Αναμνήσεις ενός ανορθόδοξου μαρξιστή, του Μάικλ Ρόμπερτς

Ο Γιάνης Βαρουφάκης περιέγραψε κάποτε τον εαυτό του ως «ανορθόδοξο μαρξιστή». O ετερόδοξος οικονομολόγος έγινε  υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης υπό τον ΣΥΡΙΖΑ στην πιο οξεία φάση της ελληνικής κρίσης χρέους, όταν οι Έλληνες προσπαθούσαν να αποφύγουν την επιβολή αυστηρών μέτρων λιτότητας από την τρόικα, το 2015, και να παραμείνουν στην Ευρωζώνη.

Ο Βαρουφάκης αποπέμφθηκε από τον Τσίπρα όταν o τελευταίος αποφάσισε να συνθηκολογήσει στις απαιτήσεις της τρόικας, παρότι ο ελληνικός λαός ψήφισε εναντίον της λιτότητας σε ένα άνευ προηγουμένου δημοψήφισμα, που είχε προκηρύξει ο ίδιος ο Τσίπρας. Έκτοτε, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ συμφώνησε σε μια σειρά επιπλέον μέτρων λιτότητας, συμπεριλαμβανομένων περικοπών σε μισθούς και θέσεις εργασίας στο Δημόσιο, μειώσεων συντάξεων και ιδιωτικοποιήσεων. Κι αυτά, σε αντάλλαγμα μιας οικονομικής βοήθειας από την Ε.Ε. μέσω δανείων, για την αποπληρωμή προηγούμενων χρεών. Φαύλος κύκλος.

Ο Βαρουφάκης εξέδωσε τώρα τα απομνημονεύματα από τη θητεία του, γράφοντας για ό,τι συνέβη στις συζητήσεις και τις διαπραγματεύσεις με τους ηγέτες της ΕΕ και άλλους σχετικά με τη διαχείριση του ελληνικού χρέους.

Σύμφωνα με την κριτική του Πολ Μέισον, «ο Βαρουφάκης έχει γράψει ένα από τα σημαντικότερα βιβλία με πολιτικά απομνημονεύματα όλων των εποχών». Λοιπόν, για μένα αυτό είναι υπερβολή, αν συγκρίνουμε το βιβλίο με το «Η Ζωή Μου» του Τρότσκι ή τα απομνημονεύματα του Τσώρτσιλ. Όμως, χωρίς αμφιβολία, το βιβλίο είναι ενδιαφέρον, όπως το θέτει ο Μέισον, ως «η ιστορία, εκ των έσω, της πολιτικής σε υψηλό επίπεδο, όπως τη διηγήθηκε ένας ‘ξένος’». Σύμφωνα με τον Μέισον, ο Βαρουφάκης δείχνει γλαφυρά ότι «οι εκλεγμένοι πολιτικοί έχουν λίγη εξουσία: η Γουόλ Στριτ και ένα δίκτυο hedge funds, δισεκατομμυριούχων και ιδιοκτητών ΜΜΕ έχουν την πραγματική δύναμη. Και η τέχνη τού να είσαι στην πολιτική, είναι να αναγνωρίζεις πως αυτό είναι μια πραγματικότητα, και να πετυχαίνεις ό,τι μπορείς, χωρίς να διαταράσσεις το σύστημα».

Ο κ. Βαρουφάκης αναφέρει ότι «όχι μόνο η Ελλάδα χρεοκόπησε το 2010, όταν η ΕΕ την διέσωσε, και το σχέδιο διάσωσης σχεδιάστηκε για να σώσει τις γαλλικές και γερμανικές τράπεζες -- αλλά και ότι η Άγκελα Μέρκελ και ο Νικολά Σαρκοζί το γνώριζαν αυτό∙ κι ότι ήξεραν ότι θα επρόκειτο για μια καταστροφή». Ο στόχος των ηγετών της Ευρωζώνης πίσω στο 2010, όταν η ελληνική κρίση ξεπετάχθηκε στον απόηχο της Μεγάλης Ύφεσης και το παγκόσμιο οικονομικό κραχ, ήταν να διασφαλίσουν ότι οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες δεν θα υποστούν σοβαρές απώλειες από τυχόν πτώχευση των Ελλήνων. Αυτές οι τράπεζες είχαν αγοράσει τεράστια ποσά ελληνικού χρέους για να κερδίσουν. Και τώρα, στην κρίση, τα ελληνικά ομόλογα δεν άξιζαν τίποτα. Οι ηγέτες της ΕΕ κατέληξαν σε μια λύση: οι τράπεζες θα αποδέχονταν ένα μικρό «κούρεμα» (όχι περισσότερο από 10% στα ομόλογά τους) και το υπόλοιπο χρέος θα μεταφερόταν στα «βιβλία» της ΕΕ, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ, για να εξοφληθεί την επόμενη δεκαετία ή περίπου τότε. Στη συνέχεια, η τρόικα θα αποσπούσε τα χρήματα που δάνεισε για να αποπληρώσει τις τράπεζες, ξεζουμίζοντας τον ελληνικό λαό.

Εντέλει, ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε μια περιβόητη νίκη με ένα πρόγραμμα απόρριψης του βάρους του χρέους και των μέτρων λιτότητας. Αυτό έγραψα εκείνη την εποχή: «Η εναλλακτική λύση για να αποφύγετε τα αγκάθια: Απαιτήστε την ακύρωση των δανείων από την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ (το κατεξοχήν αίτημα του ΣΥΡΙΖΑ), επιβάλλετε ελέγχους κεφαλαίου, πάρτε τον έλεγχο των ελληνικών τραπεζών και απευθυνθείτε στον ελληνικό λαό και το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα για υποστήριξη. Αφήστε τους ηγέτες της Ευρωζώνης να κάνουν την κίνηση σχετικά με την παραμονή στο ευρώ: ας μην την κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Το πρόβλημα είναι ότι τώρα ο ελληνικός λαός έχει οδηγηθεί στο να πιστέψει ότι υπάρχει μόνο μία διέξοδος: μια συμφωνία με το Eurogroup με διαρκώς χειρότερους όρους. Η εναλλακτική λύση ενός σοσιαλιστικού σχεδίου για επενδύσεις και μια πανευρωπαϊκή έκκληση δεν έχει τεθεί στα μάτια τους».

Έπειτα από μήνες διαπραγματεύσεων με τους ηγέτες της Ευρωζώνης, ο Τσίπρας προκήρυξε ένα δημοψήφισμα για να αρνηθεί οποιαδήποτε συμφωνία λιτότητας, περιμένοντας να το χάσει [...]. Η ήττα στο δημοψήφισμα θα έβγαζε τον Τσίπρα από τη δύσκολη θέση: θα μπορούσε να συμφωνήσει με τα μέτρα της τρόικας, επειδή οι Έλληνες θα τα είχαν αποδεχτεί. Αλλά αυτός και ο Βαρουφάκης υπέστησαν σοκ. Παρά την εκστρατεία στα ΜΜΕ από τους ηγέτες της Ευρωζώνης και τις συντηρητικές δυνάμεις στην Ελλάδα∙ παρόλο που οι Γερμανοί και η ΕΚΤ επέβαλαν πιστωτική πίεση και το κλείσιμο των ελληνικών τραπεζών για εβδομάδες, ο ελληνικός λαός είπε «Όχι».

Ο Τσίπρας αποφάσισε, ωστόσο, να αγνοήσει το αποτέλεσμα και επέλεξε να συνθηκολογήσει. Ο Μέισον λέει ότι αυτό ήταν η σωστή επιλογή. «Συνεχίζω να πιστεύω ότι ο Τσίπρας σωστά αποδέχτηκε την ήττα ενώπιον του τελεσιγράφου της ΕΕ… Για τον Τσίπρα –και για την παλαιότερη γενιά πρώην κρατουμένων και θυμάτων βασανιστηρίων που ξανάχτισαν την ελληνική Αριστερά μετά το 1974–, το να παραμείνουν στην εξουσία ως 'πληγωμένη' ασπίδα κατά της λιτότητας ήταν προτιμότερο, από το να επιστρέψουν την εξουσία σε ένα μάτσο πολιτικούς μαφιόζους υποστηριζόμενους από έναν όχλο αλαλαζόντων σικάτων πλουσιόπαιδων».

Είναι ο Μέισον σοβαρός; Οι δεξιοί μαφιόζοι ήταν η μόνη εναλλακτική λύση; Αντί να οικοδομήσουν ένα κίνημα υποστήριξης για την κυβέρνηση και να προτείνουν ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης για τον ελληνικό λαό και την οικονομία του, η καλύτερη λύση ήταν να ενδώσουν;

Τον Ιούλιο του 2015, εξέτασα τις επιλογές για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Υπήρχε η νεοφιλελεύθερη λύση που απαιτούσε η τρόικα. Συνέχιζε να περιορίζει τον δημόσιο τομέα και το κόστος του, να διατηρεί τα εισοδήματα του εργατικού δυναμικού χαμηλά και να υποχρεώνει τους συνταξιούχους κι άλλους να πληρώσουν περισσότερα. Αποσκοπούσε στην αύξηση της κερδοφορίας του ελληνικού κεφαλαίου και, μαζί με τις ξένες επενδύσεις, στην αποκατάσταση της οικονομίας. Τότε ίσως η οικονομία της Ευρωζώνης να άρχιζε επιτέλους να αναπτύσσεται έντονα και έτσι να βοηθούσε την Ελλάδα, καθώς η παλίρροια ανορθώνει όλα τα σκάφη.

Η επόμενη λύση ήταν η κεϋνσιανή, υποστηριζόμενη από την αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ (αλλά όχι από τον Βαρουφάκη, ο οποίος παρέμεινε σιωπηλός και έφυγε για την Αμερική - προφανώς λόγω απειλών για την ζωή της οικογένειάς του, σύμφωνα με τα απομνημονεύματά του). Αυτό σήμαινε αύξηση των δημόσιων δαπανών για την αύξηση της ζήτησης, ακύρωση μέρους του δημόσιου χρέους κι εγκατάλειψη της Ευρωζώνης με την εισαγωγή νέου νομίσματος (δραχμής) το οποίο θα υποτιμούνταν τόσο όσο ήταν απαραίτητο για να καταστήσει την ελληνική βιομηχανία ανταγωνιστική στις παγκόσμιες αγορές.

Το πρόβλημα με αυτή τη λύση ήταν ότι προϋπόθετε ότι το ελληνικό κεφάλαιο θα μπορούσε να αναζωογονηθεί με υποτιμημένο νόμισμα κι ότι περισσότερες δημόσιες δαπάνες θα αύξαναν την «ζήτηση» χωρίς περαιτέρω μείωση της κερδοφορίας. Αλλά η κερδοφορία του κεφαλαίου είναι καίρια για την ανάκαμψη εντός μιας καπιταλιστικής οικονομίας. Οι Έλληνες εξαγωγείς μπορεί να επωφελούνταν από ένα υποτιμημένο νόμισμα. Όμως πολλές Ελληνικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται εντός συνόρων, σε δραχμές θα αποδεκατίζονταν. Κι ο ταχέως αυξανόμενος πληθωρισμός που θα ακολουθούσε την υποτίμηση θα σήμαινε μόνο αύξηση της κερδοφορίας, ακριβώς επειδή θα «έτρωγε» τα πραγματικά εισοδήματα της πλειοψηφίας, καθώς οι μισθοί δεν θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τον πληθωρισμό. Πράγματι, αυτό είναι που συμβαίνει στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά την ψηφοφορία για το Brexit.

Η τρίτη επιλογή ήταν η σοσιαλιστική - αλλά αυτή δεν υιοθετήθηκε τότε ούτε από τους Τσίπρα-Βαρουφάκη, ούτε από την αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ (ή έτσι φαίνεται ότι θα ήταν, αν μπορούσε ποτέ να είναι βιώσιμη, σύμφωνα με τον Μέισον). Αυτή η επιλογή αναγνώριζε ότι ο ελληνικός καπιταλισμός δεν θα ανάρρωνε ώστε να αποκαταστήσει το βιοτικό επίπεδο για την πλειοψηφία: είτε μέσα στην Ευρωζώνη, με το πρόγραμμα της τρόικας, είτε εκτός, με δικό του νόμισμα, και χωρίς καθόλου υποστήριξη από την Ευρωζώνη. Η σοσιαλιστική λύση, λοιπόν, θα ήταν η αντικατάσταση του ελληνικού καπιταλισμού με μια σχεδιασμένη οικονομία, όπου οι ελληνικές τράπεζες και οι μεγάλες εταιρείες ανήκουν και ελέγχονται από το Δημόσιο και το κίνητρο του κέρδους αντικαθίσταται από το κίνητρο της αποδοτικότητας, της επένδυσης και της ανάπτυξης. Η ελληνική οικονομία είναι μικρή, αλλά διαθέτει εκπαιδευμένο λαό, πολλές δεξιότητες και μερικούς πόρους πέρα ​​από τον τουρισμό. Χρησιμοποιώντας το ανθρώπινο κεφάλαιό της με έναν σχεδιασμένο και καινοτόμο τρόπο, θα μπορούσε να αναπτυχθεί. Αλλά, όντας μικρή, θα χρειαζόταν, όπως όλες οι μικρές οικονομίες, τη βοήθεια και συνεργασία της υπόλοιπης Ευρώπης.

Αυτή η λύση θα απαιτούσε από τον ΣΥΡΙΖΑ να κινητοποιήσει τη λανθάνουσα υποστήριξη των ανθρώπων μέσω των επιτροπών στους χώρους δουλειάς, ώστε να συζητηθεί ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης για αλλαγή. Θα συνεπαγόταν την άμεση εθνικοποίηση των μεγάλων τραπεζών για να εξασφαλιστεί η καταβολή των καταθέσεων των ανθρώπων (παρά την ΕΚΤ) και την ανάληψη του ελέγχου των μεγάλων επιχειρήσεων (ανατρέποντας τις ιδιωτικοποιήσεις), προκειμένου να θεσπιστεί ένα σχέδιο παραγωγής και επενδύσεων. Αυτό θα σήμαινε την προσέγγιση του εργατικού κινήματος και των προοδευτικών δυνάμεων στις μεγάλες χώρες της ΕΕ, ώστε να αναγκάσουν τις κυβερνήσεις τους να σταματήσουν τη λιτότητα στην Ελλάδα ή να την αφήσουν να φύγει από την Ευρωζώνη και να απαλλαγούν από αυτό το «απεχθές χρέος», όπως οι Γερμανοί απαλλάχθηκαν από το χρέος των επανορθώσεων τη δεκαετία του ‘50 (το οποίο, παρεμπιπτόντως, ακόμα δεν έχει καταβληθεί στην Ελλάδα για την καταστροφή και τον θάνατο που προκάλεσαν οι ναζί).

Αυτή η σοσιαλιστική επιλογή ήταν η μόνη που θα έβγαζε την Ελλάδα από την κόλαση της. Φυσικά, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστεί. Ναι, οι συντηρητικές δυνάμεις στην Ελλάδα θα κινητοποιούνταν. Ναι, ο ελληνικός στρατός μπορεί να έκανε την εμφάνισή του. Και ναι, οι ηγέτες της Ευρωζώνης θα προσπαθούσαν να στραγγαλίσουν μια μικρή σοσιαλιστική Ελλάδα και να την πετάξουν έξω από το ευρώ και την ΕΕ. Αλλά η μάχη για έναν σοσιαλιστικό μετασχηματισμό θέτει πάντα αυτού τους είδους τα εμπόδια. Και μόνο η ταξική ενότητα σε όλη την Ευρώπη και μια αποφασισμένη ελληνική ηγεσία θα μπορούσαν να τα ξεπεράσουν. Αλλά οι ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ, συμπεριλαμβανομένου του Βαρουφάκη (του ανορθόδοξου μαρξιστή) ποτέ δεν θεώρησαν αυτή την επιλογή βιώσιμη. Και ο μαρξιστής Πολ Μέισον συμφωνεί μαζί τους. Γι' αυτούς δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική από το να αποδεχθούν τα βάρη της τρόικας - τα οποία συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Και ο Μέισον παραδέχεται ότι «η κυβέρνηση του Τσίπρα αποδείχθηκε μια όχι πολύ αποτελεσματική ασπίδα για την ελληνική εργατική τάξη», ακόμα κι αν (όπως ισχυρίζεται) ήταν «μια αποτελεσματική προστασία για τους πάνω από ένα εκατομμύριο Σύριους μετανάστες που κατέφθασαν στις ελληνικές ακτές, τις εβδομάδες που ακολούθησαν την οικονομική παράδοση».

Ο Μέισον εκτιμά ότι το επίτευγμα του Τσίπρα να οικοδομήσει τον ΣΥΡΙΖΑ και να τον οδηγήσει στην κυβέρνηση είναι μεγαλύτερο από εκείνο του ανορθόδοξου «μαρξιστή» Βαρουφάκη, ο οποίος παρέμεινε «καθαρός» από τη συνθηκολόγηση τον Ιούλη του 2015. Αλλά, προφανώς, αν η «παγκόσμια Αριστερά» αποκατασταθεί, «χρειάζεται ηγέτες όπως ο Τσίπρας, και να βρει στοχαστές και ανθρώπους των έργων, όπως ο Βαρουφάκης, και να τους ενισχύσει». Μάλιστα, τα απομνημονεύματα του Βαρούφακη και οι πράξεις του Τσίπρα φαίνεται να δικαιολογούν τον θαυμασμό του Μέισον. Μόνο αυτή την εβδομάδα, η ελληνική κυβέρνηση υπό την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ συμφώνησε σε ακόμη ένα γύρο σοβαρών μέτρων λιτότητας προκειμένου να πάρει την επόμενη δόση των λεγόμενων κεφαλαίων διάσωσης από την ΕΕ. Η κυβέρνηση συμφώνησε να υιοθετήσειακόμα 3,6 δισ. ευρώ περικοπών το 2019 και το 2020, κι έχει υποκύψει σε νέες περικοπές συντάξεων (9%) και φορολογικές ελαφρύνσεις για τις εταιρείες, σε αντάλλαγμα της άδειας να δαπανήσει ένα ισοδύναμο ποσό για μέτρα καταπολέμησης της φτώχειας.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει ό,τι της έχει ζητηθεί από την τρόικα για να υποχρεώσει τον ελληνικό λαό να πληρώσει για την αποτυχία του ελληνικού καπιταλισμού. Ωστόσο, οι ηγέτες της ΕΕ δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει στην «ελάφρυνση του χρέους». Πράγματι, συζητούν να το εξετάσουν μόνο αφού εφαρμοστούν πλήρως τα μέτρα λιτότητας του τελευταίου σχεδίου διάσωσης και το πρόγραμμα τελειώσει το 2018. Εν τω μεταξύ, η ελληνική κυβέρνηση υποχρεώνεται να παρουσιάσει πλεόνασμα του προϋπολογισμού (προ καταβολής τόκων για τα δάνεια) ύψους 3,5% του ΑΕΠ τον χρόνο για το άμεσο μέλλον. Αυτό είναι ένα επίπεδο υψηλότερο από κάθε άλλη χώρα στην ΕΕ και πολύ υψηλότερο για ένα τόσο μακρύ χρονικό διάστημα από όσο οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση έχει επιτύχει ποτέ!

Δεν είναι περίεργο που το ΔΝΤ θεωρεί αυτή την προσέγγιση ως μη βιώσιμη. «Ακόμη κι αν η Ελλάδα, μέσω μιας ηρωικής προσπάθειας, μπορούσε να φτάσει προσωρινά σε ένα πλεόνασμα κοντά στο 3,5% του ΑΕΠ, λίγες χώρες έχουν καταφέρει να φτάσουν και να διατηρήσουν τόσο υψηλά επίπεδα πρωτογενών ισορροπιών για μια δεκαετία ή και περισσότερο, και είναι εξαιρετικάαπίθανο η Ελλάδα να το πράξει λαμβάνοντας υπόψη τους ακόμη αδύναμους θεσμούς άσκησης πολιτικής και τις προβλέψεις που εκτιμούν ότι η ανεργία θα παραμείνει σε διψήφια νούμερα για αρκετές δεκαετίες» ΔΝΤ.

Για την Ελλάδα δεν υπάρχει διαφυγή από την εξαθλίωση του δημόσιου χρέους, που οφείλεται στο ΔΝΤ και στην Ευρωζώνη. Υπάρχει μια νέα και λεπτομερής μελέτη για τα σχέδια της τρόικας να αναγκάσει την ελληνική κυβέρνηση να παρουσιάσει ένα πρωτογενές πλεόνασμα (εξαιρουμένων των πληρωμών τόκων) ύψους 3,5% του ΑΕΠ, από το 2018 και μετά. Φαίνεται ότι θα είναι αδύνατο για την Ελλάδα να ανταποκριθεί με επιτυχία σε ένα τέτοιο επίπεδο λιτότητας και, ακόμα κι αν το έκανε, αυτό δεν θα σταματούσε την περαιτέρω επιβάρυνση του χρέους. «Η προηγούμενη εμπειρία δείχνει ότι η αναμενόμενη δημοσιονομική πολιτική --ένα πλεόνασμα του προ πληρωμών τόκων ύψους 3,5% του ΑΕΠ, διατηρήσιμο για 16 χρόνια-- δεν έχει πραγματικά καμία πιθανότητα, ακόμη και αν η Ελλάδα ήταν σε θέση να αρχίσει να παράγει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% μέχρι το 2018, σύμφωνα με τον σχεδιασμό των στόχων».

Συνεχίζει: «Τα χρέη της Ελλάδας προς τον EFSF θα υπερδιπλασιαστούν σε περίπου 278 δισ. ευρώ το 2050, όταν αναμένεται να τερματιστεί η αναβολή των τόκων, και στη συνέχεια θα αρχίσουν μια αργή πτώση, αλλά το εκκρεμές ποσό το 2080 θα είναι ακόμη υψηλότερο από ότι είναι σήμερα». Αυτό είναι 70 χρόνια από τότε που ξεκίνησε η κρίση! Το έγγραφο αναφέρει ότι η ΕΕ θα πρέπει να προσφέρει περισσότερα χρήματα διάσωσης από τον επόμενο χρόνο ώστε να«ξελασπώσει την Ελλάδα». Αλλά το χρέος θα παραμείνει και θα συνεχίσει να αυξάνεται, ακόμη και αν εφαρμοστούν ακόμα περισσότερα μέτρα λιτότητας (ήδη πρωτοφανή στην δημοσιονομική Ιστορία). Η μόνη λύση είναι να διαγραφεί τοχρέος.

Έτσι, ενώ ο Βαρουφάκης δημοσιεύει τα απομνημονεύματα από την περίοδο της θητείας του ως υπουργός Οικονομικών κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους, εκθέτει τις άθλιες και σκληρές πολιτικές της τρόικας και γυρνά την Ευρώπη και παραδίδει σεμινάρια για να απαιτήσει μια καλύτερη Ευρώπη, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υπό την ηγεσία του Τσίπρα συνεχίζει να προσπαθεί να πιάσεις τις απαιτήσεις και τους στόχους της τρόικας, με τη μάταιη ελπίδα ότι ο Ευρωπαϊκός καπιταλισμός θα ανακάμψει και θα αναπτυχθεί, επιτρέποντας στους Έλληνες να πάρουν κάποια ψίχουλα από το τραπέζι. Ενδεχομένως να υπάρξει κάποια συμφωνία για την «ελάφρυνση του χρέους». Αλλά αυτό θα εξακολουθεί να σημαίνει ότι η Ελλάδα θα έχει ένα μη βιώσιμο βάρος χρέους στα «βιβλία» της για τις επόμενες γενιές, ενώ τα επίπεδα διαβίωσης για το μέσο ελληνικό νοικοκυριό επιστρέφουν εκεί που ήταν πριν η Ελλάδα ενταχθεί στην Ευρωζώνη. Μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη και μια ακόμη παγκόσμια ύφεση αναμένεται.

Πηγή: The Next Recession

Μετάφραση: Κώστας Παπαγιάννης

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι