Σκέψη και πράξη μετά την ήττα, του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

«Κυβερνώ», έλεγε ο πατέρας του θετικισμού, ο Ογκύστ Κοντ, «σημαίνει προβλέπω». Όμως από την εποχή του μέχρι τη δική μας, οι κυβερνώντες δεν έπαψαν να αποτυγχάνουν στην πρόβλεψη κοσμοϊστορικών γεγονότων – κι ωστόσο δεν έπαψαν να κυβερνούν: η κρίση του 1929, αυτή του 2008, η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους ή η άνοδος της Κίνας, είναι μερικά μόνο από τα τεκμήρια αυτής της αποτυχίας[1]. Η φράση του Κοντ δεν είναι, ωστόσο, χωρίς σημασία. Δείχνει από πόσο νωρίς και με πόση διαύγεια έγινε αντιληπτή η σχέση ανάμεσα στην εξουσία και τη νομιμοποίησή της, αφενός, και τη θεωρητική γνώση, από την οποία οι εξουσίες εξαρτούσαν την πρόβλεψη των ασθενειών, της εξάντλησης πόρων, και τελικά των εξεγέρσεων – δηλαδή τη μακροημέρευσή τους.

Ανάλογα, όμως, και στην απέναντι πλευρά: «Μια από τις πιο συγκινητικές αφηγήσεις στη σύγχρονη ιστορία», γράφει ο Τέρι Ήγκλετον ενάντια στο μεταμοντέρνο πνεύμα της εποχής που δεν συμπαθεί τις θεωρίες, «είναι η ιστορία των ανδρών και των γυναικών που υπέφεραν κάτω από διάφορες μορφές καταπίεσης για να αποκτήσουν τελικά, συχνά με μεγάλο προσωπικό κόστος, το είδος των ειδικών γνώσεων που τους ήταν απαραίτητες για να κατανοήσουν καλύτερα την κατάστασή τους και να αποκτήσουν το θεωρητικό οπλοστάσιο που χρειαζόταν για να την αλλάξουν». Ο Μαρξ συνέχισε και ολοκλήρωσε τα τρία βασικά θεωρητικά ρεύματα του 19ου αιώνα –την κλασική γερμανική φιλοσοφία, την κλασική βρετανική πολιτική οικονομία και τον γαλλικό σοσιαλισμό[2]–, όντας η κριτική και των τριών. Ακόμα δε και στη βαθιά παρανομία, ο Λένιν διάβασε Αριστοτέλη, Χέγκελ και Λάιμπνιτς, για να αντικρούσει τους αντιπάλους του που, για να καταρρίψουν τη στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης, στηρίζονταν στη φυσική και τη φιλοσοφία της εποχής. Ο ίδιος στήριξε στις μαρξιστικές αναλύσεις του Πλεχάνοφ την υπόθεση ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη στη Ρωσία, ακόμα και στη γεωργία, δημιουργούσε μια εργατική τάξη δυνητικά επαναστατική. Όμως στη σκέψη του Λένιν, η πολιτική δεν ήταν μόνο ζήτημα ανάλυσης ή πρόβλεψης, δηλαδή «επιστήμης». Για τον ίδιο, όπως και για τον Κάουτσκι, το κόμμα θα ήταν «προϊόν» μιας συγχώνευσης: της μαρξιστικής θεωρίας από τη μια, με ένα «πρακτικό» κίνημα, το εργατικό, από την άλλη.

Οι επιτυχίες και οι ήττες αυτού του κινήματος, οι εσωτερικές του συγκρούσεις, η εκάστοτε δηλαδή «συνάντηση» πράξης και θεωρίας, έκριναν και τα προχωρήματα ή τις καθηλώσεις της θεωρίας· αντίστοιχα, η επικράτηση της μιας ή της άλλης θεωρητικής απόχρωσης, έλεγε ο Λένιν, μπορούσε να σφραγίσει την πορεία του κινήματος για πολλά χρόνια. Χρειάστηκε, έτσι, η Παρισινή Κομμούνα (και η συντριβή της…), για να συμπληρώσει ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ότι το αστικό κράτος δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως έχει για σοσιαλιστικούς σκοπούς. Χρειάστηκε η ήττα του 1905, για μια εφ’ όλης της ύλης αντιπαράθεση του Λένιν με τον αριστερισμό (και) στη θεωρία. Και χρειάστηκε το 1914, η αποσάρθρωση δηλαδή της Β’ Διεθνούς, λόγω της φιλοπόλεμης στάσης των «μετριοπαθών» σοσιαλιστών, για να ξεδιπλωθεί σε όλη της την έκταση η σύγκρουση, πολιτική και θεωρητική, ανάμεσα στους (διεθνιστές) επαναστάτες και τους (πατριώτες) σοσιαλδημοκράτες.

Στο τέλος του «σύντομου εικοστού αιώνα», το 1989, η κατάρρευση του «υπαρκτού» θα αφήσει κι αυτή ίχνη στην κριτική σκέψη – όμως δεν θα την εξαφανίσει. Αυτό είναι και το θέμα του Ελβετού Ραζμίγκ Κεσεγιάν, στο βιβλίο Αριστερό ημισφαίριο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Angelus Novus.

Από τον δυτικό μαρξισμό στη σύγχρονη κριτική σκέψη

Ο Κεσεγιάν συνεχίζει από εκεί που άφησε το νήμα ο Πέρι Άντερσον στον Δυτικό μαρξισμό. Όπως και ο Άντερσον, ξεκινά από την κλασική μαρξιστική σκέψη, ώστε να προτείνει τη δική του εξήγηση όσον αφορά τα σημερινά: «Το να είσαι μαρξιστής διανοούμενος στις αρχές του 20ού αιώνα», λέει, «σήμαινε να βρίσκεσαι στην ηγεσία των εργατικών οργανώσεων της χώρας σου. Η ίδια η ιδέα του ‘μαρξιστή διανοουμένου’, μάλιστα, δεν είχε στην πραγματικότητα πολύ νόημα: αρκούσε το ‘μαρξιστής’ από μόνο του» (σ. 27). Από τον Λένιν και τον Τρότσκι μέχρι τη Λούξεμπουργκ και τον Ότο Μπάουερ, οι ηγέτες της Αριστεράς ήταν όλοι διανοούμενοι, και η απήχησή τους ήταν αξεχώριστη από την ισχύ των εργατικών οργανώσεων στις οποίες ηγούνταν. Δεν ήταν όμως επαγγελματίες: διανοούμενος, για τον Γκράμσι, είναι ο οργανωτής της ηγεμονίας: το κόμμα, λοιπόν, είναι ο «συλλογικός διανοούμενος». Ο Κεσεγιάν τονίζει πως κανείς και καμιά τους δεν είχε πανεπιστημιακή έδρα. Αντίθετα, δίδασκαν σχεδόν πάντοτε σε κομματικές ή εθελοντικές σχολές για τους εργάτες, βλέποντας τη διδασκαλία αυτή σαν μια αγωνιστική πράξη ανάμεσα σε άλλες[3]. Η εικόνα είναι σήμερα τελείως διαφορετική.

Τα πράγματα δεν άλλαξαν σε μια στιγμή, αλλά σε βάθος δεκαετιών. Η ήττα της γερμανικής επανάστασης (1923) είναι η πρώτη και πιο επώδυνη διάψευση των ελπίδων για άμεση ανατροπή του καπιταλισμού (σ. 27) – μια διάψευση που θα συμπαρασύρει και τη θεωρία των Μαρξ και Λένιν. Αποφασιστική, εδώ, είναι η καθυστερημένη αποκάλυψη της πρώιμης δουλειάς του Μαρξ για την αλλοτρίωση, των Οικονομικών και Φιλοσοφικών [Παρισινών] Χειρογράφων του 1844. Το βιβλίο εκδόθηκε πρώτη φορά στη Μόσχα το 1932· όμως η επικράτηση των ναζί στη Γερμανία το ‘33, η αναγωγή σε κρατικό δόγμα ενός δογματικού μαρξισμού στη Ρωσία και η έναρξη των εκκαθαρίσεων το ‘34 (ο Δαβίδ Ριαζάνοφ, επιμελητής της έκδοσης στα ρωσικά, διώχθηκε από το Ινστιτούτο της Μόσχας πριν κυκλοφορήσουν τα Χειρόγραφα), έπνιξαν νωρίς την επίδρασή του. Έκτοτε, λέει ο Κεσεγιάν, «ο μαρξισμός απολιθώνεται [και] η καινοτομία στο πεδίο της σκέψης απαγορεύεται». Οι διανοούμενοι έχουν να διαλέξουν ανάμεσα στην υποταγή στο σοβιετικό κράτος και την αυτονομία, και το επίκεντρο της δραστηριότητάς τους μεταφέρεται σταδιακά, από την Ανατολική και την Κεντρική Ευρώπη, στη Δύση. Όμως εκεί ο καπιταλισμός είναι μάλλον σταθεροποιημένος· το ζήτημα, λοιπόν, της ανατροπής του δεν βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη ούτε της θεωρίας.

Τη σχέση της τελευταίας με την πολιτική δυσκολεύει περισσότερο τώρα η επαγγελματοποίηση των διανοουμένων: ο Λούκατς, ο Λεφέβρ, ο Γκολντμάν, ο Κορς, ο Μαρκούζε, ο Κολέτι και ο Αλτουσέρ – οι σημαντικότεροι μαρξιστές θεωρητικοί έχουν πια δική τους πανεπιστημιακή έδρα. Οι αντικειμενικές αποστάσεις του Πανεπιστημίου από το εργατικό κίνημα και την καθημερινή εμπειρία των κομματικών οργανώσεων κάνουν τη θεωρία τους πιο αφηρημένη, πιο απρόσιτη – συχνά και πιο απαισιόδοξη. Η γνωστή θέση δε του Μαρξ, ότι οι φιλόσοφοι προσπάθησαν να εξηγήσουν τον κόσμο ενώ το θέμα ήταν να τον αλλάξουμε, μοιάζει τώρα να επιδρά λιγότερο: το ενδιαφέρον των μαρξιστών μετατίθεται πια, από την οικονομία και την πολιτική, προς την «πολιτική με άλλα μέσα» – τη φιλοσοφία.

Νέα Αριστερά

Στον κύκλο αυτόν του «δυτικού μαρξισμού», σημειώνει ο Κεσεγιάν, υπάρχει μια χρονιά-ορόσημο: το 1956. Η χρονιά της κρίσης του Σουέζ και του κινδύνου μιας γενικευμένης πολεμικής σύγκρουσης Αγγλίας, Γαλλίας και Ισραήλ κατά της Αιγύπτου, είναι επίσης η χρονιά του 20ού συνεδρίου του ΚΚΣΕ και της «αποσταλινοποίησης», της εξέγερσης στην Ουγγαρία και της σοβιετικής κατάπνιξής της. Αλλά και η χρονιά που στη Γαλλία, την πρωτεύουσα πια της κριτικής σκέψης, το ΚΚ υπερψηφίζει τις έκτακτες εξουσίες της κυβέρνησης Γκυ Μολέ για την «ειρήνευση» στην Αλγερία. Στο περίγραμμα αυτό αναδύεται η «Νέα Αριστερά»: ένας αστερισμός οργανώσεων και εντύπων που αναφέρονται στον Μάο, τον Τρότσκι και τις ελευθεριακές ιδέες, απορρίπτουν τόσο το δυτικό όσο και το ανατολικό «στρατόπεδο», και θα πρωταγωνιστήσουν, λίγα χρόνια μετά, στο παγκόσμιο 1968. Η θεωρητική παραγωγή αυτής της περιόδου, λέει ο Κεσεγιάν, μπορεί να συγκριθεί μόνο με εκείνη του 1830, για την οποία μιλά ο Ζακ Ρανσιέρ στις Νύχτες των προλετάριων.

Όμως ο κύκλος της Νέας Αριστεράς κλείνει το 1977: Στην Ιταλία η Εργατική Αυτονομία καταστέλλεται, χάνει και υποχωρεί. Στη Γαλλία το ’68 φυλλορροεί, οι ακροαριστερές οργανώσεις γίνονται όλο και πιο μειοψηφικές, ενώ η άνοδος των Σοσιαλιστών ευνοεί τη συνθηκολόγηση (ή την υπουργοποίηση…) παλιών αγωνιστών. Τον τόνο στη δημόσια συζήτηση δίνουν πια η ατομικιστική «νέα φιλοσοφία» και ο «αντιολοκληρωτισμός», για τον οποίο «κάθε πρόγραμμα μετασχηματισμού της κοινωνίας οδηγεί στον ολοκληρωτισμό»· η μομφή δεν απευθύνεται μόνο στην ΕΣΣΔ, αλλά και στο εργατικό κίνημα, γι’ αυτό προβάλλεται συστηματικά από τα ΜΜΕ. Στις ΗΠΑ και τη Βρετανία κερδίζουν οι Ρήγκαν και Θάτσερ, η Κίνα περνά στον νεοφιλελευθερισμό υπό τον Σιάο Πενγκ, ο αντιαποικιακός αγώνας χάνει επίσης την αίγλη του. Με την εξαίρεση, λοιπόν, της επανάστασης των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, η πορεία προς το 1989, το υποτιθέμενο «τέλος της Ιστορίας», είναι χωρίς επιστροφή. Για πολλούς –για την μεταμοντέρνα υπόθεση–, το 1989 τελειώνει η ίδια η νεωτερική πολιτική, άρα και η επαναστατική προσδοκία που εγκαινίασε το 1789 και βεβαίωσε ο ρωσικός Οκτώβρης.

Τι έγινε έκτοτε η σκέψη που μεσουράνησε μεταξύ 1956-1977; Γιατί, όπως εύγλωττα το θέτει ο συγγραφέας, έχει διαφορά να είσαι μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας στις αρχές του 20ού αιώνα – κι είναι άλλο, στις αρχές του 2000, να συμμετέχεις στο επιστημονικό συμβούλιο της ΑΤΤΑC.

Νέα κριτική σκέψη: δημιουργικότητα, αλλά και υποτίμηση της πολιτικής στρατηγικής

«Όλα ξεκινούν με μια ήττα» – κι η φράση με την οποία ξεκινά το βιβλίο του ο Κεσεγιάν, έχει προφανώς να πει πράγματα και για τη δική μας εμπειρία: στα συμφραζόμενα της ήττας, ισχυρίζεται, είναι που μπορούμε να καταλάβουμε τη φύση των σύγχρονων θεωριών, είτε αυτές ασχολούνται με την εξέλιξη του παγκόσμιου συστήματος, είτε αφορούν τα υποκείμενα χειραφέτησης.

Στη συγκυρία λοιπόν μετά το 1989, η τάση που είχε επισημάνει ο Πέρι Άντερσον για την περίοδο μετά το 1924, η σταδιακή δηλαδή αποκοπή των διανοουμένων από τις πολιτικές οργανώσεις, επιταχύνεται. Η σημασία της Δυτικής Ευρώπης για τη θεωρία, και ιδίως η αμερικανοποίηση της θεωρητικής σκηνής, δεν αναιρούνται. Όμως η νέα κριτική σκέψη είναι πιο «διεθνοποιημένη»: εκπροσωπείται από τον Σλοβένο Ζίζεκ, τον Αργεντίνο Λακλάου, την Τουρκάλα Μπενχαμπίμπ, τον Παλαιστίνιο Σαΐντ, την Ινδή Σπίβακ ή τον Βολιβιανό Λινέρα. Αν το ’70 οι «νέοι φιλόσοφοι» κατηγορούσαν τους μαρξιστές για ολοκληρωτισμό[4], αν δηλαδή «η κατανόηση του πραγματικού στην ολότητά του ισοδυναμούσε με θέληση καθυπόταξής του [που] οδηγούσε αναπόφευκτα στο γκουλάγκ» (σ. 36), οι κριτικοί προσαρμόζονται τώρα, και από το «συνολικό», στέκονται μετριοπαθώς στην ανάλυση μειονοτικών κοινωνικών «ταυτοτήτων» ή την επισήμανση «τοπικών» πολιτικών. Άλλοι μένουν προσκολλημένοι στο αντικείμενο της ειδίκευσής τους. Άλλοι, τέλος, επιχειρούν καινοτομίες, εισάγοντας στη θεωρία στοιχεία έξω από την μαρξιστική παράδοση, όπως κάνουν ο Αγκάμπεν, ο Μπαντιού ή ο Νέγκρι με τη θεολογία («υβριδοποίηση»): η πίστη έχει κάτι να πει για το πώς συνεχίζει κανείς μετά την ήττα. Υποτιμώντας ωστόσο συχνά τη στρατηγική, λέει ο Κεσεγιάν, πολλοί από τους νέους κριτικούς ζουν στον χρυσελεφάντινο πύργο τους – σε ένα ιδιότυπο, θα έλεγε κανείς, «σταρ σίστεμ».

Μετανοημένοι και πεσιμιστές, αντιστεκόμενοι και καθοδηγητές

Σε γενικές γραμμές, ο καινούριος αστερισμός των κριτικών θεωριών συνεχίζει στο μονοπάτι της («μεταδομιστικής») δεκαετίας του ’70. Για να τον μελετήσουμε, ο Κεσεγιάν μάς προτείνει μια κατηγοριοποίηση, γνωρίζοντας ότι κάθε θεωρητικός μπορεί στην πραγματικότητα να ανήκει σε περισσότερες κατηγορίες.

Εν αρχή οι «μετανοημένοι»: μετά το ’89, εδώ συναντάμε πρώην μέλη του ΚΚ Γαλλίας (όπως ο ιστορικός Φρανσουά Φυρέ ή ο Μισέλ Αλιετά), πρώην τροτσκιστές (όπως ο Κλωντ Λεφόρ), πρώην μαοϊκούς (σαν το περιοδικό Tel Quel ή τον οικονομολόγο Αλέν Λιπιέτς)· άλλοτε θεωρητικούς της αυτοδιαχείρισης (όπως ο Πιερ Ροζανβαλόν) ή πρώην καταστασιακούς (σαν τον Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ). Με την άνοδο του Μιτεράν το 1981, εξηγεί ο συγγραφέας, πολλοί διανοούμενοι κολακεύτηκαν με το ρόλο του συμβούλου του Ηγεμόνα – κρατικοποιήθηκαν. Οι «πεσιμιστές», σκεπτικιστές όσον αφορά τη δυνατότητα να ανατραπεί ο καπιταλισμός σε ορατό μέλλον, αποτελούν μια δεύτερη κατηγορία: από υπερβάλλουσα απαισιοδοξία, πολλοί περνούν στους «μετανοημένους»· άλλοι, από τον Γκυ Ντεμπόρ (που αρνούνταν «να κάνει πολιτική») ως τον Πέρι Άντερσον, καταφέρνουν να συνδυάζουν απαισιοδοξία και ριζοσπαστισμό.

Τρίτη περίπτωση είναι οι «αντιστεκόμενοι», από τους αναρχίζοντες Ντανιέλ Κλοσόν και Νόαμ Τσόμσκι, ως τους πάσης φύσεως μαρξιστές. Και μια (ευρεία) τέταρτη εκπροσωπούν οι «καινοτόμοι»: οι ντελεζο-φουκωικοί Νέγκρι και Χαρτ, ο εγελιανός λακανικός Ζίζεκ, η Μπενχαμπίμπ, που συνδυάζει τον Χάμπερμας και την Άρεντ με τον φεμινισμό, η Ριβέρα των «σπουδών υποτέλειας», η Μπάτλερ κ.ά. Οι «αντι-ειδικοί» είναι η πέμπτη περίπτωση: πρόκειται κυρίως για πανεπιστημιακούς, οικονομολόγους και εμπειρικούς κοινωνιολόγους (ATTAC, Ινστιτούτο Κοπέρνικος, καμπάνιες κατά του AIDS), που επιχειρούν μια εσωτερική κριτική στο επιστημονικό πεδίο τους ή δραστηριοποιούνται σε θεματικά κινήματα.

Έκτη και τελευταία κατηγορία είναι οι «καθοδηγητές»: μέλη πολιτικών οργανώσεων, όπως ο Γάλλος φιλόσοφος Ντανιέλ Μπενσαΐντ ή ο Άλεξ Καλίνικος· επικεφαλής αντάρτικων κινημάτων, όπως ο Μάρκος· και στελέχη αριστερών κυβερνήσεων, όπως ο Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα.

Προοπτικές μετά την ήττα

Όπως είναι φανερό, οι θεωρητικοί που διατηρούν οργανική σχέση με πολιτικά εγχειρήματα, εκπροσωπούν μια μειονότητα: οι περισσότεροι από τους νέους κριτικούς είναι πανεπιστημιακοί. Μια πιθανή εξήγηση γι’ αυτό, που παίρνει υπόψη την μαζικοποίηση του Πανεπιστημίου, βρίσκεται στην υπόθεση της ανάδυσης ενός «γνωσιακού καπιταλισμού», την οποία στηρίζουν οι Νέγκρι και Χαρτ. Ανατρέχοντας στον Γάλλο μαρξιστή Μισέλ Ισσόν, όμως, ο Κεσεγιάν στέκεται κριτικά στην υπόθεση αυτή: «Το εργατικό δυναμικό αυξάνεται πράγματι και στα δύο άκρα», λέει ο Ισσόν, δηλαδή «το δυναμικό των γνωσιακών εργαζομένων αυξάνεται πολύ γρήγορα· όμως ο μεγάλος όγκος των θέσεων εργασίας που δημιουργούνται είναι θέσεις ανειδίκευτων στους τομείς του εμπορίου και των υπηρεσιών» (σ. 242).

Ο «ακαδημαϊσμός», λοιπόν, της νέας κριτικής σκέψης δεν είναι αντικειμενικό αποτέλεσμα του υποτιθέμενου τέλους της εργασίας: η εξήγηση πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στην πολιτική υποχώρηση της Αριστεράς και στην αποκοπή των αριστερών διανοούμενων από τις πολιτικές οργανώσεις: μια τάση που προϋπήρχε, και που οι διαδοχικές ήττες του 20ού αιώνα επιδείνωσαν. Μπορεί άραγε να αντιστραφεί; Η απάντηση για τον συγγραφέα δεν μπορεί να δοθεί έξω από τη συνολική προοπτική του σοσιαλισμού στην περίοδο που εγκαινίασε το 1989.

Στις Θεωρίες για το τέλος της Ιστορίας, όπου προσφεύγει για να στηρίξει το επιχείρημά του ο Κεσεγιάν, ο άγγλος μαρξιστής Πέρι Άντερσον έχει προτείνει τέσσερα σενάρια για την προοπτική αυτή. Το πρώτο είναι ο σοσιαλισμός να καταλήξει μια ιστορική παρένθεση: Τον 17ο και 18ο αιώνα, οι ιησουϊτικές κοινότητες Γκουαρανί είχαν οργανωθεί σε εξισωτική βάση, σέβονταν τα έθιμα των αυτοχθόνων και ενέπνεαν με το παράδειγμά τους στοχαστές όπως ο Βολταίρος και ο Μοντεσκιέ. Όμως ο ισπανικός θρόνος τις διέλυσε, διώχνοντας τους Ιησουΐτες από την Παραγουάη και κάνοντάς τους οριστικά παρελθόν. Ένα δεύτερο σενάριο είναι ο ριζικός μετασχηματισμός του σοσιαλισμού: η αμφισβήτηση, λόγου χάρη, του πρωτείου της εργατικής τάξης στην υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής ή η εγκατάλειψη του στρατιωτικού στρατηγικού μοντέλου – της λενινιστικής «ανάγνωσης» του Κλαούζεβιτς. Μια τρίτη δυνατότητα είναι ο σοσιαλισμός να εγκαινιάσει έναν καινούριο κύκλο επαναστάσεων, που θα αναφέρονται στην ίδια «μήτρα» – ό,τι δηλαδή έκανε η Γαλλική Επανάσταση με το 1848, την Κομμούνα και το Λαϊκό Μέτωπο. Και το τέταρτο, το τελευταίο σενάριο, είναι αυτό της «ολικής επαναφοράς» του σοσιαλισμού, όπως συνέβη με τον φιλελευθερισμό: θρίαμβος ως τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βαθιά κρίση, επιθετική ανάκαμψη.

Παρά τις διαδοχικές ήττες, γράφει ο Κεσεγιάν, η ριζοσπαστικοποίηση της δεκαετίας του ’90 και η συζήτηση για τον «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» αποκλείουν το σενάριο της «παρένθεσης». Αντίστοιχα αποκλείεται και το ενδεχόμενο της ολικής επαναφοράς: ο βιομηχανικός πολιτισμός, που γέννησε τον ιστορικό κομμουνισμό, δεν έχει εξαλειφθεί – έχει όμως μετασχηματιστεί σε βάθος. Πιθανότατα, λοιπόν, η προοπτική του σοσιαλισμού θα κριθεί ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο σενάριο, αλλά υπό τρεις όρους: Ο πρώτος, λέει ο συγγραφέας ανατρέχοντας στον Ντανιέλ Μπενσαΐντ, είναι το ζήτημα της στρατηγικής. Στον 20ο αιώνα, κάθε επαναστατικό συμβάν συνδύασε, σε διάφορες αναλογίες, την εξεγερτική γενική απεργία (όπως η Κομμούνα και το ρωσικό 1917) με τον παρατεταμένο λαϊκό πόλεμο (βλ. Κίνα και Βιετνάμ). Η αμφισβήτηση του μοντέλου αυτού, τονίζει ο Κεσεγιάν, δεν μπορεί να στηρίζεται, όπως συμβαίνει επί δεκαετίες για διάφορες σοσιαλδημοκρατικές προσεγγίσεις, στη σκέψη του Γκράμσι: στην πραγματικότητα, «ο Γκράμσι ήταν βαθιά λενινιστής» (σ. 75)[5]. Ανανεωμένο από μια ενδεχόμενη συνάντηση με την πολιτική ανυπακοή (Γκάντι), όπως έχει προτείνει ο Ετιέν Μπαλιμπάρ (και επικαιροποιημένο με βάση τις τελευταίες αποτυχίες των αριστερών κυβερνήσεων, θα προσθέταμε), το μοντέλο του 20ού αιώνα οδηγεί αναπόφευκτα στην έννοια της «στρατηγικής κρίσης» – άρα στην επικαιρότητα του «κόμματος-στρατηγού» – μια ακόμα θεωρητική οφειλή του Κεσεγιάν στον Ντανιέλ Μπενσαΐντ.

Υπάρχουν, ωστόσο, δύο ακόμα κρίσιμοι πυλώνες. Είναι το οικολογικό ζήτημα και η επείγουσα ανάγκη μιας θεωρίας που, στο πρότυπο του Μαρξ, να επιχειρήσει τη συνολική εκτίμηση του πλανητικού οικολογικού προβλήματος, συνδέοντάς το ταυτόχρονα με ένα μαχητικό κίνημα. Και βέβαια το ζήτημα γενικά της θεωρίας: είναι πιθανό, λέει ο Κεσεγιάν, παρά τα κινήματα που εμφανίζονται στις ΗΠΑ, η μέχρι σήμερα αμερικανοποίηση της κριτικής θεωρίας (με την έννοια του ελιτίστικου διαχωρισμού αμερικανικών πανεπιστημίων και πολιτικής), «να φέρει το σπέρμα της πολιτικής εξουδετέρωσής της» (σ. 435).

Και μόνο ως βιβλίο ιστορίας ιδεών, το Αριστερό ημισφαίριο κερδίζει το «στοίχημά» του, ως εισαγωγικό στη νέα θεωρητική σκέψη της Αριστεράς. Όμως με βάση και τα παραπάνω, στην πραγματικότητα συμβάλλει τα μέγιστα στο ερώτημα γιατί σκεφτόμαστε όπως σκεφτόμαστε τον κόσμο – από τη σκοπιά, ωστόσο, της αλλαγής του.

______________

[1] Αυτές οι αποτυχίες είναι το θέμα του ενδιαφέροντος (παρά το διαρκές «φλερτ» με αντικομμουνιστές ιστορικούς τύπου Νικολά Βερτ) βιβλίου του Μαρκ Φερό, Τύφλωση. Ή γιατί αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα (εκδ. Μεταίχμιο).

[2] Βλ. Β. Λένιν, Για τον Μαρξ και τον μαρξισμό.

[3] Ο Χίλεφερντινγκ και η Λούξεμπουργκ δίδαξαν πολιτική οικονομία στη σχολή του ΣΚΓ στο Βερολίνο, ενώ ο Λένιν και ο Ριαζάνοφ έκαναν μαθήματα στους μπολσεβίκους εργάτες στο Longjumeau, και ο Μπάουερ έδινε μαθήματα στο κέντρο του Σοσιαλιστικού Κόμματος Αυστρίας στη Βιέννη. Βλ. Πέρι Άντερσον, Ο δυτικός μαρξισμός (μτφρ.: Αλέκος Ζάννας), Κέδρος 1978.

[4] Βλ. Μichael Christofferson, Les intellectuels contre la Gauche. L’ idéologie antitotalitaire en France (1968-1981), Agone, 2004.

[5] Για τη σχετική συζήτηση, βλ. Peter Thomas, Τhe Gramscian Moment. Philosophy, Hegemony and Marxism, 2009.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι