Εγώ, ο Ντανιελ Μπλέικ: μια ερώτηση σε αναμονή…, του Τάσου Κορωνάκη

Πρόσφατα είδα το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ», του Κεν Λόουτς. Ενώ η ταινία κέρδισε το χρυσό φοίνικα στις Κάννες είχα διαβάσει πολλές κριτικές που ανέφεραν πως η ταινία είναι υπερβολική, προσπαθεί με το ζόρι να σε συγκινήσει και άλλα τέτοια. Εμένα ποτέ δεν με ενόχλησε ο κινηματογράφος διαμαρτυρίας ειδικά όταν είναι τέτοιας ποιότητας όπως αυτός που κάνει ο Λόουτς.

Για όσους μιλούν για υπερβολές, ειδικά στην Ελλάδα, θα έλεγα πως ο Λόουτς αποτυπώνει απλά μια πραγματικότητα που ίσως τους είναι άγνωστη: αυτό είναι το ατού της ταινίας. Μιλάει για κάτι που δεν μιλάνε άλλοι, ενώ θα έπρεπε. Εστιάζει σε ένα ξεχαρβαλωμένο κοινωνικό κράτος με το οποίο έρχονται καθημερινά σε επαφή οι «κανονικοί» άνθρωποι. Περιγράφει την ανασφάλεια και την αυτοενοχοποίηση της ανέχειας. Περιγράφει τον τρόπο που το κράτος στερεί την αξιοπρέπεια από τους εργαζόμενους, τους άνεργους, τους φτωχούς. Κι αν το τραβάει παραπάνω στην εξέλιξη της ταινίας, το μόνο σίγουρο είναι ότι επιχειρεί με κάθε τρόπο, σχεδόν απεγνωσμένα, να γυρίσει το ραβδί από την άλλη μεριά.

Ξεπερνώντας τη συγκίνηση της στιγμής, προσπάθησα να αναλογιστώ πως θα έβλεπαν αυτή την ταινία διάφοροι άνθρωποι. Ποιοι θα ήταν αυτοί που θα έβρισκαν την ταινία τραβηγμένη και ποιοι θα έβλεπαν την ζωή τους, τα άγχη τους, την σχέση τους με το κράτος μέσα στο «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ».

Είμαι σίγουρος πως οι άνθρωποι που ξεκινήσαμε την αγορά της Κυψέλης και τις μέρες αλληλεγγύης με το χαριστικό παζάρι και τα συλλογικά γεύματα, ο κόσμος που έφτιαξε και κράτησε ζωντανό το «Μυρμήγκι» στην Κυψέλη, αλλά και τόσες δομές αλληλεγγύης σε όλη την χώρα, δεν θα έβλεπαν ως καρικατούρα τον Μπλέικ, ούτε καν την άνεργη φίλη του.

Θυμήθηκα τον Μήτσο, αυτόν τον άνθρωπο που τα έχασε όλα στη ζωή του, έμεινε άστεγος και μας περίμενε στην πόρτα του Μυρμηγκιού τις μέρες της βάρδιας για να πάει στην τουαλέτα χωρίς κάποια χρέωση όπως γινόταν στις καφετέριες της περιοχής και να πιεί ένα ζεστό τσάι. Ο Μήτσος τα τελευταία χρόνια είναι στη φυλακή, και πού και πού, όλο και κάποιος θα του πάει τσιγάρα και κανένα καλούδι. Ο Μήτσος δεν είναι καρικατούρα. Δεν είναι καν μία μοναδική εξαίρεση – και ήταν ο πρώτος που μου ήρθε στο νου. Ο Μήτσος βρήκε στο Μυρμήγκι ένα στήριγμα όπως και τόσοι άλλοι Έλληνες και πρόσφυγες, οικονομικοί και πολιτικοί, που παλεύουν αλληλοβοηθούμενοι να καλύψουν βασικές τους ανάγκες.

Η ταινία του Λόουτς όμως δεν αφορά μόνο τέτοιες «ακραίες» περιπτώσεις. Αφορά και τόσους και τόσες που η καθημερινότητά τους έχει δυσκολέψει απίστευτα τα τελευταία χρόνια, ζουν με ρυθμίσεις πάνω σε ρυθμίσεις, ξυπνάνε και κοιμούνται προσπαθώντας να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους, μένουν ανασφάλιστοι, χρεοκοπούν, μένουν άνεργοι, φεύγουν μετανάστες, προσπαθούν να στηρίξουν και να στηριχτούν από τις πετσοκομμένες συντάξεις των γονιών τους και να εξασφαλίσουν τα ελάχιστα για τα παιδιά τους.

Το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» είναι μια ταινία αναφοράς για όλο αυτό τον κόσμο, τα άγχη τους, την καθημερινότητά τους. Είναι μια ταινία που ξύνει πίσω από τους αριθμούς, τα ποσοστά και τους δείκτες των δυτικών κοινωνιών. Που ανατινάζει την δήθεν εικόνα ευημερίας της Ευρώπης και δείχνει τι σημαίνει λιγότερο κράτος, ιδιωτικοποιήσεις και πολιτική επιδόματων. Η ταινία χωρίς να αναφέρεται στην κυρίαρχη πολιτική επικεντρώνει πάνω στα σημάδια που έχει αφήσει στο σώμα της κοινωνίας και έχει ένα χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί αυτή την ταινία του Λόουτς από τις προηγούμενες. Την απουσία της ελπίδας, της άλλης οπτικής, της άλλης λύσης.

Ο Λόουτς επιλέγει να εστιάσει στην βίαιη πραγματικότητα κάνοντας την ταινία κραυγή αγωνίας και όπλο διαμαρτυρίας. Και το κάνει πολύ καλά.

Το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» είναι μια γροθιά στο στομάχι και όποιος δεν το βλέπει, δεν τον αφορά, δεν θέλει να έρθει αντιμέτωπος με την πεινασμένη γυναίκα σε ένα κοινωνικό παντοπωλείο ή νομίζει πως λύνει το πρόβλημα με επιδόματα, ας το ξανασκεφτεί. Ίσως απλά δεν θέλει να έρθει αντιμέτωπος με τις ευθύνες του και με την ανάγκη να αμφισβητήσουμε μια και καλή όσους μας έχουν επιβάλει την σημερινή βαρβαρότητα.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι