταμοντέρνες ατομιστικές κοινωνίες, αλλά και στις προαστικές, κοινοτιστικές συσσωματώσεις που (δήθεν) αντιστέκονται στην «αλλοτρίωση». Κατά τον Debord (στην «Κοινωνία του θεάματος»), «το θέαμα δεν είναι σύνολο εικόνων αλλά μια κοινωνική σχέση ατόμων διαμεσολαβούμενη από τις εικόνες». Το πρωτόγνωρο, επίφοβο για εμφύλιο σπαραγμό, θέαμα γίνεται η βαριά σκιά που επιτρέπει στην άρχουσα τάξη την επιβολή μέτρων έκτακτης ανάγκης για την προφύλαξη των «νοικοκυραίων» από την καταστροφική μανία των εικόνων. Η διασπορά της είδησης ότι επίκειται δικτατορία του «Πρίγκιπα» με τα τρία μάτια, «νομιμοποιεί» τη λήψη μέτρων εξαίρεσης. Κανείς δεν έχει δει τον «Πρίγκιπα», όλοι όμως πιστεύουν τυφλά ότι προσωποποιεί το «τέλος του κόσμου». Άλλοι κάτοικοι φανατίζονται απέναντι στην αόριστη απειλή από αφέλεια-δεισιδαιμονία, άλλοι από φόβο-ανασφάλεια, άλλοι από ιδιοτέλεια-δίψα για εξουσία. Σε κάθε περίπτωση, το μότο «ισχύς εν τη ενώσει» (ενιαίο κι αδιαίρετο συμφέρον της κοινότητας) φαίνεται να λειτουργεί προσωρινά. Προσωρινά, όμως, μόνο, γιατί οι συμμαχίες με βλέμμα στο μέλλον δεν χτίζονται με πρώτη ύλη τα δημοψηφισματικά «ναι» ή «όχι» μας, αλλά με τα αυτόνομα «γιατί ναι» ή «γιατί όχι» μας.

Έτσι, όταν περνάει ο κίνδυνος και ο ήλιος ξαναλάμπει στη ζοφερή ετούτη επαρχία, κάνουμε έναν απολογισμό της στασιμότητας. Μιας στασιμότητας που βασίζεται, όμως, στην ψευδαίσθηση της αέναης αλλαγής («όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν»). Ο αφιλόξενος μηδενισμός νίκησε πάλι. Η προηγούμενη εξουσία διατηρήθηκε ακόμα πιο ισχυρή κι ακλόνητη στο θρόνο της, φορώντας στο πέτο της το παράσημο του «εθνοσωτήρα». Το «ησυχία-τάξη και ασφάλεια» αναδεικνύεται σε πρωταρχική αξία για τον «νοικοκυραίο άνθρωπο», ο οποίος αναθέτει στο κράτος-Λεβιάθαν τη βιολογική και κοινωνική του ύπαρξη με αντάλλαγμα μια όπως-όπως ανακωχή στον χομπσιανό «πόλεμο όλων εναντίον όλων». Μετά την τροπική καταιγίδα του «Πρίγκιπα», του «τσίρκου», της «φάλαινας», του κρότου που ήρθε έξωθεν (από τους «ξένους δυνάστες») να ταράξει τη γαλήνια ηχώ της «δικής μας» παρακμής, έρχεται η άνωθεν –από τους «δικούς μας δυνάστες»– επιβολή μιας διαρκούς κατάστασης εξαίρεσης. Η ασφάλεια προσφέρεται αφειδώς ως το καταπραϋντικό χάπι για το πέρασμα στην ανελευθερία. Σε ένα τέτοιο ναρκοθετημένο έδαφος, όμως, η δημοκρατία –στην αντιπροσωπευτική ή την πιο άμεση/συμμετοχική εκδοχή της- υποβιβάζεται σε ουτοπική πολυτέλεια. Έτσι, στο όνομα της «σωτηρίας του πλήθους» επιβάλλονται θεσμοί, συμπεριφορές, νόρμες που διασπούν το πλήθος σε ένα απλό άθροισμα μεμονωμένων φοβισμένων ατόμων, τα οποία κοιμούνται πια με ανοιχτά παράθυρα, έχοντας, όμως, φυλακίσει οριστικά κι αμετάκλητα τον χτύπο της καρδιάς τους.

Η λογοτεχνία, μέσα από τους φανταστικούς κόσμους που πλάθει, γίνεται το πιο αποτελεσματικό μέσο για να δώσουμε μια δυνατή γροθιά στο στομάχι της αδιαφορίας, της αμάθειας και της ύπνωσης, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Πάντοτε, οι οραματικοί συγγραφείς, ακόμα και οι πιο ακραιφνείς μηδενιστές (όπως ο Krasznahorkai), μέσα από τη διάπλαση και την λεπτομερή περιγραφή μιας δυστοπίας, επιχειρούν να κινητοποιήσουν δημιουργικές δυνάμεις που θα αντισταθούν στη σήψη. Η αντίσταση στην «παρακμή», ωστόσο, δεν είναι ένα συντηρητικό, αντιδιαφωτιστικό πρόταγμα (τύπου Σπένγκλερ). Αντίθετα, εκφράζει τη χειραφετητική βούληση να αντιστρέψουμε «από τα κάτω» τη ματαιότητα της ζοφερής «ανθρώπινης κατάστασης».

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι