Μια βραδιά στο Κάραβελ, του Τάσου Κωστόπουλου

«Το κράτος Προνοίας είναι το καθαρτήριο πριν να περάσουμε στο κράτος της κολάσεως, του κομμουνισμού»

Ζαν-Μαρί Λεπέν (χαιρετισμός στην Α' Πανελλήνια Συνδιάσκεψη της ΕΠΕΝ, Σπόρτιγκ 5/12/1984)

Καθώς οι Γάλλοι ετοιμάζονται να προσέλθουν στις κάλπες για να επιλέξουν πρόεδρο ανάμεσα σ’ έναν απελπιστικά νεοφιλελεύθερο εκφραστή της «γερμανικής Ευρώπης» και την επικεφαλής της ρατσιστικής Ακροδεξιάς, η στήλη ταξιδεύει σήμερα 33 χρόνια πίσω - όταν το όνομα Λεπέν έγινε για πρώτη φορά πρωτοσέλιδο στον ελληνικό Τύπο.

Βρισκόμαστε στο 1984. Χρονιά που για προφανείς λόγους είχε αναγορευθεί σε «έτος Οργουελ» αλλά, με την ύστερη γνώση που προσφέρει η χρονική απόσταση, θα μπορούσαμε επίσης άνετα να την αποκαλέσουμε «έτος Λεπέν»: η απρόσμενη επιτυχία του γαλλικού Εθνικού Μετώπου στις ευρωεκλογές της 17/6/1984, όταν απέσπασε το 11% των ψήφων (έναντι 0,2% στις βουλευτικές του 1981), σηματοδότησε ουσιαστικά την έξοδο της ευρωπαïκής Ακροδεξιάς από το μεταπολεμικό περιθώριο και την έναρξη του σταδιακού μετασχηματισμού της σε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη.

Στη χώρα μας, που διήνυε τότε τον τέταρτο χρόνο ΠΑΣΟΚικής «Αλλαγής», το 1984 έκλεισε με την επεισοδιακή πρώτη επίσκεψη του Ζαν-Μαρί Λεπέν στην Αθήνα και την πρωτοφανή (για τα δεδομένα της εποχής) αστυνομική καταστολή των αντιφασιστικών αντιδράσεων.

Ταυτόχρονα, όμως, υπήρξε η χρονιά κατά την οποία συζητήθηκαν για πρώτη φορά δημόσια μια σειρά από εκφάνσεις του εγχώριου ρατσισμού:

Τον Μάιο αποκαλύφθηκε το ρατσιστικό έγκλημα σε βάρος 11 Αφρικανών «λαθρεπιβατών» (και επίδοξων «λαθρομεταναστών») που ο Ελληνας πλοίαρχος και το μισό πλήρωμα ενός ελληνικού πλοίου είχαν «ξεφορτωθεί» στις 28/3/1984, πετώντας τους σε μια θάλασσα γεμάτη καρχαρίες. Ακολούθησε η αποκάλυψη ακόμη δύο πανομοιότυπων εγκλημάτων, επιβεβαιώνοντας την υποψία πως αυτού του είδους οι πρακτικές δεν ήταν καθόλου άγνωστες στην ένδοξη εμπορική ναυτιλία μας.

Στις 18 Σεπτεμβρίου σημειώθηκαν εκτεταμένα ρατσιστικά επεισόδια στο Αιγάλεω σε βάρος Ιρακινών μεταναστών.

Σ’ ένα διαφορετικό επίπεδο, η δαιμονοποίηση από τον Τύπο νεανικών υποομάδων (όπως οι πανκ) και οι αλλεπάλληλες «επιχειρήσεις Αρετή» στα Εξάρχεια (με τις οποίες εγκαινιάστηκε το φθινόπωρο η ενοποίηση Χωροφυλακής και Αστυνομίας Πόλεων στη σημερινή ΕΛ.ΑΣ.) έφεραν στο προσκήνιο τον κοινωνικό ρατσισμό μιας Ελλάδας που θεωρούσε, λ.χ., τα αντρικά σκουλαρίκια δείγμα «ανωμαλίας», ανάρμοστο με τη συλλογική μας αναβάθμιση «τώρα που γίναμε Ευρώπη»...

Στις 29/1/1984 ιδρύθηκε, τέλος, η ΕΠΕΝ, πολιτικό κόμμα με προγραμματικό στόχο την αποφυλάκιση των έγκλειστων πραξικοπηματιών τού 1967. Τον Ιούνιο έβγαλε ευρωβουλευτή, αποσπώντας το 2,3% των ψήφων. Αρχηγός της Νεολαίας ΕΠΕΝ ανέλαβε ο χρυσαυγίτης Νίκος Μιχαλολιάκος, μέχρι την αντικατάστασή του στις αρχές του 1985 από τον Μάκη Βορίδη.

«Ανεπιθύμητος» αλλά...

Πρωτοσέλιδα του διημέρου. Το πέρασμα από την αντιφασιστική μεγαλοστομία στην καταγγελία των «ύποπτων» αντιφασιστών υπήρξε κάπως απότομο...Πρωτοσέλιδα του διημέρου: 3/12/1984 και 5/12/1984. Το πέρασμα από την αντιφασιστική μεγαλοστομία στην καταγγελία των «ύποπτων» αντιφασιστών υπήρξε κάπως απότομο... |

Οταν στις 3 Δεκεμβρίου 1984 ο Λεπέν αποβιβάστηκε στο Ελληνικό για να μετάσχει σε συνέδριο της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς (με το ιταλικό MSI και την εγχώρια ΕΠΕΝ), τα πιο ευαίσθητα τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου θεώρησαν αυτονόητο καθήκον τους να αντιδράσουν.

Το πρώτο δείγμα γραφής είχε άλλωστε δοθεί από την ίδια την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, όταν στις 29 Σεπτεμβρίου κήρυξε τον Λεπέν persona non grata, μετά τη δημοσιοποίηση της πρόθεσής του να επισκεφθεί την Αθήνα για να συναντηθεί «με τον έγκλειστο τ. πρόεδρο της Δημοκρατίας Γεώργιο Παπαδόπουλο και τους συνεργάτας του» («Ελληνικός Κόσμος» 19/8/1984).

Η εθνικά υπερήφανη αυτή απαγόρευση εισόδου δεν έλαβε ωστόσο υπόψη της την κοινοτική νομοθεσία, που εξασφάλιζε στους ευρωβουλευτές πλήρη ελευθερία κινήσεων εντός ΕΟΚ.

Κάνοντας έτσι τη θεσμική υποχρέωση φιλοτιμία, η κυβέρνηση διευκρίνισε στις 13 Νοεμβρίου πως ο Λεπέν θ’ απελαυνόταν μόνο αν «επιχειρήσει να επισκεφθεί τους πραξικοπηματίες στον Κορυδαλλό».

Τελικά, ο πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου απέφυγε να επισκεφθεί τις φυλακές.

Περιόρισε τις εμφανίσεις του στη σύνοδο της ακροδεξιάς ευρωομάδας στο Κάραβελ (3-4/12) και στην «Πανελλαδική Συνδιάσκεψη» της ΕΠΕΝ στο Σπόρτιγκ (5/12), δίνοντας συνεντεύξεις και υποσχόμενος στους ιθαγενείς ομοϊδεάτες του να φέρει το ζήτημα των «πολιτικών κρατουμένων» στο... Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Πάντως, για λόγους άσχετους εν πολλοίς με τη φασιστική σύνοδο, αυτή η τελευταία πραγματοποιήθηκε σε κλίμα μεγάλης έντασης:

Πέντε εκρήξεις βομβών σε διάφορα σημεία της πρωτεύουσας, τα μεσάνυχτα της 22-23/11, αποδόθηκαν σε ακροδεξιούς.

Ακολούθησε έντονη φημολογία για ύποπτες κινήσεις στον στρατό. Τελικά διασκεδάστηκε από την κυβέρνηση με τον ισχυρισμό πως είχε απλώς ενεργοποιηθεί το Σχέδιο Ξενοκράτης για την αντιμετώπιση... θεομηνιών.

Την 1/12/1984 την παράσταση του μνημοσύνου της μάχης του Μακρυγιάννη έκλεψαν οι σβάστικες, οι χιτλερικοί χαιρετισμοί και τα συνθήματα της Νεολαίας ΕΠΕΝ: «Να γίνει η Βουλή πάρκινγκ για τα τανκς», «Εβραίοι-κουμμούνια θα γίνετε σαπούνια».

Σοβαρότερη υπήρξε η ανακάλυψη, το ίδιο απόγευμα, μιας βόμβας στον χώρο συγκέντρωσης της Ν.Δ. κατά της «φασιστικής ΕΡΤ» στην Κατεχάκη. Τόσο η τοποθέτηση όσο κι ο εντοπισμός της αποδόθηκαν αργότερα στον πληροφοριοδότη της ΚΥΠ Ντάνο Κρυστάλλη, που απαλλάχθηκε όμως με βούλευμα από κάθε σχετική κατηγορία.

Δύο ώρες πριν από την άφιξη του Λεπέν, ένας 53χρονος πυροτεχνουργός βρήκε τον θάνατο προσπαθώντας ν’ αποσυνδέσει βόμβα τοποθετημένη στο Ι.Χ. ενός Ιρακινού διπλωμάτη. Την ευθύνη ανέλαβε τηλεφωνικά στο Παρίσι κάποια «Ισλαμική Δράση».

Η «νύχτα της αναρχίας»

Πρωτοσέλιδα του διημέρου: 5/12/1984Πρωτοσέλιδα του διημέρου: 5/12/1984 |

Η μαχητική υποδοχή του Γάλλου ευρωβουλευτή οργανώθηκε από δύο παράλληλες συλλογικότητες: την «Επιτροπή Πρωτοβουλίας ενάντια στην επίσκεψη Λεπέν», που συγκρότησαν αριστερές εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις (Ρήξη, Κ.Ο. Μαχητής, Ομάδα Συντρόφων της Ακρας Αριστεράς), και ομάδες αναρχικών, με προεξάρχουσες την κολεκτίβα «Αρένα» και τον κύκλο του περιοδικού «Σπάστης».

Οπως πληροφορούμαστε από αναλυτικά δημοσιεύματα των επόμενων εβδομάδων στα έντυπα του χώρου, στις σχετικές ζυμώσεις πήραν μέρος κι άλλες συλλογικότητες που επέλεξαν όμως στην πορεία διαφορετική στάση.

Τελική απόφαση της Επιτροπής ήταν η πραγματοποίηση δυναμικού αντιφασιστικού συλλαλητηρίου, από τα Προπύλαια μέχρι το Κάραβελ, το απόγευμα της Τρίτης 4 Δεκεμβρίου.

Τα πρώτα μικροεπεισόδια σημειώθηκαν στις 3/12, όταν περίπου 200 αναρχικοί επέδραμαν στα γραφεία της ΕΠΕΝ στην Ακαδημίας και του ΕΝΕΚ στην Ιπποκράτους αλλά διαλύθηκαν ταχύτατα από την αστυνομία.

Το ίδιο βράδυ τρεις αφισοκολλητές της Επιτροπής Πρωτοβουλίας πιάστηκαν από ασφαλίτες στη Σταδίου, για ν’ αφεθούν τελικά ελεύθεροι ύστερα από μαζική κινητοποίηση συντρόφων τους.

Τα μπλοκ της Επιτροπής Πρωτοβουλίας (με τον τηλεβόα, ο αείμνηστος Αγησίλαος Χριστοδουλόπουλος της Κ.Ο. Μαχητής) και των αναρχικών καθ’ οδόν προς το Κάραβελ.Τα μπλοκ της Επιτροπής Πρωτοβουλίας (με τον τηλεβόα, ο αείμνηστος Αγησίλαος Χριστοδουλόπουλος της Κ.Ο. Μαχητής) και των αναρχικών καθ’ οδόν προς το Κάραβελ. | Τ.ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Το συλλαλητήριο της επομένης απαρτίστηκε από δύο διακριτά μπλοκ.

Το πρώτο αποτελούνταν από περίπου 700 μέλη της Επιτροπής Πρωτοβουλίας και άλλων αριστερών οργανώσεων, πολλά από τα οποία κράδαιναν ξύλα για αυτοάμυνα σε περίπτωση φασιστικής επίθεσης.

Το δεύτερο, των αναρχικών ομάδων, ήταν κάπως μεγαλύτερο, πολύ καλύτερα οπλισμένο κι ακολουθούσε σε μικρή απόσταση.

Οταν ένα κορδόνι αστυνομικών προσπάθησε να σταματήσει την πορεία σε απόσταση περίπου 100 μέτρων από το Κάραβελ, οι διαδηλωτές το διαπέρασαν εν ριπή οφθαλμού με την ιαχή «Δεν περνάει ο φασισμός!» κι ακολούθησε γενικευμένη σύγκρουση.

Η πρόσοψη του ξενοδοχείου χτυπήθηκε με πέτρες και μολότοφ, η περιφρούρηση της ΕΠΕΝ τράπηκε σε φυγή.

Ωσπου επενέβησαν τα ΜΑΤ – για πρώτη φορά μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981.

Οι διαδηλωτές διασκορπίστηκαν, ανασυντάχθηκαν στη Β. Σοφίας κι επέστρεψαν συγκροτημένα στα Προπύλαια.

Καταδιωκόμενο από αστυνομικούς των ΜΕΑ με πολιτικά, το πλήθος κατέφυγε για αυτοπροστασία στη Νομική.

Υψωσε οδοφράγματα με υλικά οικοδομών κι ένα τουμπαρισμένο Ι.Χ., απέκρουσε με πετροπόλεμο (και ρίψεις εγκαταλειμμένων... καλοριφέρ) δύο επιθέσεις των ΜΑΤ και, όταν η ΕΛ.ΑΣ. αποσύρθηκε από τα πέριξ, διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη.

Το οδόφραγμα της Νομικής λίγο πριν από την επίθεση των ΜΑΤ.Το οδόφραγμα της Νομικής λίγο πριν από την επίθεση των ΜΑΤ. | Τ.ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Την αποψίλωση επιτάχυνε η ανυπαρξία οργανωτικού πυρήνα και η απογοήτευση πολλών καταληψιών από το πλιάτσικο στο οποίο επιδόθηκαν κάποιοι σύντροφοί τους, σε βάρος του κυλικείου και των υλικοτεχνικών υποδομών της σχολής (γραφομηχανές κ.λπ.).

Παρά τις προσπάθειες κάποιων αναρχικών, όπως ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος ή «Κάιν», να σταματήσουν τη λεηλασία, η βραχύβια αυτή de facto κατάληψη -η πρώτη του είδους- έληξε έτσι άδοξα.

Η επεισοδιακή μέρα έκλεισε με «αντεκδικήσεις» των ΕΠΕΝιτών: αστραπιαία επιδρομή σε μαγαζιά των Εξαρχείων, ανθρωποκυνηγητό στα «Goody’s» της Σόλωνος και ξυλοδαρμούς περαστικών, στην Ακαδημίας, βάσει ενδυματολογικών κριτηρίων.

Η καταστολή

Η αντιμετώπιση των γεγονότων από τον Τύπο της επομένης υπήρξε ομόθυμα καταδικαστική (με μοναδική κάπως ψύχραιμη εξαίρεση την «Ελευθεροτυπία»).

Το φιλοκυβερνητικό «Εθνος», λ.χ., που πριν από μερικούς μήνες καμάρωνε πρωτοσέλιδα για την «Κλειστή πόρτα στο φασίστα» (30/9/1984), τώρα πληροφορούσε τους αναγνώστες του ότι «ύποπτη αναρχική έκρηξη σάρωσε χθες, για έξι ώρες, την Αθήνα. Χίλιοι αριστεριστές, αναρχικοί και άλλοι περιθωριακοί, με πρόσχημα τη δήθεν επίθεσή τους εναντίον του αρχιφασίστα Λεπέν, θύμισαν με τους βανδαλισμούς τους την εποχή του 1965, όταν έπεσε η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου και ανέβαιναν στην εξουσία οι αποστάτες».

Οι περισσότερες εφημερίδες αναπαρήγαγαν ως είδηση την ανυπόστατη φήμη (που ακόμη και η ΕΛ.ΑΣ. αρνήθηκε να επιβεβαιώσει), πως επικεφαλής των διαδηλωτών βρισκόταν ο Γερμανός «τρομοκράτης» Ρολφ Πόλε –νομιμότατα εγκαταστημένος στην Αθήνα από το 1982.

Ακόμη και η συνήθως προσεκτική «Αυγή» ξεσάλωσε παρουσιάζοντας τις συμπλοκές σαν αποτέλεσμα ενδοφασιστικού «εμφυλίου», ενώ η μετριοπαθής «Μεσημβρινή» του Χρήστου Πασαλάρη κάλεσε ανοιχτά «τον Ελληνα πολίτη» «να αυτοπροστατευθεί, να αυτοαμυνθεί και ν’ απαντήσει, έστω με καρεκλοπόδαρα» στους «διακόσιους ασύδοτους αλήτες που απέδειξαν ότι δεν έχουμε Κράτος, δεν έχουμε Αστυνομία».

Εξίσου καταδικαστικές υπήρξαν οι ανακοινώσεις της ΕΦΕΕ και της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου.

Παρά την προσπάθεια αποσύνδεσης των επεισοδίων από την «καταδικαστέα» επίσκεψη Λεπέν, ήταν άλλωστε προφανές πως ο αντιφασισμός των επίσημων φορέων είχε πάθει αφλογιστία: το συλλαλητήριο που συγκάλεσαν ΕΦΕΕ και Σύλλογος Φυλακισθέντων-Εξορισθέντων Αντιστασιακών στην πλατεία Συντάγματος το πρωί της 6ης Δεκεμβρίου, μετά το τέλος των φασιστικών συνάξεων, συγκέντρωσε μόλις 300 άτομα – τα οποία, επιπλέον, έσπευσαν να εξαφανιστούν μόλις πληροφορήθηκαν την επικείμενη έλευση άλλων τόσων φοιτητών με πανό των Αριστερών Συσπειρώσεων...

Ακολούθησε αμείλικτη καταστολή. Τέσσερις από τους έξι συλληφθέντες στο Κάραβελ παραπέμφθηκαν με την κακουργηματική κατηγορία της «προσβολής του πολιτεύματος», ενώ απαγορεύτηκαν οι δημόσιες συναθροίσεις στο λεκανοπέδιο, μ’ εξαίρεση τη συνδιάσκεψη της ΕΠΕΝ στο Σπόρτιγκ.

Ισχυρές δυνάμεις των ΜΑΤ κατέλαβαν το απόγευμα της 5/12 τα Εξάρχεια, πολιορκώντας τα γραφεία του περιοδικού «Ρήξη» και των Εργατικών Συσπειρώσεων, όπου είχαν καταφύγει δεκάδες υποψήφιοι ή δυνητικοί διαδηλωτές· επίδειξη δύναμης που κατέληξε στη μεν πρώτη περίπτωση σε ομαδική παράδοση των εγκλείστων, ενώ στη δεύτερη σε ειρηνική μεταμεσονύκτια εκκένωση του κτιρίου ύστερα από μεσολάβηση του γραμματέα του ΔΣΑ, Φώτη Κουβέλη.

Ο τελικός απολογισμός της ημέρας ήταν 170 προσαγωγές και 126 συλλήψεις, ανάμεσά τους και του εκδότη της «Ρήξης» Γιώργου Καραμπελιά, όταν προσπάθησε να διαπραγματευθεί την ειρηνική εκκένωση των γραφείων.

Πρωτοσέλιδα του διημέρου: 6/12/1984Πρωτοσέλιδα του διημέρου: 6/12/1984 |

Τον τόνο της εκκαθάρισης έδωσαν η ανακοίνωση του διοικητή των ΜΕΑ, Μιχάλη Γεωργακάκη, προς τους συγκεντρωμένους («Ετσι κι αλλιώς, είστε όλοι κρατούμενοι») και, κυρίως, οι πανηγυρισμοί του Τύπου της επομένης:

➥ «Σαρώθηκαν οι αναρχικοί» («Το Βήμα»),

➥ «Εφοδος στη “φωλιά”» («Μεσημβρινή»),

➥ «Πιάστηκε ο αρχηγός και άλλοι 170» («Εθνος»).

Με τίτλο «Θα απαντήσει η κοινωνία, όχι μόνη η Δικαιοσύνη», πρωτοσέλιδο κύριο άρθρο του «Βήματος» (9/12) πανηγύρισε για «την κεραυνοβόλο επέμβαση του Κράτους» και τη δίωξη των αντιφασιστών «με τις βαρύτερες κατηγορίες που διατυπώθηκαν στα μεταπολιτευτικά χρόνια», προεξοφλώντας βαριές καταδίκες και διακηρύσσοντας πως έφτασε επιτέλους η ώρα να ξεκαθαριστούν «τα επιτρεπόμενα όρια» όσον αφορά «το δικαίωμα του πολίτη να εκφράζει τις διαφωνίες ή τις πεποιθήσεις του»...

Αλληλεγγύη και αναδίπλωση

Πρωτοσέλιδα του διημέρου: 6/12/1984

Οπως αποδείχθηκε, ήταν ακόμη πολύ νωρίς για παρόμοιους επικήδειους της μεταπολιτευτικής δημοκρατικής παρακαταθήκης.

Μπορεί «η κεραυνοβόλος επέμβαση του Κράτους» να μην ταρακούνησε τους πάντες, προκάλεσε όμως αρκετά μαζικές αντιδράσεις ώστε η κυβέρνηση να εξαναγκαστεί σε υποχώρηση: διαδηλώσεις διαμαρτυρίας σε επαρχιακές πόλεις, διήμερη κατάληψη της Βιομηχανικής Σχολής της Θεσσαλονίκης (νυν ΠΑΜΑΚ), κυρίως όμως μια μεγάλη πορεία 10.000 ατόμων στο κέντρο της Αθήνας, μία βδομάδα ακριβώς μετά το Κάραβελ (11/12).

Κινητοποίηση πρωτοφανής για τα τότε μεγέθη της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, που κατέδειξε την ύπαρξη ενός ευρύτερου ακροατηρίου το οποίο, δίχως να ταυτίζεται με τους στόχους και τις πρακτικές του δυναμικού πυρήνα, λειτουργούσε αποτρεπτικά για την ολική επαναφορά σε όσα ευαγγελίζονταν οι θιασώτες του «σαρώματος».

Προς την ίδια κατεύθυνση λειτούργησαν οι υπογραφές συμπαράστασης καλλιτεχνών και διανοουμένων ή οι ανακοινώσεις πολιτικών περιοδικών της Αριστεράς.

Με τις αναπόφευκτες, φυσικά, διαφοροποιήσεις: ενώ το κοινό κείμενο 12 εντύπων («Αντί», «Πολίτης», «Τετράδια», «Αντιθέσεις», «Μηνιαία Επιθεώρηση», «Φυλλάδιο» κ.ά.) φρόντισε να διαφοροποιηθεί από «την πολιτική ορισμένων ομάδων και οργανώσεων» (διάβαζε: της Επιτροπής Πρωτοβουλίας) «που αποπροσανατολίζει το κίνημα με μια αδιέξοδη στάση», το περιοδικό «Σχολιαστής» στη δική του ανακοίνωση θύμισε πως «όταν η Αριστερά θεωρεί χρέος της να καταγγείλει και να απομονώσει τον μόνο πολιτικό χώρο που κινητοποιήθηκε ενάντια στην πρόκληση του νεοφασισμού και στις αυθαίρετες αστυνομικές διώξεις, δεν υπονομεύει απλά την ύπαρξή της. Μετατρέπεται στο αντίθετό της: γίνεται Δεξιά».

Η πρώτη διαδήλωση μετά τις ομαδικές συλλήψεις (6/12/1984)Η πρώτη διαδήλωση μετά τις ομαδικές συλλήψεις (6/12/1984) | Τ.ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Αποτέλεσμα των αντιδράσεων υπήρξε η αναδίπλωση κυβέρνησης και Δικαιοσύνης.

Οι συλληφθέντες αφέθηκαν προσωρινά ελεύθεροι και, όπως διαπιστώνουμε από τα ρεπορτάζ των δικών που ακολούθησαν, είτε αθωώθηκαν πανηγυρικά (οι περισσότεροι) είτε καταδικάστηκαν σε ολιγόμηνες ποινές για ελάσσονα πλημμελήματα.

Για την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά και τον αντιεξουσιαστικό χώρο, αλλά και για τον ευρύτερο περίγυρο των χιλιάδων ανθρώπων που κατέβηκαν στους δρόμους εκείνες τις μέρες, το «Κάραβελ» υπήρξε η απαρχή μιας διετίας δυναμικών αντιστάσεων στην κρατική καταστολή· αντιστάσεων που συχνά σχοινοβατούσαν μεταξύ πολιτικής παρέμβασης και μιλιταριστικού θεάματος.

Το τέλος της διαδρομής ήρθε τον Μάιο του 1986, όταν ο κομμουνιστοφάγος στρατηγός Δροσογιάννης ανέλαβε (ως υπουργός Δημόσιας Τάξης μιας «σοσιαλιστικής» κυβέρνησης που επέβαλε αντεργατικά μέτρα κατ’ επιταγή των Ευρωπαίων δανειστών) να «ειρηνεύσει» πάση θυσία το αθηναϊκό κέντρο.

Η μεταχρονολογημένη ήττα των διαδηλωτών του 1984 θα πυροδοτήσει φυγόκεντρες τάσεις μεταξύ των μέχρι πρότινος συμμαχητών: η «Ρήξη» θα στραφεί στον εθνικισμό, οι αντιεξουσιαστικές ομάδες θα τροφοδοτήσουν (και θα τροφοδοτηθούν από) τις καταλήψεις στέγης, οι δε υπόλοιποι θα συγκροτήσουν την Κίνηση (μετέπειτα: Δίκτυο) για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα.

Ολα αυτά είναι, όμως, μια πολύ διαφορετική ιστορία.

Ρήξη με τον ελληνικό ρατσισμό

«Ρήξη»

Οσοι έχουν υπόψη τους τη μετεξέλιξη της «Ρήξης» σε καθαρά εθνικιστική ομάδα, ο λόγος της οποίας συχνά αναπαράγει ή εξωραΐζει δημοφιλή στερεότυπα της Ακροδεξιάς, δύσκολα μπορούν να φανταστούν ότι το 1984 η ίδια οργάνωση πρωταγωνίστησε στην «υποδοχή» του Λεπέν μ’ ένα ακραιφνώς αντιρατσιστικό (κι εξαιρετικά πρωτοποριακό για την εποχή) σκεπτικό.

Η αρθρογραφία τού τότε περιοδικού της δεν αφήνει ωστόσο κανένα περιθώριο για παρανοήσεις. Απαντώντας λ.χ. στις αιτιάσεις πως «η Ακροαριστερά με το να κινητοποιηθεί έδωσε αξία σε ένα περιθωριακό φαινόμενο», το πρώτο τεύχος μετά τα γεγονότα όχι μόνο ξεκαθαρίζει πως «ένα φαινόμενο τέτοιας έκτασης, όπως η άνοδος των νεοφασιστικών-ρατσιστικών ιδεών, δεν πρέπει να αποκρύβεται», αλλά θυμίζει και τις εγχώριες διαστάσεις του προβλήματος:

«Είναι γνωστό πως ο ρατσισμός ενάντια στους ξένους εργάτες δεν είναι μόνο γαλλικό φαινόμενο.

Ελληνες ήταν αυτοί που πέταξαν τους “λαθρεπιβάτες” στους καρχαρίες.

Ελληνες είναι αυτοί που επιτέθηκαν στους Ιρακινούς εργάτες στο Αιγάλεω.

Ελληνικός είναι ο στρατός που καταστρατηγεί τα δικαιώματα των μουσουλμάνων μέσα στον στρατό!

Ελληνικό είναι το κράτος που διατηρεί δεκάδες χιλιάδες ξένους εργάτες στην Ελλάδα χωρίς χαρτιά, χωρίς κανένα δικαίωμα» («Ρήξη», τχ.17, Φλεβ. 1985, σ.41).

Ακόμη σαφέστερο είναι το κεντρικό σχόλιο, με τίτλο «Μετανάστες και δεύτερη κοινωνία», που είχε δημοσιευθεί στο αμέσως προηγούμενο τεύχος (φθινόπωρο 1984, σ.3):

«Το ρατσιστικό επεισόδιο στο Αιγάλεω, όπου οι “Ελληνες” επιτέθηκαν στους Ιρακινούς εργαζομένους», διαβάζουμε, «είναι μια ένδειξη για το τι συμβαίνει απέναντι στις μειονότητες και τους μετανάστες εργάτες σ’ όλη την Ελλάδα. Ολοι σιγά σιγά αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι δίπλα στην κοινωνία μας αναπτύσσεται μια “δεύτερη” κοινωνία από μετανάστες, γύφτους, τσιγγάνους, Πομάκους, Τούρκους, που όλοι μαζί ξεπερνάνε τις 400.000 και αποτελούν ήδη το πρώτο θύμα των “επιχειρηματιών”, μικρών και μεγάλων, στην Ελλάδα.

»Αν σ’ αυτούς προσθέσουμε τους νέους και τους τουρίστες που δουλεύουν στις αγροτικές περιοχές με εξευτελιστικά μεροκάματα, όπως και τις γυναίκες που δουλεύουν φασόν στο σπίτι, αποκτάμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα αυτής της “δεύτερης” κοινωνίας, που βέβαια είναι κομμάτι της ίδιας κοινωνίας, το πιο εκμεταλλευόμενο και καταπιεζόμενο. Και πρώτα απ’ όλα οι ξένοι εργάτες. Αυτοί δεν έχουν κανένα δικαίωμα, κανένα “χαρτί”, καμία τύχη. [...]

»Και βέβαια αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα το μίσος και την περιφρόνηση της πλειοψηφίας των Ελλήνων. [...] Το ελληνικό προλεταριάτο γίνεται ανεπαίσθητα πολυεθνικό, χωρίς να το παίρνει χαμπάρι κανένας. [...] Τι λέτε, λοιπόν, δεν είναι καιρός οι υπερασπιστές του προλεταριάτου να αρχίσουν να ενδιαφέρονται τουλάχιστον για το τι συμβαίνει με τους ξένους εργάτες και τις μειονότητες;».

«Εμφύλιος» της Ακροδεξιάς, εμφύλιος της «ανανέωσης»

Αυγή

Μια απροσδόκητη παρενέργεια της πρώτης επίσκεψης Λεπέν πήρε τη μορφή εσωτερικής κρίσης στους κόλπους της ανανεωτικής Αριστεράς.

Αν η πρακτορολογία του «Ριζοσπάστη» ήταν αναμενόμενη, η κάλυψη των γεγονότων από το επίσημο όργανο του ΚΚΕ εσωτερικού αποτέλεσε οδυνηρή έκπληξη για ουκ ολίγα μέλη και οπαδούς του κόμματος.

Την επομένη της σύγκρουσης στο Κάραβελ, το πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ της «Αυγής» απέδωσε τα επεισόδια σε «ομάδες αναρχικών και αριστεριστών μέσα στις οποίες ήταν ανακατεμένοι και προβοκάτορες του ΕΝΕΚ».

Το ίδιο σενάριο περί ενδοφασιστικού εμφυλίου, με τρομολάγνες μάλιστα διατυπώσεις που θύμιζαν εφημερίδα της Δεξιάς, αναπαράχθηκε και στο «Αντί» (7/12) διά χειρός «Αντήνορος» – του πολιτικού, δηλαδή, αρχισυντάκτη της «Αυγής» Σοφιανού Χρυσοστομίδη:

«Τη νύχτα της περασμένης Τρίτης αναρχικοί, κουκουλοφόροι, φασίστες της ΕΝΕΚ (που μισούν θανάσιμα τους φασίστες της ΕΠΕΝ), πανκ και λογής άλλοι προβοκάτορες είχαν μετατρέψει τα Εξάρχεια, τη Νομική Σχολή και την περιοχή γύρω από το Κάραβελ σε πεδίο πρακτικής εφαρμογής του φασισμού, καταστρέφοντας και πυρπολώντας το καθετί!».

Οπως ο γράφων πληροφορήθηκε αργότερα, πηγή του ευφάνταστου αυτού ρεπορτάζ υπήρξε η τυχαία συνάντηση περαστικού συντάκτη της εφημερίδας με παλιό συμμαθητή του που μετείχε στη διαδήλωση και ο οποίος στα γυμνασιακά του χρόνια είχε περάσει ένα φεγγάρι από το ΕΝΕΚ.

Με δεδομένη τη ρευστότητα των εφηβικών πολιτικών εντάξεων, η πραγματική σημασία αυτής της «ανακάλυψης» ήταν φυσικά μηδαμινή.

Ταίριαζε όμως γάντι με τα στερεότυπα των διευθυντικών στελεχών, που έσπευσαν να στήσουν το συνωμοτικό σενάριο της αρεσκείας τους.

Η ταύτιση με τον νόμο και την τάξη ολοκληρώθηκε στις 6 Δεκεμβρίου, όταν η «Αυγή» διακήρυξε πρωτοσέλιδα πως «Η Αθήνα υπερασπίζεται την ομαλότητα», καταχωνιάζοντας σε δεύτερο πλάνο τις 170 συλλήψεις της προηγουμένης.

Η στάση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη βάση του κόμματος και κυρίως στη νεολαία του (ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος), που επέδειξε τα εντελώς αντίθετα ανακλαστικά· ορισμένα σχήματα της οικείας φοιτητικής παράταξης (Δημοκρατικός Αγώνας) είχαν πάρει μάλιστα οργανωμένα μέρος και στην ίδια την επίμαχη πορεία και σύγκρουση στο Κάραβελ.

Ακόμη μαζικότερη υπήρξε η συμμετοχή της παράταξης στο αντικατασταλτικό συλλαλητήριο της 11ης Δεκεμβρίου, παρ' όλο που με κομματική παρέμβαση αποτράπηκε η επίσημη γνωστοποίησή της.

Η εσωκομματική διαπάλη αποτυπώθηκε και στις αντίστοιχες ανακοινώσεις («Αυγή» 11/12).

Ενώ η Κ.Ε. του ΚΚΕσ. περιορίστηκε σε κόσμια διαφωνία με τις μαζικές συλλήψεις που «τροφοδοτούν και από τη δική τους πλευρά τη βία και το αποσταθεροποιητικό κλίμα», ο Δημοκρατικός Αγώνας καταδίκασε απερίφραστα «την κρατική τρομοκρατία που εκδηλώθηκε την περασμένη βδομάδα», εκτιμώντας ότι «βρίσκεται σε συνάρτηση με την προηγούμενη κυβερνητική πολιτική» και τον «αντινεολαιίστικο ρατσισμό της».

Πάντα επίκαιρος σχολιασμός των γεγονότων από τον Γιάννη Ιωάννου (περιοδικό «Σχολιαστής», Ιανουάριος 1985)

Η συζήτηση στην Κ.Ε.

Σε διαφορετικούς τόνους, η αντίθεση αυτή εκφράστηκε και στη συνεδρίαση της Κ.Ε. του κόμματος, λίγες μέρες μετά τα γεγονότα (8/12).

Παρά τον υπερβολικά συνοπτικό τους χαρακτήρα, τα χειρόγραφα πρακτικά της που φυλάσσονται στα ΑΣΚΙ (Αρχείο ΚΚΕσ., φ.56.3) και παρουσιάζονται για πρώτη φορά εδώ, διασώζουν κάτι από την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία.

Δέκα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, το τραύμα του 1967 παρέμενε ζωντανό στα μυαλά αρκετών στελεχών.

«Οι βόμβες σε συνδυασμό με Λεπέν και τα γεγονότα δημιούργησαν μια ανησυχία που δεν πρέπει να αγνοήσουμε», υποστήριξε λ.χ. ο Μπάμπης Δρακόπουλος, γραμματέας του κόμματος μέχρι πρότινος· ο πρωθυπουργός, πίστευε, «κάνει το ίδιο λάθος με τον πατέρα του όταν είχε το 60% [και] δεν έκανε τίποτε» για να προλάβει την εκτροπή.

«Χρειάζεται να προσέχουμε για να μη βρεθούμε κάποτε μωρές παρθένες. Πρέπει να πάρουμε θέση: μέτωπο σταθερό προς φασιστοειδή, αριστεριστές, κυβέρνηση».

Κάποιοι άλλοι τάχθηκαν ανοιχτά με την κυβέρνηση, όπως ο παλαίμαχος (από την εποχή της Τασκένδης) Λεωνίδας Τζεφρώνης:

«Χωρίς να θέλω να κάνω κινδυνολογία, δικαιολογώ την ανησυχία του κόσμου που είναι διάχυτη.

Δεν είναι απίθανη η επαναφορά στην κυβέρνηση της Δεξιάς. [...] Κι εμείς μιλάμε σαν να μην τρέχει τίποτα. [...]

Δεν πρέπει να χάνουμε τον στόχο της δραστηριότητας των ακροδεξιών και των ακροαριστερών που πιθανόν να έχουν παρεισφρήσει για συνθήκες αποσταθεροποίησης.

Να μη δίνουμε πολιτική κάλυψη σ’ αυτές τις ομάδες που δεν πρόκειται ούτε καν για αριστεριστές».

Πιο πραγματιστής, ο Αλέκος Φλαμπουράρης περιορίστηκε στην αμφίσημη διαπίστωση πως «η στάση των ανανεωτικών δυνάμεων, ιδιαίτερα στα ζητήματα της φασιστικής επίθεσης, έδωσε τη δυνατότητα στις περιθωριακές δυνάμεις να βγουν μπροστά».

Η νεότερη γενιά της Κ.Ε. επικεντρώθηκε, αντίθετα, στη διαπλοκή τρομολαγνείας και καταστολής.

«Δόθηκε μια συναίνεση στις ενέργειες της Αστυνομίας μέσα από τον Τύπο, τα κόμματα κ.λπ. που ανοίγει δρόμους επικίνδυνους», επισήμανε χαρακτηριστικά ο Νίκος Βούτσης, γραμματέας τότε του Ρήγα, ζητώντας «να υπάρξει μια σαφής ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής γι’ αυτό το θέμα».

«Εμείς πρέπει να μιλάμε για μια Αριστερά που δεν μπορεί να αποδέχεται αυτή την κατάσταση, π.χ. τον τύπο που έσταζε αίμα», τόνισε πάλι ο Κώστας Γαβρόγλου, που κατά τα άλλα θεωρούσε πως «η κυβέρνηση κακώς απαγόρευσε στην αρχή την είσοδο του Λεπέν και έδωσε διάσταση» στο όλο θέμα.

Η πανεπιστημιακός Αννυ Βρυχέα καυτηρίασε, τέλος, τη στάση της «Αυγής», η αρθρογραφία της οποίας για πολλοστή φορά αποδείχθηκε «αντίθετη προς τις οργανώσεις [του κόμματος] στους αντίστοιχους χώρους».

Δεν ήταν παρά η πρώτη πράξη μιας αντιπαράθεσης που θα κλιμακωνόταν έναν χρόνο αργότερα, μετά τον φόνο του Μιχάλη Καλτεζά.

Με αυτά θ’ ασχοληθούμε, όμως, σε κάποιο άλλο αφιέρωμα.

✱ Προκηρύξεις των ημερών, από το αρχείο του Τάσου Κωστόπουλου

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι