Η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η Γερμανία και η επιστροφή των εθνικισμών, του Χρήστου Χατζηιωσήφ

Με τη μελέτη του Η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η Γερμανία και η επιστροφή των εθνικισμών, που κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Βιβλιόραμα (128 σελ.), ο Χρήστος Χατζηιωσήφ αναλύει τις εξελίξεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη, θέλοντας να φωτίσει ένα «παράδοξο»: οι εθνικισμοί επιστρέφουν ορμητικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κι η επιστροφή αυτή είναι μια διαδικασία που παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια τόσο στο εσωτερικό των κρατών μελών όσο και στους διαγκωνισμούς μεταξύ τους. Στο βιβλίο αυτό, λοιπόν, ο σημαντικότερος ίσως Έλληνας μαρξιστής ιστορικός (και ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της οικονομίας και των ιδεών), εξετάζει θέματα όπως τα αίτια και οι αδυναμίες της γερμανικής οικονομικής και πολιτικής ηγεμονίας, ο «βουβός» μέχρι πρότινος γερμανικός εθνικισμός και οι διαφορές του με τους υπόλοιπους, η σχέση της επανόδου των εθνικισμών με την πολιτική της περικοπής των κοινωνικών παροχών και των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, η «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση». Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο.

/var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2017/04/170402 17741177 10212240505585164 763125108 n

 

Η επιστροφή στη Mitteleuropa

Μια καλή ιδέα για το πώς αντιλαμβάνονται οι σημερινοί Γερμανοί ιθύνοντες τη θέση τους στην Ευρώπη και τον κόσμο μας δίνει το βιβλίο του καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου Χέρφριντ Μύνκλερ, που κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2015, με τίτλο Η Δύναμη στο Κέντρο και υπότιτλο Τα νέα καθήκοντα της Γερμανίας στην Ευρώπη. Δεν πρόκειται για το μόνο βιβλίο που συνηγορεί υπέρ ενός ενισχυμένου ρόλου της Γερμανίας στα ευρωπαϊκά πράγματα και γενικότερα στον κόσμο. Η διαφορά του έγκειται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας είναι συνομιλητής και σύμβουλος της καγκελαρίου Μέρκελ. Εξάλλου, ο ίδιος διευκρινίζει ότι οι απόψεις του δεν αποτελούν μια απλή ακαδημαϊκή άσκηση, αλλά έχουν πρακτική σημασία. Αφετηρία της ανάλυσης του Μύνκλερ είναι αυτό που χαρακτηρίζει «το ευρωπαϊκό παράδοξο», το οποίο συνίσταται στο ότι η πολιτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, «αντί της αναμενόμενης εντατικότερης συνεργασίας ανάμεσα στις εθνικές κυβερνήσεις στην Ευρώπη έφερε συχνότερες διενέξεις, αμοιβαίες μομφές και αναβίωση των εθνικών προκαταλήψεων». Το ευρώ, ειδικότερα, «ενίσχυσε τις κεντρόφυγες δυνάμεις […], επιφέροντας έναν πραγματικό αναβρασμό των εθνικών μνησικακιών και απωθήσεων, τον οποίο κανένας δεν μπορούσε να τον φανταστεί». Οι αντιθέσεις είναι ιδιαίτερα έντονες ανάμεσα στον ευρωπαϊκό Βορρά και τον Νότο, έχοντας αντικαταστήσει την προηγούμενη διάσταση Ανατολής και Δύσης, κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ο Μύνκλερ δεν ασχολείται με τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση. Δέχεται, έτσι, ότι «αναμφισβήτητα η Γερμανία επωφελήθηκε συγκριτικά περισσότερο από τη δημιουργία της κοινής αγοράς. Ένα εξωστρεφές βιομηχανικό έθνος –γιατί τέτοιο παρέμεινε η Γερμανία, σε αντίθεση με πολλούς από τους ευρωπαίους γείτονές της– επωφελείται όταν οι γείτονές του δεν κλείνουν με προστατευτικά μέτρα τις αγορές τους στις εισαγωγές». Υπονοεί, λοιπόν, το ότι η Γερμανία παρέμεινε βιομηχανική δύναμη οφείλεται στις σωστές επιλογές στην οικονομική πολιτική, αν όχι στις γερμανικές προτεσταντικές αρετές, ενώ η αποβιομηχάνιση των εταίρων της στις δικές τους λανθασμένες επιλογές, και όχι στον γερμανικό ανταγωνισμό σε μια ενιαία οικονομική ζώνη. Δεν διευκρινίζει, επίσης, τον τρόπο με τον οποίο το ευρώ ενέτεινε τις αποκλίσεις, τις οποίες διαπιστώνει,  ανάμεσα στις ευρωπαϊκές οικονομίες. Σπεύδει όμως να προσθέσει ότι η Γερμανία επωφελήθηκε συγκριτικά περισσότερο από άλλες χώρες, αλλά παράλληλα συμβάλλει, και πάλι συγκριτικά, περισσότερο με τις συνεισφορές της στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Και αυτό το δεδομένο το θεωρεί απόδειξη ότι η ευρωπαϊκή πολιτική της Γερμανίας δεν αποβλέπει στην άνευ όρων επιβολή των δικών της συμφερόντων.

Στο σχήμα του, λοιπόν, η Γερμανία, μακράν από το να είναι το πρόβλημα, αποτελεί τη λύση στα προβλήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και της σφαίρας επιρροής της έφερε την ενωμένη Γερμανία στο κέντρο της Ευρώπης, ενώ στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου τα δύο γερμανικά κράτη βρίσκονταν στα άκρα των δύο αντίπαλων κοινωνικοοικονομικών συστημάτων. Η Δύναμη στο Κέντρο της Ευρώπης έχει τη δυνατότητα και το καθήκον να εξισορροπήσει τα αντιτιθέμενα συμφέροντα του ευρωπαϊκού Βορρά και του Νότου, της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης. Οι ευθύνες της είναι ακόμα μεγαλύτερες, γιατί με τη βαθμιαία απόσυρση των ΗΠΑ από την Ευρώπη «η Δύση όπως την ξέραμε δεν υφίσταται πλέον». Για να μπορέσει να επιτελέσει τη λειτουργία της, η «Δύναμη στο Κέντρο» πρέπει να εφαρμόσει μια κεντρώα πολιτική, την οποία εξασφαλίζει μια συμμαχική κυβέρνηση του Κέντρου. Χαρακτηριστικά αυτής της πολιτικής είναι η αυτοσυγκράτηση και η περίσκεψη, που δεν πρέπει να συγχέονται με τη διστακτικότητα και την έλλειψη αποφασιστικότητας. Εδώ ο Μύνκλερ δεν υποστηρίζει μόνο τις γερμανικές φιλοδοξίες στην Ευρώπη, αλλά περιγράφει και επαινεί τα χαρακτηριστικά της τακτικής που ακολούθησε η καγκελάριος Μέρκελ στη διάρκεια της ελληνικής κρίσης και έμμεσα απαντά στις συνήθεις κριτικές για αναβλητικότητα και καιροσκοπισμό που έχει δεχθεί η πολιτική της, τόσο στο εσωτερικό της Γερμανίας όσο και στο εξωτερικό. Σύμφωνα με ορισμένους σχολιαστές, στο σημείο αυτό ο Μύνκλερ μεταφέρει, στα σύγχρονα γερμανικά συμφραζόμενα, την αριστοτελική αρχή της μεσότητας. Ακολουθώντας τη γραμμή της σύγχρονης μεσότητας, η Γερμανία του 21ου αιώνα δεν θα επαναλάβει, κατά τον συγγραφέα, τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε τις δύο φορές που αποπειράθηκε να κυριαρχήσει με στρατιωτικά μέσα επί της Ευρώπης, τον περασμένο αιώνα.

Αυτή η «κεντρώα» μετριοπάθεια και η διαπίστωση ότι η Γερμανία δεν διαθέτει πλέον μια αναμφισβήτητη στρατιωτική υπεροχή, όπως στο παρελθόν, δεν αρκεί για να κατευνάσει τις ανησυχίες του αναγνώστη που διατηρεί αμφιβολίες για το κατά πόσο η Γερμανία «θα κατανοήσει ότι πρέπει να χειριστεί εξυπνότερα και με μεγαλύτερη ευθύνη από ό,τι στο παρελθόν τον ρόλο της “κεντρικής δύναμης στης Ευρώπης”». Από την κατανόηση αυτή εξαρτάται σε καθοριστικό βαθμό, κατά τον Μύνκλερ, το πολιτικό μέλλον της Ευρώπης. Οι αμφιβολίες του αναγνώστη δεν οφείλονται μόνο στην επιμελή αποφυγή ανάλυσης των οικονομικών αιτίων της ευρωπαϊκής κρίσης, αλλά και σε αφορισμούς όπως ότι «η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ήταν και παραμένει μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία για να μπορέσει να την εκθέσει κανένας στον έλεγχο και τις ενστάσεις του πληθυσμού», δηλαδή στις εκλογές και τα δημοψηφίσματα. Ο «πεφωτισμένος δεσποτισμός» που υποστηρίζει ο Μύνκλερ απηχεί, και σε αυτό το σημείο, τις αντιλήψεις της Γερμανίδας καγκελαρίου. Η Άνγκελα Μέρκελ είχε δηλώσει το 2011, με αφορμή την επικείμενη ψήφιση του προϋπολογισμού στην Πορτογαλία: «Ζούμε βέβαια σε μια δημοκρατία, και αυτή [η Πορτογαλία] είναι μια κοινοβουλευτική δημοκρατία. Και γι’ αυτό [η ψήφιση] του προϋπολογισμού αποτελεί κεντρικό δικαίωμα του Κοινοβουλίου, και γι’ αυτό το λόγο θα βρούμε τρόπους, ώστε η συμμετοχή του Κοινοβουλίου στις αποφάσεις να διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο που, παρόλα αυτά, να είναι συμβατή με την αγορά».  Στην περίπτωση όμως που η Πορτογαλία ή κάποια άλλη χώρα του Νότου δεν ευθυγραμμίζεται με τις απαιτήσεις των αγορών, τότε, σύμφωνα με την αντίληψη περί δημοκρατίας της Μέρκελ και του Μύνκλερ, η Δύναμη στο Κέντρο θα πρέπει να φροντίσει να την πειθαναγκάσει. «Μακροπρόθεσμα κάποιος μπορεί να παραμείνει ταμίας [της Ευρώπης], μόνο αν είναι πρόθυμος να αναλάβει τον δυσκολότερο ρόλο του σκληρού παιδαγωγού», είναι η επί το γερμανικότερον εκδοχή του γνωστού «καρότο και μαστίγιο». Τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης, άλλωστε, μετά την έναρξη της κρίσης, είχαν χρησιμοποιήσει, κατ’ επανάληψη και ίσως με υπερηφάνεια, ενδεικτική του νέου γερμανικού εθνικισμού, τον χαρακτηρισμός «σκληρός παιδαγωγός» (Zuchtmeister), για τη γερμανική κυβέρνηση συνολικά ή ειδικότερα για την καγκελάριο Μέρκελ και τον υπουργό Σόιμπλε.

Ο συνταγματικός πατριωτισμός εναντίον του εθνικισμού

Στο σημείο αυτό, είναι αναγκαίες δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη είναι ότι δεν πρέπει να δημιουργηθεί η εντύπωση πως παρόμοιες αντιδημοκρατικές και εθνικιστικές απόψεις παραμένουν στην ίδια τη Γερμανία χωρίς αντίλογο. Η δεύτερη είναι ότι ανάλογες απόψεις εκφράζονται και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η σημερινή γερμανική κοινωνία είναι εξίσου διχασμένη στο ζήτημα της Ευρώπης και της εθνικής κυριαρχίας, όπως και οι άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ο αντίλογος στον Μύνκλερ ξεκινά μέσα στο ίδιο το πανεπιστήμιό του, καθώς οι φοιτητές του Χούμπολτ έχουν δημιουργήσει ένα ηλεκτρονικό παρατηρητήριο στο οποίο αναρτούν την κριτική τους στις πολιτικές θέσεις και την ακαδημαϊκή συμπεριφορά του καθηγητή τους. Ο αντίλογος στις θέσεις του Μύνκλερ ακολουθεί δύο ρεύματα, το κοινό σημείο των οποίων είναι η διαπίστωση ότι οι οικονομικές πολιτικές που ακολουθούνται σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπονομεύουν τη δημοκρατία. Αυτοί που ακολουθούν το ένα ρεύμα υποστηρίζουν ότι η αποκατάσταση της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών απαιτεί την επιστροφή στη νομισματική κυριαρχία, δηλαδή στο εθνικό νόμισμα του κάθε κράτους. Γι’ αυτούς, η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης, με τη δημιουργία υπερεθνικών δημοκρατικών θεσμών, αποτελεί ουτοπία, δεδομένων των μεγάλων διαφορών στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Το δεύτερο ρεύμα απορρίπτει την ιδέα μιας γερμανικής ηγεμονίας στην Ευρώπη, όχι μόνο λόγω του βεβαρημένου ιστορικού παρελθόντος της Γερμανίας –στο σχήμα του Μύνκλερ το παρελθόν αυτό αποτελεί την εγγύηση ότι η Γερμανία δεν θα κάνει κατάχρηση της σημερινής ισχύος της–, αλλά και επειδή θεωρεί ότι η εξασφάλιση της δημοκρατίας θα επιτευχθεί με την οικοδόμηση υπερεθνικών δημοκρατικών θεσμών. Οι αντιδημοκρατικοί αφορισμοί του Μύνκλερ κινητοποίησαν αμέσως τα δημοκρατικά αντανακλαστικά διαφόρων σχολιαστών στον Τύπο, αλλά ο κύριος εκπρόσωπος αυτής της τάσης παραμένει ο φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας.  Για τον Χάμπερμας, το διακύβευμα σήμερα στη Γερμανία δεν είναι μόνο η αυριανή ευρωπαϊκή πολιτική, αλλά και οι εσωτερικές ισορροπίες στην κοινωνία, ζητήματα ισότητας και δημοκρατίας. Γι’ αυτό τον λόγο μάχεται υπέρ του συνταγματικού πατριωτισμού και της δημοκρατίας, όχι μόνο για τη Γερμανία, αλλά και για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, όπως παραδέχεται και ο ίδιος, ελλείπει ακόμα μια πραγματική ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα. Θα πρέπει, δυστυχώς, να  επισημάνουμε ότι οι αντιδράσεις αυτές παραμένουν περιορισμένες στους κύκλους των διανοουμένων και ότι η πλειονότητα των Γερμανών, παρόλο που θίγεται και αυτή από την περιοριστική οικονομική πολιτική, έχει πεισθεί από τα κόμματα εξουσίας ότι η πολιτική του «σκληρού παιδαγωγού» απέναντι στην Ευρώπη του Νότου είναι προς το συμφέρον τους.

Η μελέτη του Μύνκλερ ανήκει σε ένα είδος που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη στην Ευρώπη μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και των δορυφορικών της καθεστώτων. Οι προσπάθειες των αμερικανικών και δυτικοευρωπαϊκών επιχειρήσεων να επεκταθούν στην Ανατολική Ευρώπη, σε συνδυασμό με την αμφισβήτηση της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών της περιοχής από τους τοπικούς εθνικισμούς, οδήγησε πολλούς γεωγράφους και πολιτικούς επιστήμονες σε ευφάνταστες γεωπολιτικές θεωρίες. Ορισμένες από αυτές αποτελούσαν ανακύκλωση παλαιότερων γεωπολιτικών σχημάτων. Η Κεντρική Ευρώπη, das Mitteleuropa, στοιχειώνει τη γερμανική πολιτική σκέψη από τον 19ο αιώνα και γνώρισε μεγάλες δόξες κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Μεσοπόλεμο. Η έννοια δεν ήταν απούσα ούτε από τη «Διαμάχη των ιστορικών» της δεκαετίας του 1980.

[Πίνακας: Τιτσιάνο, Η αρπαγή της Ευρώπης, 1561-2]

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι