Ψυχική υγεία, γνώση και (αντι)εξουσία. Συζήτηση με τη Βάσια Λέκκα

Η Βάσια Λέκκα διδάσκει Ιστορία και Θεωρία της Ψυχιατρικής και Ιστορία της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το βιβλίο της Ιστορία και Θεωρία της Ψυχιατρικής. Από τον Ιπποκράτη μέχρι το κίνημα της αντιψυχιατρικής και τον Michel Foucault, που κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις futura, και τα δύο επόμενα, το The Neurological Emergence of Epilepsy (Springer, 2014) και το Διάχυση συνόρων, χάραξη σωμάτων, σημεία καταγραφής (futura, 2016), το οποίο συνυπογράφει με τον Γρηγόρη Πανουτσόπουλο και τον Θανάση Λάγιο, επικαιροποιούν έναν διαχρονικό προβληματισμό για τη σχέση γνώσης και εξουσίας – για τον πολιτικό ρόλο της επιστήμης και της τεχνολογίας, και δη σε τομείς «αιχμής», όπως είναι σήμερα η ψυχική υγεία και το προσφυγικό. Η δουλειά της αυτή, που βρίσκει ολοένα μεγαλύτερη απήχηση από το Πανεπιστήμιο ως τις συζητήσεις διάφορων κινηματικών συλλογικοτήτων ανά την Ελλάδα, ήταν η αφορμή για μια συζήτηση μαζί της, που θέλαμε να κάνουμε καιρό.

***

  1. Οι επιπτώσεις της κρίσης στην ψυχική υγεία, εκτός από βιωμένη εμπειρία, είναι πλέον κοινή παραδοχή, τόσο για τους χώρους της αντίστασης, όσο και για «μέινστριμ» αναλύσεις: ένα μόνο παράδειγμα είναι η έρευνα του «ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ», τον Απρίλη του 2016. Όπως όμως δείχνεις στο Ιστορία και Θεωρία της Ψυχιατρικής, η συσχέτιση οικονομίας, κοινωνίας και υγείας έχει πολύ διαφορετικά κίνητρα ανά περίπτωση. Μπορούμε να πούμε ότι ο νεοφιλελευθερισμός «επενδύει» σήμερα, πολιτικά και οικονομικά, στην ψυχική υγεία και στην ψυχική ασθένεια; Κι αν ναι, πώς και με ποιους στόχους;

Πράγματι, ό,τι ορίζεται ως «ψυχική υγεία» και «ψυχική ασθένεια» δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένο από το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που το συγκροτεί και το ορίζει ως τέτοιο. Ως εκ τούτου, σήμερα, εντός των νεοφιλελεύθερων κοινωνιών παρατηρούμε αφενός μία εντεινόμενη τάση ψυχιατρικοποίησης/ψυχολογικοποίησης μίας σειράς συναισθημάτων και καταστάσεων, όπως είναι ο φόβος, η ανασφάλεια, η δυσφορία, η οργή, τα οποία είναι απότοκα και προϊόντα της κρίσης του ίδιου του συστήματος που βιώνουμε και τα οποία ερμηνεύονται και αντιμετωπίζονται ως ψυχικές διαταραχές – ας θυμηθούμε την απόπειρα να ιδωθεί η αυτοκτονία του Δημήτρη Χριστούλα το 2012, μία καθαρά πολιτική πράξη, ως αποτέλεσμα κάποιας λανθάνουσας ψυχικής διαταραχής. Αφετέρου, παρατηρούμε έναν συνεχή πολλαπλασιασμό των «ψυχικών διαταραχών»· μία ματιά στην τελευταία έκδοση του “Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders” της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, το DSM-5 του 2013, αρκεί για να το καταδείξει. Διότι καθετί που αποκλίνει από το κανονιστικό πρότυπο ενός παραγωγικού, αποδοτικού υποκειμένου μπαίνει στο μικροσκόπιο της ψυχιατρικής γνώσης και κατηγοριοποιείται ως «παθολογικό». Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι η ολοένα και αυξανόμενη συχνότητα διάγνωσης της ΔΕΠ-Υ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας) στα παιδιά και φαρμακολογικής αντιμετώπισής της, μέσω της οποίας επιχειρείται η πειθάρχηση και κανονικοποίηση της παιδικής ηλικίας και του παιδικού σώματος, καθορίζεται το τι συνιστά «κανονικό» και «παθολογικό» παιδί και, κατ’ επέκταση, «κανονικός» και «παθολογικός» ενήλικας.   

  1. Ισχυρίζεσαι ότι η επιστημονική πρόοδος στον τομέα της ψυχικής υγείας (λόγου χάρη στις νευροεπιστήμες) είναι, με μια έννοια, ανανέωση του «παραδείγματος» που κυριαρχούσε ως και τον 19ο αιώνα. Από ποιες απόψεις συμβαίνει αυτό;

Αυτή η ανανέωση του «παραδείγματος», εάν θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε έτσι, με ό,τι, δηλαδή, διαφορετικό φέρει κάθε ανανέωση, του 19ου αιώνα και της λεγόμενης «πρώτης βιολογικής ψυχιατρικής», αναδεικνύεται ευκρινώς μέσα από την κυριαρχία των νευροεπιστημών και του αναλυτικού τους μοντέλου στην ψυχιατρική, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1980. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι η δεκαετία του 1990 είχε ανακηρυχθεί ως η «Δεκαετία του Εγκεφάλου» από τον τότε αμερικανό πρόεδρο Τζωρτζ Μπους. Πλέον, τείνουμε προς έναν σύγχρονο βιολογικό αναγωγισμό στον τρόπο ερμηνείας και αντιμετώπισης των ψυχικών διαταραχών ως απόρροια εγκεφαλικών διαταραχών και δυσλειτουργιών, που μας φέρνει στο μυαλό τις επιστημονικά ανερμάτιστες και πολιτικά ολέθριες ευγονικές θεωρίες του β’ μισού του 19ου αιώνα, με τεράστιες συνέπειες και για όσους/ες διαγιγνώσκονται ως «ψυχικά ασθενείς», καθώς το στίγμα και ο αποκλεισμός που συνοδεύουν την ψυχική ασθένεια «νομιμοποιούνται» μέσω επιστημονικών και, άρα, a priori «αντικειμενικών» και ακλόνητων δεδομένων που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση ή πολιτική κριτική.

  1. Το Ιστορία και Θεωρία της Ψυχιατρικής βλέπει την εξέλιξη των επιστημών της ψυχικής υγείας κριτικά – άλλοι θα έλεγαν «απαισιόδοξα»: ως ιστορία επιστημονικών λόγων και πρακτικών που αποβλέπουν στο να πειθαρχηθεί το «παθολογικό» και, από εκεί, να συγκροτηθούν κανόνες για το πώς πρέπει να είναι το «υγιές». Η ματιά αυτή συνδέεται με την οπτική του Μισέλ Φουκώ όσον αφορά τη «διαπλοκή» γνώσης και εξουσίας. Και προφανώς παίρνει υπόψη την αποτρόπαια εμπειρία της ναζιστικής ευγονικής, την εργαλειοποίηση της ψυχιατρικής κ.ο.κ. Αν όμως το σημαντικότερο είναι οι λόγοι περί ασθένειας (όχι δηλαδή η ίδια η απώλεια της «σωματικής, διανοητικής και κοινωνικής ευεξίας», όπως ορίζεται η υγεία), αν η επιστημονική και γενικά η δημόσια μέριμνα για την ψυχική υγεία είναι αποκλειστικά ή κυρίως «εξουσιαστική», κι αν ό,τι θεωρούμε ψυχική ασθένεια το δούμε ως εύλογη «δυσφορία στον (αστικό) πολιτισμό», γιατί τότε να διαμαρτυρόμαστε όταν το κράτος απαξιώνει τις δημόσιες δομές φροντίδας ψυχικής υγείας; Έστω με τις καλύτερες προθέσεις, ένας τέτοιος ιδεολογικός «αντικρατισμός» (ένας Φουκώ χωρίς Μαρξ…) δεν θα ήταν «συμβατός» με την οργανωμένη απόσυρση του κράτους από τη φροντίδα και της ψυχικής υγείας – με την αδιαφορία, δηλαδή, για τις ζωές που κρίνονται «ανάξιες να ζουν»;

Νομίζω ότι μιλάμε για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα, που δεν αντιβαίνουν το ένα το άλλο, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Το να ασκούμε κριτική στην κυρίαρχη επιστημονική γνώση και στις «επίμονες ιστορίες που συνηθίζουμε να λέμε για την επιστήμη», όπως επισημαίνει ο Steven Shapin, δηλαδή, στη διάρθρωση εξουσίας-γνώσης και στη χάραξη διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα σε «σώματα με σημασία» και σώματα «χωρίς σημασία», δεν έρχεται σε αντίθεση με τη διεκδίκηση δημόσιων δομών για την ψυχική υγεία για όλους και όλες, σε πείσμα της στροφής προς την ιδιωτικοποίηση αυτών των δομών που επιχειρείται μέσα από τη συστηματική απαξίωση και διάλυσή τους. Προφανώς, λοιπόν, το ζήτημα δεν είναι η διαχείριση και η μέριμνα της υγείας να μετατοπιστεί από τα χέρια του κράτους στα χέρια των ιδιωτών, αλλά να υπονομευθεί ο κυρίαρχος λόγος γύρω από το «κανονικό» και το «παθολογικό». Ας θυμηθούμε εδώ τον Franco Basaglia και τον νόμο 180/78 που μετάλλαξε ουσιαστικά το σύστημα για την ψυχική υγεία στην Ιταλία – η κριτική του Basaglia, όμως, δεν σταμάτησε εκεί… Με άλλα λόγια, το ζητούμενο δεν είναι να υιοθετήσουμε μία «αισιόδοξη» ή «απαισιόδοξη» οπτική των πραγμάτων, αλλά να εξετάσουμε κριτικά το ρόλο, σε επιστημολογικό και πολιτικό επίπεδο, που διαδραματίζει η ίδια η συγκρότηση των ψυχιατρικών διαγνώσεων και τις πολιτικές και άλλες επιπτώσεις που έχει για το ίδιο το άτομο το γεγονός της διάγνωσης καθ’ εαυτήν, καθώς και για ολόκληρη την κοινωνία – πόσο μάλλον εάν η εστία παραγωγής και εκμετάλλευσης αυτού του συμπλέγματος εξουσίας και γνώσης απλώς «αλλάζει χέρια»…

  1. Το να αναδεικνύει κανείς τα όρια, τα σφάλματα ή τις ολέθριες συνέπειες πρακτικών που θεωρούνται «επιστημονικές», σημαίνει να αμφισβητεί παγιωμένες αντιλήψεις για το τι είναι θετική γνώση, τι προάγει την πρόοδο κ.ο.κ. Πόσο έτοιμο είναι για κάτι τέτοιο το σημερινό ελληνικό Πανεπιστήμιο; Από την άλλη, μπορεί η κριτική στον θετικισμό να προφυλαχτεί από τον απόλυτο σχετικισμό («anything goes»), όπου όλα επιτρέπονται, αν έχεις την ισχύ να τα υποστηρίξεις;

Θα απαντούσα: δυστυχώς, ολοένα και λιγότερο! Διότι το Πανεπιστήμιο, ως θεσμός, είναι ένα ιστορικό προϊόν και ως ιστορικό προϊόν υπόκειται σε μετασχηματισμούς που βρίσκονται σε αντιστοιχία με τις ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. Επομένως, σε ένα νεοφιλελεύθερο σύστημα, οφείλουμε να εξετάσουμε πώς το δόγμα TINA (There Is No Alternative) διαπερνά το Πανεπιστήμιο και υπονομεύει τον κριτικό χαρακτήρα που πρότασσε το προηγούμενο «παράδειγμα». Θα συμπλήρωνα, όμως, ότι αφενός αυτό δεν αφορά μονάχα το ελληνικό Πανεπιστήμιο, αλλά το Πανεπιστήμιο διεθνώς. Και ότι, αφετέρου, στο πλαίσιο των σχέσεων εξουσίας και γνώσης, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να διανοιχθούν ρωγμές και να αποτυπωθούν σημεία αντίστασης. Αυτός, άλλωστε, είναι και ένας από τους λόγους που, σε επιστημολογικό επίπεδο, έχω εστιάσει, ακολουθώντας μία κριτική παράδοση στη διεθνή βιβλιογραφία, στο να πάω ένα βήμα πέρα από τις συνήθεις θετικιστικές αφηγήσεις στην ιστορία της (ψυχ)ιατρικής, προς μία ουσιωδώς κριτική προσέγγιση στον κυρίαρχο επιστημονικό λόγο. Συχνά, αυτή η προσέγγιση δαιμονοποιείται ως «απόλυτος σχετικισμός», καθώς, κατ’ ουσίαν, αμφισβητεί την τυφλή πίστη και υπακοή στο δόγμα ΤΙΝΑ, και μας προ(σ)καλεί να αμφισβητήσουμε και να αναθεωρήσουμε τις βεβαιότητες μέσω των οποίων έχουμε συγκροτηθεί ως υποκείμενα.

  1. Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες είναι σήμερα οι πληθυσμοί πάνω στους οποίους δοκιμάζονται τεχνολογίες εξουσίας ταυτισμένες με «ακραίες» ιδεολογίες και θεωρητικά ξεπερασμένα ολοκληρωτικά καθεστώτα: χωρικός διαχωρισμός, μαζικός στρατοπεδικός εγκλεισμός, βιομετρικές μέθοδοι επιτήρησης. Αυτό είναι και το θέμα του βιβλίου Διάχυση συνόρων, χάραξη σωμάτων, σημεία καταγραφής, το οποίο συνυπογράφεις. Ως πού μπορούν να φτάσουν οι τάσεις αυτές; Και ποιες αντιστάσεις εναντίον τους θα ξεχώριζες;

Όπως έχει υπογραμμίσει ο Μισέλ Φουκώ και όπως έχει καταδειχθεί ιστορικά, ο ρατσισμός συνιστά συστατικό και δομικό στοιχείο της εύρυθμης λειτουργίας των νεωτερικών βιοπολιτικών κοινωνιών, που παράγει και εδραιώνει διχοτομήσεις ανάμεσα σε «αξιοβίωτα» υποκείμενα και «αποκείμενα» των οποίων οι ζωές κρίνονται ως «ανάξιες να βιωθούν». Δυστυχώς, εάν στο παρελθόν ο ρατσισμός υπήρξε μία «ακραία» στρατηγική με τραγική κατάληξη τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, σήμερα, είμαστε μάρτυρες αντίστοιχων σκληρών διχοτομήσεων και ρατσιστικών πρακτικών, που νομιμοποιούνται από το κέντρο του πολιτικού και επιστημονικού λόγου και διαχέονται σε όλο το κοινωνικό σώμα – ας θυμηθούμε το πώς διαχειρίστηκαν πολιτικές δυνάμεις που καταδίκαζαν τα άκρα, με τη σιωπηλή συναίνεση ενός μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, την υπόθεση των «οροθετικών ιερόδουλων». Αναμφίβολα, αυτές οι πρακτικές βρίσκονται πάντοτε αντιμέτωπες με πλέγματα και σημεία αντίστασης, με εστίες αλληλεγγύης, που μας υπενθυμίζουν, εν τέλει, την αναγκαιότητα αυτού που μας προσκαλεί και ο Ζιλ Ντελέζ να κάνουμε, δηλαδή, να αναζητούμε διαρκώς νέα όπλα και μορφές αντίστασης ενάντια στις δομές εξουσίας στις σύγχρονες κοινωνίες του ελέγχου.  

[Πίνακας: Ιερώνυμος Μπος, Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας, 1494]

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι