Η οικονομική και πολιτική αβεβαιότητα είναι η μνημονιακή κανονικότητα

Kείμενο του Πανελλαδικού Συντονιστικού της Δικτύωσης για τη Ριζοσπαστική Αριστερά (Mάιος 2017).

Με την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου, η κυβέρνηση επεδίωκε να εξασφαλίσει ένα πλαίσιο ανοχής από πλευράς των δανειστών – και  συνεπώς, πολύτιμο χρόνο για τη δική της ανασύνταξη. Έπειτα, λοιπόν, από μακρά περίοδο φθοράς και διαψεύσεων της υπόσχεσης για «φιλολαϊκή» διαχείριση του μνημονίου, η επιδιωκόμενη ρύθμιση του χρέους και η ένταξη στο QE, έστω με την προνομοθέτηση αιματηρών θυσιών για μετά το 2018, εξελίχθηκαν στο ύστατο στοίχημα των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Οι τελευταίες εξελίξεις στο Eurogroup ήρθαν, ωστόσο, να υπογραμμίσουν το προφανές: ότι στα χρόνια της κρίσης (και συνεπώς της έξαρσης των ενδοσυστημικών ανταγωνισμών…), κάθε πολιτικός συσχετισμός σε εθνικό και διεθνές επίπεδο υπόκειται στους περιορισμούς της μόνης κανονικότητας της περιόδου: της διαρκούς «έκτακτης ανάγκης» που κατοχυρώνει, ως σταθερά στη συγκυρία της κρίσης, η άνευ ορίων έξαρση των διεθνών αστικών ανταγωνισμών.

Για πολλοστή φορά, λοιπόν, οι διαβεβαιώσεις ότι η ρύθμιση του χρέους και η «έξοδος από το τούνελ» θα ήταν απλώς θέμα χρόνου, φαίνεται να βρίσκουν το αναμενόμενο όριο στη δυνατότητα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού να εγκαινιάσει έναν νέο κύκλο συσσώρευσης – δυνατότητα ακόμα ισχνότερη για τον ελληνικό καπιταλισμό, έπειτα από μια οχταετία μνημονιακής διαχείρισης της κρίσης.

Ειδικά για το ελληνικό πρόβλημα, τα όρια αυτά μπορούσαν να προβλεφθούν ήδη από τις μέρες της μνημονιακής συνθηκολόγησης του ΣΥΡΙΖΑ, το καλοκαίρι του 2015. Ήδη από τότε, δηλαδή, ήταν εμφανές μέχρι ποιο σημείο μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τους σκοπούς μιας εναλλακτικής στρατηγικής οι διενέξεις στο εσωτερικό των «θεσμών» και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρά λοιπόν τις τότε διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου, η αποδοχή της μνημονιακής βιοπολιτικής επιτήρησης ως πλαίσιο για την έξοδο από την κρίση ήταν αναγκαία, όχι όμως και ικανή εγγύηση για επιστροφή στην «κανονικότητα» της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Κι αυτό γιατί, όπως στα χρόνια των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, σήμαινε και πάλι τον εγκλωβισμό της ελληνικής κοινωνίας στον φαύλο κύκλο λιτότητας-ύφεσης: στον κύκλο αυτό, η παρούσα κυβέρνηση θα αποδεικνύονταν αργά ή γρήγορα αναλώσιμη, όπως συνέβη νωρίτερα με τους προκατόχους της. Στον κύκλο αυτό, λοιπόν, καμιά λύση δεν θα μπορούσε να είναι οριστική – ούτε, πολύ περισσότερο, συμβατή με στοιχειώδεις αρχές δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Μετά την κοινοβουλευτική διαδικασία-παρωδία για την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου, ιδίως όμως εν μέσω σεναρίων για οικουμενική κυβέρνηση, που σήμερα πληθαίνουν, η υπόμνηση αυτή δεν γίνεται για λόγους αναδρομικής δικαίωσης. Ακόμα κι ένας ουδέτερος παρατηρητής θα μπορούσε να διαπιστώσει πως, εδώ και μια διετία, οι συντεταγμένες της περίφημης «διαπραγμάτευσης» είναι απαράλλαχτες:

* Η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να κερδίσει πολιτικό χρόνο, ενώ τα σχετικά περιθώρια πολιτικού κέρδους εξαρτώνται πάντα από την ισχύ και τον γενικό συσχετισμό. Η ίδια, λοιπόν, αποδέχεται εξωφρενικές απαιτήσεις των «θεσμών», εξαρτώντας από αυτές την παραμονή της στην εξουσία. Υποχωρεί ασυγχώρητα από την ίδια την κοινή λογική, πασχίζοντας για την αναγνώριση του χρέους ως βιώσιμου, θυσιάζει κοινωνικές συμμαχίες που οικοδομήθηκαν με κόπο στο διάστημα 2008-2015 και διολισθαίνει διαρκώς προς τα δεξιά. Με τον τρόπο αυτό, απαλλάσσει προκαταβολικά τη ΝΔ από τη «βρώμικη δουλειά»: αυτήν της μείωσης του αφορολόγητου και της συνταξιοδοτικής δαπάνης, των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και της διευκόλυνσης των ομαδικών απολύσεων, της περιστολής συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και των αθρόων ιδιωτικοποιήσεων – των αέναων, εξαντλητικών, και πιθανότατα άπιαστων πλεονασμάτων. Πρόκειται για πρόσδεση σε ένα πρόγραμμα καταστροφής, το εύρος της οποίας είναι πλήρως δυσανάλογο σε σχέση με την μεταρρύθμιση λ.χ. στην πρωτοβάθμια υγεία ή την επιδοματική πολιτική για τον κόσμο της ακραίας ένδειας.

* Η γερμανική κυβέρνηση (και σίγουρα όχι μόνο «ο Σόιμπλε»!) αποφεύγει, όπως οι «δορυφόροι» της Γερμανίας, κάθε δέσμευση για «ελάφρυνση» του ελληνικού χρέους, εμμένοντας στην ορθοδοξία των υψηλών πλεονασμάτων (για λόγους παραδειγματισμού και άλλων δημοσιονομικά «απείθαρχων» ευρωπαϊκών χωρών…). Αξιοποιώντας την πολιτική αυτή στο εσωτερικό για εκλογικά οφέλη, στην κλίμακα της Ευρώπης η Γερμανία επιδιώκει μια Ένωση των πιο «δυναμικών» μελών. Σε ό,τι αφορά δε ειδικά την ελληνική περίπτωση, πασχίζει για την παραμονή του ΔΝΤ στο ελληνικό Μνημόνιο, μέχρι τουλάχιστον τη μετατροπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας σε «ευρωπαϊκό ΔΝΤ».

* Το ΔΝΤ, με τη σειρά του, ζητά εξωφρενικές εγγυήσεις για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, τις ανάγκες χρηματοδότησης του οποίου υπολογίζει σε 15% του ΑΕΠ για το 2024 και 62% του ΑΕΠ ως το 2060 (!). Η αποδοχή της πρότασης να μείνει το Ταμείο στο ελληνικό πρόγραμμα χωρίς επιπλέον χρηματοδότηση και ελάφρυνση του χρέους, δείχνει ότι, όπως και τις προηγούμενες φορές, το χάσμα Γερμανίας-ΔΝΤ είναι δυνατό να γεφυρωθεί. Να γεφυρωθεί, ωστόσο, όχι προς όφελος των ελληνικών θέσεων, αλλά χωρίς καμία από τις δύο πλευρές να υπαναχωρήσει από τις αντικοινωνικές απαιτήσεις της.

* Στα συμφραζόμενα αυτά, Γαλλία και Ιταλία προσπαθούν να αποκρούσουν τον γερμανικό ηγεμονισμό και την δημοσιονομική «ορθοδοξία», υποστηρίζοντας την ένταξη της Ελλάδας στην «ποσοτική χαλάρωση» της ΕΚΤ. Αυτό, ωστόσο, σε επίπεδο τακτικής. Στρατηγικά, οι ίδιες συμπράττουν με την Γερμανία στο στόχο της «Ευρώπης των πολλαπλών ταχυτήτων» (βλ. προσύνοδο των Βερσαλλιών). Και την ίδια στιγμή, συμβάλλουν ενεργά στην αποδόμηση του περίφημου ευρωπαϊκού «κοινωνικού κεκτημένου», τόσο σε εθνικό επίπεδο (βλ. πρόγραμμα Μακρόν), όσο και σε ευρωπαϊκό (βλ. προτροπή του ιταλού υπ. Οικονομικών στην Ελλάδα για επίσπευση των «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων»). Κοινός παρονομαστής, έτσι, για κάθε επιμέρους στρατηγική που επιδιώκει την αναθέρμανση της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ευρώπη, είναι η διεκδίκηση καλύτερων θέσεων για τον γερμανικό, τον γαλλικό και τον ιταλικό καπιταλισμό, μέσα από τον κανόνα της λιτότητας. Και ίδιος είναι ο στόχος κάθε εθνικής εκδοχής της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς – με μέσο, όμως, εδώ το εθνικό νόμισμα, αντί του ευρώ.

Ο εγκλωβισμός της κυβέρνησης σε αυτό το ασφυκτικό τοπίο, την υποχρεώνει σε διαρκείς διολισθήσεις προς τα δεξιά. Καταρχάς σε ευρωπαϊκό επίπεδο – με τη στήριξη των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών (ενώ αυτοί αποδοκιμάζονται σε όλη την ήπειρο…) και την πρόσφατη αποδοχή της πρότασης Σόιμπλε για έξοδο της χώρας στις αγορές χωρίς καμιά διευθέτηση του χρέους ως το 2018· αλλά και σε εθνικό επίπεδο – με την υποκατάσταση των συμμαχιών που θυσιάζονται στον «ρεαλισμό» της μνημονιακής διαχείρισης, από άλλες: εύνοιες εκτός μνημονιακού πλαισίου για μεμονωμένους επιχειρηματίες, παραχωρήσεις στην Εκκλησία, αναδιανομή πόρων και εξουσιών συνολικά στο κεφάλαιο μέσω του μνημονιακού προγράμματος (συνδικαλιστικός νόμος, «ευέλικτη» εργασία, ιδιωτικοποιήσεις), επιδοματική πολιτική για τους φτωχότερους των φτωχών, εξουδετέρωση των κινημάτων. Πρόκειται για τη βάση πάνω στην οποία η κυβέρνηση επιχειρεί την πολιτική της νομιμοποίηση στη φάση αυτή: για μια συνταγή που προξενεί, βεβαίως, κάθε είδους πολιτική φθορά – με συστημικούς όρους, όμως, συμβάλλει στην αναδιοργάνωση του αστικού πολιτικού συστήματος, μετά την «αποσταθεροποίηση» της περιόδου 2011-2015.

Σε ένα σκηνικό όπου οι λαϊκές διεκδικήσεις ατονούν ή απλώς δεν εγγράφονται στους κεντρικούς πολιτικούς ανταγωνισμούς, καθώς λοιπόν αυτοί οι τελευταίοι εκδηλώνονται αποκλειστικά ως συγκρούσεις στην «κορυφή», ως ανταγωνισμοί δηλαδή συστημάτων αστικής εξουσίας, η συγκυρία εγκυμονεί όλες τις δυνατές αυταρχικές «λύσεις» για την μόνιμη πολιτική κρίση: οικουμενικές κυβερνήσεις, κυβερνητικά σχήματα «τεχνοκρατών», αναβάθμιση της Ακροδεξιάς, περαιτέρω ενίσχυση του εκτελεστικού βραχίονα της κρατικής εξουσίας.

Η αντιμετώπιση αυτής της επικίνδυνης κατάστασης προϋποθέτει ότι το μήνυμα της περιόδου 2012-2015 έχει ληφθεί: εκλογική και θεσμική ισχύς που δεν έχει το αντίστοιχό της στο επίπεδο της οργάνωσης των εργαζομένων και των κινημάτων, είναι πουκάμισο αδειανό. Συμμετρικά, όμως, και το λύγισμα του ραβδιού από την ανάποδη αποτελεί επίσης συνταγή αποτυχίας: η θεωρητικοποίηση του αρνητικού πολιτικού συσχετισμού και ο πολιτικός αναχωρητισμός, ο εν γένει κινηματισμός που παραγνωρίζει τις σημερινές κοινωνικές διαθεσιμότητες, ένας γενικόλογος προπαγανδισμός χωρίς προγραμματικό βάθος και πολιτική συγκρότηση δεν εγγυώνται παρά την περιθωριοποίηση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Με την επίγνωση λοιπόν πρώτα των δικών μας αδυναμιών, με  αίσθηση όμως του επείγοντος, τους περασμένους μήνες απευθυνθήκαμε με αυτές τις σκέψεις σε όλες τις πολιτικές οργανώσεις και τα κόμματα της Αριστεράς, επιδιώκοντας μια ανοιχτή και διαρκή διαδικασία συντροφικού διαλόγου, προγραμματικής εμβάθυνσης και κινηματικού συντονισμού. Αν και η αρχική ανταπόκριση υπήρξε ενθαρρυντική, η συνέχεια αποδείχτηκε κατώτερη των προσδοκιών – και σίγουρα αναντίστοιχη με τις ελπίδες του κόσμου της Αριστεράς και τις ανάγκες της περιόδου. Για την έκβαση αυτή υπάρχουν συγκεκριμένες ευθύνες. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα (από μια άποψη, δε: ιδίως σήμερα…), τμήματα της Αριστεράς αδυνατούν να περάσουν από την αγωνία της πολιτικής αυτοδικαίωσης στη συνειδητοποίηση της πολιτικής ερήμωσης – επιλέγοντας, εντέλει, την επαναστατική αυτοαπομόνωση και την «ασφάλεια» της αυτόκεντρης ανάπτυξης.

Σε ό,τι μας αφορά, έχοντας γνώση πια τόσο των υποκειμενικών περιορισμών όσων και των αντικειμενικών ορίων, στο επόμενο διάστημα θα συνεχίσουμε να ποντάρουμε στα θετικά κεκτημένα: στη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη που οικοδομήθηκαν στα χρόνια των Αντιρατσιστικών Φεστιβάλ και στους μήνες του ελπιδοφόρου παραδείγματος του City Plaza, στα ενωτικά φοιτητικά σχήματα και τις συνδικαλιστικές παρατάξεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, στις αντιμνημονιακές και αντιιμπεριαλιστικές κινητοποιήσεις της τελευταίας διετίας που ξεπέρασαν ναρκισσισμούς και περιχαρακώσεις. Θα επιμείνουμε, λοιπόν, στο προφανές: το μέλλον προδιαγράφεται δυσοίωνο, αν δεν διασφαλίσουμε από σήμερα τους χώρους και τις διαδικασίες για την ενεργοποίηση, τη μαχητικότητα και τον συντονισμό ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων, πεισμένων ότι είναι επείγον να πάμε αλλιώς.

 

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι