Η συνέχιση της «παγκοσμιοποίησης» με άλλα μέσα

Η Δικτύωση για τη Ριζοσπαστική Αριστερά για τη διεθνή συγκυρία και το «τέλος της παγκοσμιοποίησης», τη χρεοκοπία του «προοδευτικού» νεοφιλελευθερισμού και τη συζήτηση της Αριστεράς για τον δρόμο πέρα από τη διαρκή λιτότητα του ευρώ.

Τους τελευταίους μήνες γίνεται εμφανές ότι διανύουμε μια συγκυρία «μετάβασης»: γενικευμένης διεθνούς αταξίας και αναδιάταξης των πόλων ισχύος· απογύμνωσης των εθνικών-αστικών «ιδιοτελειών» και, συμμετρικά, βαθιάς συντηρητικοποίησης. Οι πιο σημαντικές από τις ενδείξεις αυτές αφορούν βέβαια το πρώτο δείγμα γραφής της κυβέρνησης Τραμπ: Την αποχώρηση των ΗΠΑ από την TPP και την όξυνση στις σχέσεις με την Κίνα, το Ιράν, τη Γερμανία και το Μεξικό. Την προσέγγιση, συμμετρικά, με τη Ρωσία, σε μια προσπάθεια διεμβολισμού των BRICS και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τη στελέχωση της νέας κυβέρνησης με εμβληματικές μορφές του αμερικανικού οικονομικού κατεστημένου (αλλά και την ψήφιση δύο οδηγιών για τη χαλάρωση των ελέγχων στις αμερικανικές τράπεζες…). Και βεβαίως, τα μέτρα τύπου Απαρτχάιντ κατά των μεταναστών, την πρωτόγονη αμφισβήτηση του δικαιώματος στην άμβλωση και τις επιθέσεις κατά «ενοχλητικών» δημοσιογράφων, που ξεσηκώνουν διεθνή κατακραυγή.

Την αίσθηση της «μετάβασης» επιτείνουν στην Ευρώπη η έκρυθμη κατάσταση στα Δυτικά Βαλκάνια, κυρίως όμως το ομολογημένο γερμανικό σχέδιο για «Ευρώπη πολλών ταχυτήτων» – με το βάρος που του προσδίδουν η θετική ανταπόκριση Γαλλίας και Ιταλίας, το Brexit και η συνεχιζόμενη κρίση. Στα συμφραζόμενα αυτά, η άνοδος της Ακροδεξιάς –είτε στις «σοβαρές» εκδοχές της, τη γαλλική και την ολλανδική, είτε στις πιο «αρχαϊκές» άλλων χωρών–, επιβεβαιώνεται ως μόνιμη τάση. Αν και για τις ευρωπαϊκές ελίτ εκλαμβάνεται ως απειλή, η τάση αυτή επιταχύνει την αντικοινωνική πορεία που καθοδηγούν οι ίδιες μέσα στην κρίση.

Κρατώντας τις διαφορές ανά χώρα, η άλλη όψη της ανόδου της Ακροδεξιάς είναι η αφομοίωση βασικών ρευμάτων της ευρωπαϊκής Αριστεράς στον «προοδευτικό» νεοφιλελευθερισμό· σε μια πολιτική που αφήνει τoν νεοφιλελευθερισμό χωρίς αντίπαλο – ενώ μέσα σε μια διετία αποδοκιμάστηκε σε τρία δημοψηφίσματα (Ελλάδα, Ιταλία, Ελβετία) και σε ένα κίνημα με διεθνή απήχηση, όπως το γαλλικό.

Η αταξία και η αναδιάταξη δυνάμεων, η όξυνση και η συντηρητικοποίηση, δεν αφορούν βεβαίως μόνο τη Δύση. Το κινεζικό εμπάργκο στη Νότια Κορέα, εμπορικό σύμμαχο των ΗΠΑ· η ανάπτυξη διηπειρωτικών πυραυλικών συστημάτων στα σύνορα Κίνας-Ρωσίας (με δυνατότητα, μάλιστα, χρήσης πυρηνικών κεφαλών…)· και οι πρόσφατες δοκιμές από Ινδία, Βόρεια Κορέα και Ιράν, προστίθενται σε ένα διεθνές σκηνικό ήδη δυστοπικό – στα τεκταινόμενα στη Συρία, την Υεμένη και τη Λιβύη.

Ειδικό κεφάλαιο είναι η άνευ ορίων πολιτική πόλωση στην Τουρκία. Μετά τις διώξεις αντιφρονούντων σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής (φυλακίσεις, απολύσεις, απαγόρευση εξόδου από τη χώρα), ενόψει τώρα του δημοψηφίσματος για το πολιτειακό, ο Ερντογάν στοχοποιεί ως συνοδοιπόρους της τρομοκρατίας και των πραξικοπηματιών ακόμα και τους υποστηρικτές του «Όχι» στην κεμαλική αξιωματική αντιπολίτευση.

 1. Διεθνής Αταξία

Έξι χρόνια από την εξέγερση που οδήγησε σε μια εμφύλια σύρραξη με χαρακτηριστικά πολέμου «δι’ αντιπροσώπων», η ειρήνευση στη Συρία κάθε άλλο παρά βρίσκεται κοντά. Το «Ισλαμικό Κράτος» προβάλλει ακόμα σθεναρή αντίσταση και, την ίδια στιγμή, επιχειρεί να εξισορροπήσει τις σοβαρές απώλειες εδαφών με αιματηρές επιθέσεις σε συριακές πόλεις και δυτικές μητροπόλεις. Μετά την ανακατάληψη του Χαλεπίου, ο Άσαντ έχει αντιστρέψει  τη ροπή του εμφυλίου προς όφελός του· ο ίδιος, ωστόσο, εξαρτάται από τη συνδρομή της Ρωσίας (υλικοτεχνικά), όπως και από τη λιβανέζικη Χεζμπολά και το Ιράν (στρατιωτικά). Οι πολυεθνοτικές Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), συρο-κουρδικές στην πλειοψηφία τους, έχουν κερδίσει σε κύρος, όπως δείχνει και η στρατιωτική στήριξή τους από τις ΗΠΑ και τη «Συμμαχία κατά του ΙΚ» προκειμένου να ανακαταληφθεί η Ράκκα, ντε φάκτο πρωτεύουσα του ΙΚ. Η στήριξη αυτή, εντούτοις, συνιστά και την κύρια αιτία τριβής στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας.

Μέριμνα της Τουρκίας είναι η αποτροπή κουρδικής ομοσπονδίας εντός του συριακού εδάφους. Μέτρο δε της πολυπλοκότητας της κατάστασης είναι η ευνοϊκή μεταχείριση που επιφυλάσσει ο Ερντογάν στους Κούρδους που πρόσκεινται στον Μπαρζανί, τον πρόεδρο του Ιρακινού Κουρδιστάν, έναντι του συρο-κουρδικού PYD, που συγγενεύει με το PKK.

Αν η προσέγγιση Τουρκίας-Ρωσίας έχει οδηγήσει σε έναν εμφύλιο μέσα στον εμφύλιο, κι αν το συριακό κυριαρχεί εύλογα στη διεθνή συζήτηση, εξίσου οριακές στην ευρύτερη περιοχή είναι οι περιπτώσεις της Υεμένης (όπου η σύμμαχος των ΗΠΑ Σ. Αραβία πολεμά τους φιλοϊρανούς αντάρτες Χούθι), και βεβαίως της Λιβύης. Παρότι ο εμφύλιος εκεί απείλησε πρόσφατα ως και τη ζωή του πρωθυπουργού, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιλέγει τη Λιβύη ως «ασφαλή» εναλλακτική για τη διαχείριση του προσφυγικού, καθώς η συμφωνία με την Τουρκία παραμένει επισφαλής. Τη στροφή επικύρωσε η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής της Μάλτας – υιοθετώντας, επιπλέον, επίσημα την πολιτική των απαγορευμένων από το διεθνές δίκαιο επαναπροωθήσεων.

Στη διεθνή αβεβαιότητα προστίθενται τελευταία και τα Δυτικά Βαλκάνια. Κοινωνική εξαθλίωση, οικονομική στασιμότητα, διαφθορά και ψυχροπολεμικοί εθνικισμοί δοκιμάζουν τις πολιτειακές αντοχές, την υπόσταση και τις ειρηνικές σχέσεις μεταξύ γειτονικών κρατών. Στο κλίμα αυτό, η Κροατία απαιτεί και τρίτη οντότητα εντός του βοσνιακού κράτους· η Σερβία δεν αναγνωρίζει την απόσχιση του Κοσόβου και δηλώνει έτοιμη για πόλεμο· η Βοσνία κινδυνεύει με οριστική διάλυση σε ενδεχόμενο δημοψήφισμα για ένωση με τη Σερβία· η ΠΓΔΜ αντιμετωπίζει μια παραλυτική κρίση που διαρκεί ήδη μια διετία· σε περίπτωση δε που ολοκληρωθεί η ένταξή του στο ΝΑΤΟ, το Μαυροβούνιο βρίσκεται υπό την απειλή πραξικοπήματος.

Μέχρι τώρα, η υποψηφιότητα για τον νέο κύκλο διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης έδινε στις χώρες αυτές την αίσθηση μιας προοπτικής. Η ρευστοποίηση, σήμερα, της «ενωμένης Ευρώπης» φαίνεται τώρα να αναθερμαίνει εσωτερικές αντιθέσεις που ανάγονται στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και οι οποίες δεν επιλύθηκαν με το τέλος της πολεμικής σύρραξης, τη δεκαετία του ’90.

2. Tέλος της «Παγκοσμιοποίησης»;

Εν αναμονή των κεντρικών επιλογών της κυβέρνησης Τραμπ (για το ΝΑΤΟ, την ΝΑFTA, την ΤΤΙΡ, τις σχέσεις με την Κίνα), αλλά και στο έδαφος της ήττας του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού στη Δύση, ανοίγει τους τελευταίους μήνες μια συζήτηση περί «τέλους της παγκοσμιοποίησης».

Η «παγκοσμιοποίηση» είναι μέχρι σήμερα το πολιτικό πρόγραμμα που επιδιώκει την υπαγωγή, στη λογική του κέρδους, ολοένα περισσότερων τομέων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Πρόκειται για μια διαδικασία «συνδυασμένη» – για  ένα πρόγραμμα, δηλαδή, που υλοποιείται υπό τη δρακόντεια επιτήρηση διεθνών οργανισμών, και στο πλαίσιο διακρατικών/περιφερειακών ολοκληρώσεων.

Η ίδια, ωστόσο, κάθε άλλο παρά αντέστρεψε τη θεμελιώδη στον καπιταλισμό άνιση ανάπτυξη των εθνικών «κρίκων» – των χωρών που εντάχθηκαν στη δυναμική της. Στην πραγματικότητα λοιπόν ενέτεινε, αντί να εξαλείψει, τους ανταγωνισμούς για μεγαλύτερα μερίδια στον διεθνή καταμερισμό. Δεν δημιούργησε, έτσι, μια παγκόσμια αστική τάξη, ούτε αντίστοιχα μια παγκόσμια εργατική. Μολονότι «εξορθολογίζοντας» ενδοαστικούς και διεθνικούς ανταγωνισμούς σε ένα πλαίσιο συνεργασίας, εγγυήθηκε ωστόσο τη συγκέντρωση κεφαλαίου και ισχύος στους ισχυρότερους πόλους – σε αυτούς που ήταν σε θέση να αξιοποιούν το απόλυτο πλεονέκτημά τους στον διεθνή ανταγωνισμό. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, μεταξύ 2000-2015 η βιομηχανική παραγωγή στην Ευρωζώνη αυξήθηκε κατά 4%, με τη Γερμανία να δίνει τον τόνο (+25%), τη δε Ιταλία και Γαλλία να υποχωρούν (-21 και -12% αντίστοιχα). Αντίστοιχα, το 95% των ελληνικών μνημονιακών δανείων, σύμφωνα με περσινή έκθεση της Handesblatt, σήμανε την επιστροφή πόρων από την ελληνική οικονομία προς τις τράπεζες ευρωπαϊκών χωρών με εξαγωγικό προσανατολισμό.

Ό,τι συνηθίζεται, λοιπόν, να ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση δεν είναι παρά μια διαδικασία καπιταλιστικής διεθνοποίησης που δεν θα ήταν νοητή, αν τα εθνικά κράτη δεν δημιουργούσαν ευνοϊκούς όρους για την έκθεση των «δικών τους» κεφαλαίων στον διεθνή ανταγωνισμό – και την ίδια στιγμή δεν μεριμνούσαν για την «προστασία» και την πριμοδότηση των κεφαλαίων «τους». Αν δεν «απελευθέρωναν» πεδία κερδοφορίας, καθώς αποσύρονταν από τις διαδικασίες της καπιταλιστικής κοινωνικής αναπαραγωγής (κοινωνικό κράτος). Αν δεν παρενέβαιναν επανειλημμένα μετά το 2008, με πακέτα ύψους πολλών τρισ. δολαρίων, υπέρ της «διάσωσης» των εθνικών τραπεζών. Αν, ειδικά στην Ευρώπη, δεν αναλάμβαναν αυτά το 2012 τη διαχείριση του χρέους των χωρών-οφειλετών, εξασφαλίζοντας έτσι τα οικεία χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Κι αν δεν οργάνωναν, εντέλει, την «εθνική συναίνεση» στην εσωτερική υποτίμηση – όπου αυτό, δε, ήταν αναγκαίο, και τη «νόμιμη βία».

Σε μια περίοδο αναδιάταξης των πόλων διεθνούς ισχύος, οι λειτουργίες αυτές –ζωτικές για το είδος της «παγκοσμιοποίησης» που επιτηρούν το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και η Ευρωπαϊκή Ένωση–, δεν θα εκλείψουν. Αντίθετα, το αναμενόμενο είναι να εντατικοποιηθούν. Αυτή η «εντατικοποίηση», η ένταση δηλαδή της (καπιταλιστικής) κρατικής κυριαρχικότητας στις χώρες που ηγούνται της «παγκοσμιοποίησης», είναι το σήμα κατατεθέν της Ακροδεξιάς και το είδος της ανταπόκρισής της στο αίτημα για ισχυρό κράτος. Στη συγκυρία που διανύουμε, η «εντατικοποίηση» αυτή φαίνεται να είναι και το καινούριο ποιοτικό στοιχείο που φέρνει η ηγεσία Τραμπ.

Μολονότι λοιπόν η ρευστότητα κάνει εξαρχής ριψοκίνδυνη κάθε εκτίμηση, ό,τι ενδέχεται να τελειώνει στη νέα συγκυρία δεν είναι γενικώς η «παγκοσμιοποίηση». Είναι, αντίθετα, ένα «μείγμα» πολιτικής, στο πλαίσιο του οποίου, το «αόρατο χέρι της αγοράς» και η «ελευθερία κίνησης κεφαλαίων και εμπορευμάτων» συνδυάζονταν αρμονικά με την ήπια δύναμη της διπλωματίας, τις μεγάλες περιφερειακές οικονομικές ολοκληρώσεις και την, επιλεκτική έστω, ευαισθησία για τα πολιτικά δικαιώματα – ακόμα κι αν αυτή επιβαλλόταν συχνά μέσω «ανθρωπιστικών» στρατιωτικών επεμβάσεων. Όπως το θέτουν αναλυτές και του κυρίαρχου ρεύματος, επρόκειτο για την εποχή που οι δυνάμεις στις οποίες στηρίχτηκε η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων μπορούσαν ακόμα να εγγυώνται κάποια έννοια προόδου (και πάντως καπιταλιστικής κερδοφορίας) – συνθήκη που, μια δεκαετία τώρα, η παγκόσμια κρίση αναιρεί.

Στην περίοδο της έξαρσης των εθνικών-αστικών ιδιοτελειών που εκπροσωπεί η ηγεσία Τραμπ («Make America Great Again»), το «αόρατο χέρι» ενδέχεται να χρειάζεται ολοένα περισσότερο την κρατική πυγμή για να επιβληθεί: καταρχάς στο εσωτερικό των κοινωνιών – σε δεύτερο χρόνο δε, ίσως και στο πλαίσιο μιας ενδοϊμπεριαλιστικής αναμέτρησης. Συμμετρικά, η νομιμοποίηση της επιβολής αυτής φαίνεται να περνά πια λιγότερο από έναν πολιτικό και πολιτισμικό φιλελευθερισμό στο πρότυπο των δεκαετιών 1970-1990 (κράτος δικαίου/δικαιώματα, πλουραλισμός, σεβασμός των μειονοτήτων, ελευθερία κίνησης ανθρώπων και κεφαλαίων). Να διεκδικείται, λοιπόν, όλο και περισσότερο με βάση τις παραδοσιακές (εθνικές, θρησκευτικές και έμφυλες) αξίες· την απαίτηση/υπόσχεση για «εθνική προτεραιότητα» στην εργασία και την κοινωνική πολιτική (προνοιακός σωβινισμός)· την άνευ ορίων εθνικο-φυλετική επιλεκτικότητα των μηχανισμών επιτήρησης και καταστολής ως προς τις ομάδες-στόχους τους· τον πολλαπλασιασμό, τέλος, των «περιφράξεων» που χωρίζουν πλούσιους και φτωχούς, τόσο δι-εθνικά, όσο και μέσα στις πόλεις.

Το ρεπερτόριο αυτό δεν είναι καινοφανές. Η ανερχόμενη Ακροδεξιά αξιοποιεί προϋπάρχουσες «τεχνολογίες» εξουσίας καθόλα συμβατές με το πρόγραμμά της. Κι αρχής γενομένης από τις ΗΠΑ του Ομπάμα, τέτοιες υπήρξαν ο θεσμοποιημένος ρατσισμός και οι διακρίσεις στην αγορά εργασίας, τα αλλεπάλληλα κρούσματα δολοφονικής ρατσιστικής βίας από αστυνομικούς, και βεβαίως το υπερεκτεταμένο δίκτυο υποκλοπών υπό την αιγίδα της NSA, που έφερε στο φως ο Έντουαρντ Σνόουντεν. Οι τάσεις αυτές εμβαθύνονται τώρα από έναν αυτογελοιοποιούμενο άνευ ορίων ακροδεξιό μεγιστάνα, η εκλογή του οποίου παραπέμπει σε εποχές παρακμάζουσας Ρώμης. Αν όμως ο Τραμπ οφείλει τη νίκη του στη χρεοκοπία των Δημοκρατικών, ιδίως στις «ζώνες της σκουριάς», ο ίδιος χρειάστηκε να πάρει το χρίσμα από τη βάση των Ρεπουμπλικανών, επωφελήθηκε από τη στάση  του FBI απέναντι στην Κλίντον προεκλογικά, και βεβαίως απολαμβάνει τη στήριξη της «Εναλλακτικής Δεξιάς», της Κου Κλουξ Κλαν και της ακροδεξιάς ιντερνετικής σκηνής. Η επικράτησή του, λοιπόν, πρώτα στο εσωτερικό της αμερικανικής Δεξιάς φαίνεται να αντανακλά την εξοικείωση πλειοψηφικών τμημάτων αυτής της τελευταίας με ένα «μείγμα» υπεραπλούστευσης της πολιτικής, πρωτόγονου εθνορατσισμού και μισογυνισμού, αλλά και αναρχοφιλελεύθερων απόψεων στην οικονομία.

Η υπονόμευση της μεταρρύθμισης Dodd-Frank της κυβέρνησης Ομπάμα, με σκοπό τη χαλάρωση των ελέγχων στις αμερικανικές τράπεζες, είναι ως προς το τελευταίο απολύτως ενδεικτική: Οι δύο σχετικές οδηγίες, από τις πρώτες μάλιστα εβδομάδες της νέας κυβέρνησης, πέρα από κέρδη στους μετόχους «υπόσχονται» μια πολιτική ανταγωνιστικής απορρύθμισης του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος σε βάρος των ευρωπαϊκών τραπεζών – έκθεσης, δηλαδή, του συστήματος διεθνώς σε ένα νέο «επεισόδιο» κρίσης με άγνωστες συνέπειες. Συμμετρικά, οι μέχρι τώρα αντιδράσεις κατά του Τραμπ από το εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών αφορούν την προσέγγιση με τη Ρωσία και τα θέματα του ΝΑΤΟ και της ΝAFTA – όχι δηλαδή τα δημοκρατικά δικαιώματα ή την οικονομική πολιτική.

3. Ευρώπη: οι διασπασμένες ελίτ κερδίζουν χρόνο – η Ακροδεξιά πολιτικό έδαφος

Η ήττα του «προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού» και στην Ευρώπη, με εμβληματικές τις περιπτώσεις των Ολάντ και Ρέντσι, αναδεικνύει την Ακροδεξιά και εδώ ως τη μόνη δύναμη που μπορεί να κεφαλαιοποιεί εκλογικά, τόσο την εκάστοτε εσωτερική συγκυρία (την απαξίωση των πολιτικών ελίτ και τη διάσπασή τους μπροστά στη συνεχιζόμενη κρίση), όσο και το διεθνές κλίμα: τους κλυδωνισμούς στην Ευρωζώνη, το προσφυγικό, την αιματηρή δράση του Ισλαμικού Κράτους στην ήπειρο. Ακόμα και η διαφαινόμενη προσέγγιση Ρωσίας και ΗΠΑ ευνοεί τη δυναμική αυτή, αφού εξελίσσεται σε μια ιδεολογική «ατμόσφαιρα» οικεία για την ακροδεξιά φόρμουλα «αυτοδύναμη εθνική καπιταλιστική ανάπτυξη-πόλεμος των πολιτισμών».

gettyimages-494689398

Μπροστά στην άνοδο της Ακροδεξιάς, οι ευρωπαϊκές ελίτ φαίνεται να ανταποκρίνονται με δύο τρόπους.

Σε εθνικό επίπεδο, ενσωματώνοντας τμήματα της ατζέντας της, από την οικονομία (όπως η συμμαχία CDU-CSU στη Γερμανία), μέχρι το προσφυγικό και την «ασφάλεια» (όπως ο Ολάντ στη Γαλλία ή ο Ρούτε στην Ολλανδία). Κι αυτό, ενώ από τη δεκαετία του ’90 ξέρουν ότι η τακτική αυτή, αντί να αποδυναμώνει την Ακροδεξιά, τη νομιμοποιεί και της προσφέρει ένα μεγαλύτερο πεδίο δυνατοτήτων, αποδεικνύοντας επιπλέον τη συμβατότητά της με τον νεοφιλελευθερισμό: το δικό της «μείγμα», όχι δηλαδή της Αριστεράς, είναι αυτό που αξιοποιείται για την «εκλαΐκευση» ή τη θωράκιση της νεοφιλελεύθερης ατζέντας. Ανεξαρτήτως λοιπόν των επιδόσεων της Λεπέν, του Βίλντερς ή της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία», την επαύριο των τριών κύριων εκλογικών αναμετρήσεων μέσα στη χρονιά, το πολιτικό σκηνικό στην Ευρώπη θα είναι πιθανότατα μετατοπισμένο (ακόμα πιο) δεξιά.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η άνοδος της Ακροδεξιάς αποσυνδέεται από την αντιδημοκρατική τροχιά κάθε επιμέρους χώρας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά. Αν λοιπόν προχωρήσει μέσα στη χρονιά, όπως προβλέπει ο οδικός χάρτης της Κομισιόν («Έκθεση των Πέντε Προέδρων»), η περαιτέρω ευρωπαϊκή «ολοκλήρωση» θα ακολουθήσει ακριβώς τον δρόμο του νεοφιλελεύθερου οικονομισμού που αποξενώνει από την πολιτική και ενισχύει τους φασίστες: τραπεζική ένωση (που ως τώρα μπλοκάρει η Γερμανία), Ένωση Κεφαλαιαγορών, Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο κ.ο.κ. Οι δηλώσεις Γιουνκέρ, σύμφωνα με τις οποίες τα μνημόνια υπερισχύουν του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δείχνουν ότι, παρά τις αντιθέσεις μεταξύ κρατών και θεσμών της Ένωσης, η ίδια παραμένει η θεσμοποιημένη μορφή του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού – όποια κι αν είναι τα πολιτικά αποτελέσματα.

Ό,τι θεωρείται, λοιπόν, ανάχωμα στην Ακροδεξιά σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι η υπόσχεση για επιστροφή στην «ανάπτυξη». Η υπόσχεση αυτή, ωστόσο, συνδέεται με δύο συνταγές που είτε βυθίζουν την Ευρωζώνη στο τέλμα (γερμανικός φιλελευθερισμός «των κανόνων και της τάξης»), είτε παρουσιάζουν πενιχρά αποτελέσματα ως προς τους επιδιωκόμενους «αναπτυξιακούς στόχους» (χαμηλότοκος δανεισμός μέσω ΕΚΤ).

Η πρώτη από τις δύο φόρμουλες είναι αυτή που εκφράζει το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών και συνοψίζει ο όρος «ορντοφιλελευθερισμός». Η αντίληψη αυτή βλέπει τις εθνικές οικονομίες ως «νοικοκυριά» που, με τη βοήθεια ισχυρών κυβερνήσεων, οφείλουν να βάλουν τάξη στα οικονομικά τους, αποφεύγοντας πάση θυσία τα ελλείμματα. Η θεώρηση αυτή, που η Γερμανία επέβαλε στην Ευρωζώνη το 2012 με το Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας, εναντιώνεται στην πολιτική του χαμηλότοκου δανεισμού της ΕΚΤ («ποσοτική χαλάρωση»). Όχι μόνο γιατί τη θεωρεί έμμεση καταστρατήγηση της ρήτρας της «μη διάσωσης κρατών» (no bail-out clause, Συνθήκη της Λισσαβόνας) – αυτής που οδήγησε και στην εμπλοκή του ΔΝΤ στην Ελλάδα. Αλλά και γιατί η πτώση των επιτοκίων δανεισμού συμπιέζει τις αποταμιεύσεις ιδιωτών και ασφαλιστικών ταμείων στη Γερμανία, ανεβάζει τον πληθωρισμό και δίνει λαβές στην εκ δεξιών αντιπολίτευση της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία». Αντί λοιπόν του χαμηλότοκου ευρω-δανεισμού, το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών πριμοδοτεί την ενίσχυση των εξαγωγών και της ανταγωνιστικότητας. Όσον αφορά δε την επιτήρηση της πολιτικής αυτής, αντί για μια Κομισιόν που να ελέγχει τη δημοσιονομική, οικονομική και χρηματοοικονομική ένωση, το ίδιο προτιμά στον ρόλο αυτό έναν Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕSΜ): «ανεξάρτητο» από τον έλεγχο εθνικών κυβερνήσεων και Ευρωκοινοβουλίου, όπως σήμερα, αλλά με πολύ ευρύτερες αρμοδιότητες επίβλεψης χωρών – ώσπου ο μηχανισμός αυτός να αποτελέσει ένα πλήρες ευρωπαϊκό ΔΝΤ.

Στον αντίποδα, λοιπόν, η ΕΚΤ πολιτεύεται ως οιονεί «κράτος τελευταίας καταφυγής»: ως ένα είδος «επιτροπής που διαχειρίζεται τις κοινές υποθέσεις» των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων στο σύνολό τους – άλλοτε με το «μαστίγιο» (όπως την Ελλάδα, το Φεβρουάριο του 2015), άλλοτε με το «καρότο» (όπως με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης). Αν και εκτελώντας αποφάσεις του Eurogroup, ο ρόλος αυτός τη φέρνει σε διένεξη με το κατεξοχήν κράτος-ατμομηχανή της Ευρωζώνης, το γερμανικό. Μέσω του χαμηλότοκου δανεισμού, ωστόσο, η ίδια επιχειρεί να αντιμετωπίσει μια δομική έλλειψη στην Ευρωπαϊκή Ένωση: την έλλειψη μηχανισμών μεταβιβάσεων που θα γεφύρωναν το χάσμα που δημιουργεί η άνιση ανάπτυξη του καπιταλισμού στην ήπειρο, και το οποίο σήμερα οδηγεί το οικοδόμημα στην κατάρρευση. Αυτός ο πολιτικός ρόλος εξηγεί και την υπερδραστηριότητα της ΕΚΤ την επομένη του ιταλικού δημοψηφίσματος, όταν δηλαδή ανακοίνωσε την παράταση του QE ως το τέλος του 2017. Παρά δε τις αντεγκλήσεις με το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών, η πολιτική αυτή ευνοεί ως έναν βαθμό και τη Γερμανία, εξού και έχει την ανοχή του συνδέσμου γερμανικών τραπεζών. Την ευνοεί αφενός οικονομικά, καθώς η ίδια προφανώς πληροί τα κριτήρια ένταξης στον QE· την ευνοεί όμως και πολιτικά, καθώς επιτρέπει στη γερμανίδα καγκελάριο να διασκεδάζει στο εσωτερικό τις εντυπώσεις ότι βοηθά τους «τεμπέληδες γείτονες». 

Ακόμα και όσοι υποστηρίζουν, όμως, την ΕΚΤ ως θεματοφύλακα της ευρωπαϊκής ενότητας, παραδέχονται ότι η αναπτυξιακή ώθηση που έχει δώσει μέχρι σήμερα στην Ευρώπη είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Όχι μόνο γιατί η ένταξη στο μηχανισμό της ποσοτικής χαλάρωσης εξασφαλίζεται δυσκολότερα για τις χώρες που την έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Αλλά και γιατί τα ανταλλάγματα γι’ αυτήν −οι πολιτικές λιτότητας και η υπερχρέωση− δημιουργούν μακροπρόθεσμα προϋποθέσεις για την κερδοφορία του κεφαλαίου – βραχυπρόθεσμα όμως, η λιτότητα καθηλώνει την παραγωγικότητα. Οι καινοτομίες και η «έξυπνη εξειδίκευση», η κατεξοχήν δηλαδή αναπτυξιακή προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν ανατρέπει αυτή τη συνθήκη, όπως δείχνει μέχρι στιγμής και η πενιχρή δυνατότητα των start-up επιχειρήσεων να δημιουργούν θέσεις εργασίας. Κι αυτό διότι γενικά η ικανότητα του καπιταλισμού να ενσωματώνει καινοτομίες που αυξάνουν την παραγωγικότητα συνολικά, είτε δεν είναι απεριόριστη (και σήμερα είναι μειωμένη), είτε απλώς αξιοποιείται για την μείωση των θέσεων εργασίας.

Εξάντληση της παραγωγικότητας και επιβράδυνση των αναδυόμενων οικονομιών δείχνουν σήμερα ότι ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός δεν μπορεί ακόμα να εγκαινιάσει έναν νέο κύκλο συσσώρευσης. Για την ώρα, λοιπόν, δημιουργεί μόνο τις προϋποθέσεις γι’ αυτόν, εξαλείφοντας ό,τι έμεινε να θυμίζει το μεταπολεμικό «κοινωνικό κεκτημένο». Όπως στις ΗΠΑ, λοιπόν, οι κεντρικές τράπεζες και στην Ευρώπη διαχειρίζονται την κρίση ως κρίση ρευστότητας: με σπασμωδικές κινήσεις, εγχειρήματα βραχυπρόθεσμης απόδοσης, και σε συνεργασία με πολιτικές ηγεσίες που, ελλείψει αποδοτικότερης συνταγής, διαπραγματεύονται κυρίως τον χρόνο της παραμονής τους στην εξουσία.

4. Εθνικισμός και λιτότητα: το προβλημα δεν είναι μόνο ο Σόιμπλε

Στη δίνη αυτή εμπλέκονται τα πολιτικά συστήματα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Κι εδώ η φόρμουλα Σόιμπλε δεν είναι η εξαίρεση.

Μέχρι σήμερα, η Εσθονία και η Ιρλανδία υπήρξαν οι χώρες με τη μεγαλύτερη ανάκαμψη της κερδοφορίας στα χρόνια της κρίσης – και το επίτευγμα αυτό πέρασε μέσα από την λιτότητα, την περικοπή μισθών και την επιδείνωση των συνθηκών ζωής για τον πληθυσμό, καθώς και την μετανάστευση πολλών ανέργων. Αλλά και στις χώρες που καθοδηγούν την καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ευρώπη, η συνταγή που προτείνουν οι «θεσμοί» και υιοθετούν οι κυβερνήσεις είναι η ίδια. Ανάλογα λοιπόν με τη θέση κάθε χώρας στον διεθνή καταμερισμό –άλλοτε δηλαδή για την υπεράσπιση προνομίων και άλλοτε για την αποκατάσταση των ζημιών–, ο εθνικός αστικός «εγωισμός» είναι ο κανόνας για το πώς ανταποκρίνεται κάθε κυβέρνηση στη συνταγή αυτή: ο «καμβάς», τελικά, πάνω στον οποίο οικοδομεί η Ακροδεξιά παντού στην Ευρώπη.   

Στην Ιταλία, την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, η Κομισιόν απειλεί με κυρώσεις αν δεν μειωθεί το χρέος (133,3% του ΑΕΠ) με τη λήψη μέτρων λιτότητας. Η ΕΚΤ, με τη σειρά της, πιέζει την κυβέρνηση να μειώσει το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Σημαντικά τμήματα της αστικής τάξης και το 40% της κοινής γνώμης υποστηρίζουν την επιστροφή στη λιρέτα, δεδομένης και της απώλειας, μέσα σε μια 15ετία, σχεδόν του 1/4 της εθνικής βιομηχανικής παραγωγής. Η αποδοκιμασία της σοσιαλφιλελεύθερης πολιτικής Ρέντσι στο πρόσφατο δημοψήφισμα οδήγησε το Δημοκρατικό Κόμμα σε διάσπαση, με τον μεν Ρέντσι να επιδιώκει συμμαχία με τον Μπερλουσκόνι, ώστε να φράξει τον δρόμο στον δεύτερο δημοσκοπικά Γκρίλο· τη δε αριστερή πτέρυγα του κόμματος υπό τον Μπερσάνι να καταγγέλλει τη δεξιά στροφή – στηρίζοντας ωστόσο τον κεντρώο πρωθυπουργό Τζεντιλόνι. Στην πρόσφατη συνεδρίαση του ΔΝΤ, η Ιταλία τάχθηκε ουσιαστικά με την πλευρά Σόιμπλε-ΔΝΤ, έχοντας προηγουμένως ανταποκριθεί θετικά στο γερμανικό σχέδιο για «Ευρώπη πολλών ταχυτήτων». Έντυπα προσκείμενα στο γερμανικό οικονομικό κατεστημένο, εντούτοις, απαξιώνουν συλλήβδην τις πολιτικές δυνάμεις στη χώρα, θεωρώντας ότι η κύρια διαχωριστική γραμμή δεν αφορά πια τους υποστηρικτές (Ρέντσι) και τους πολέμιους του ευρώ (Γκρίλο), αλλά τους υπέρμαχους και τους «υπονομευτές» της δημοσιονομικής σταθερότητας που επιδιώκει το Βερολίνο.

Στη Γαλλία, η «συστημική» εναλλακτική στην Μαρίν Λεπέν είναι ένας εκ των Φιγιόν και Μακρόν, καθώς οι προβεβλημένες υποψηφιότητες των Βαλς (για τους Σοσιαλιστές) και Ζιπέ (για τη Δεξιά) ηττήθηκαν. Ο Φιγιόν εκπροσωπεί ένα πρόγραμμα αντικοινωνικής εχθρότητας για τους δημοσίους υπαλλήλους και το κοινωνικό κράτος, σε συνδυασμό με μια υπερσυντηρητική/αντιφιλελεύθερη ατζέντα σε ζητήματα δικαιωμάτων και «ασφάλειας». Ο Μακρόν, από την άλλη, είναι ταυτισμένος με τις πλέον νεοφιλελεύθερες επιλογές της «σοσιαλιστικής» κυβέρνησης Βαλς στην οικονομία· ελλείψει δε κομματικού φορέα, δεν έχει την παραμικρή δέσμευση απέναντι σε λαϊκά κοινωνικά στρώματα. Όχι τυχαία, καθώς δηλαδή η ατζέντα των βασικών διεκδικητών της προεδρίας συγκλίνει στην ατζέντα της οικονομίας, η προεκλογική αντιπαράθεση στη Γαλλία γίνεται με όρους σκανδαλολογίας – σε ένα κλίμα δηλαδή που πιθανότατα ευνοεί την Λεπέν. Στον αντίποδα, ο υποψήφιος των Σοσιαλιστών Μπενουά Αμόν ζητά την κατάργηση του ορίου ελλείμματος 3% του ΑΕΠ και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κατώτατου μισθού. Ο ίδιος, ωστόσο, προσεγγίζει τη δεξιά πτέρυγα των Σοσιαλιστών για λόγους προεκλογικής συσπείρωσης, απομακρύνοντας έτσι την προοπτική της συνεργασίας με τη γαλλική Αριστερά.

Στη Γερμανία, η υποψηφιότητα Σουλτς δείχνει να αμφισβητεί την εκλογική δυναμική της Μέρκελ, προκαλώντας απώλειες και στην ακροδεξιά «Εναλλακτική». Η συμμετοχή του, ωστόσο, στην δεξιά πτέρυγα των γερμανών Σοσιαλιστών, η συμμαχία των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα στο Ευρωκοινοβούλιο επί προεδρίας του, και βεβαίως η στάση του Σουλτς στην ελληνική κρίση, τον καθιστούν πλήρως αναξιόπιστο. Το 2013, ήταν από εκείνους που διαβεβαίωναν για τη μη σύμπραξη των γερμανών Σοσιαλιστών με την Μέρκελ, σε μια προσπάθεια να ανακόψει τη δυναμική της Αριστεράς. Διατυπώνοντας σήμερα «δεύτερες σκέψεις» για τη νεοφιλελεύθερη «Ατζέντα 2010», στην προώθηση της οποίας ο ίδιος είχε σημαντικό ρόλο μαζί με τον Σρέντερ, ο Σουλτς είναι ανοιχτός στο σενάριο μιας «κόκκινης-κόκκινης-πράσινης» κυβέρνησης. Απέναντί του, ωστόσο, ο Σύνδεσμο Γερμανών Βιομηχάνων επιμένει στον φιλελευθερισμό «των κανόνων και της τάξης», υπενθυμίζοντας ότι κάθε προεκλογική δέσμευση αναμετριέται με τη δομική εξουσία του κεφαλαίου – την απαίτηση για «συνέχεια του κράτους». Εξίσου σημαντικό: το σενάριο μιας συγκυβέρνησης θα απαιτούσε από τη γερμανική Αριστερά συντηρητική μετατόπιση στο προσφυγικό, ζήτημα που θέτει ήδη στο εσωτερικό του Die Linke o Όσκαρ Λαφοντέν.

Στην Ολλανδία, τέλος, με πρωτοβουλία των αντιπολιτευόμενων Χριστιανοδημοκρατών, το πολιτικό σύστημα διερευνά αν η χώρα πρέπει να εγκαταλείψει το ευρώ και αν το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που εφαρμόζει η ΕΚΤ είναι νόμιμο, καθώς τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού θεωρείται ότι ζημιώνουν τους καταθέτες και τα ασφαλιστικά ταμεία της χώρας. Η πρωτιά του ακροδεξιού Βίλντερς στις 15 Μαρτίου είναι το πιθανότερο σενάριο, δεν του εγγυάται όμως τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Προκειμένου, ωστόσο, να ανακόψει τη δυναμική του, ο κεντροδεξιός πρωθυπουργός Ρούτε απηύθυνε πρόσφατα ανοιχτή επιστολή στους μετανάστες, καλώντας όσους δεν σέβονται τις αρχές της Ολλανδίας να την εγκαταλείψουν. Στον αντίποδα, το σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα, που συμμετέχει στην κυβέρνηση Ρούτε, κινδυνεύει να βρεθεί από δεύτερο το 2012 στην έβδομη θέση.  

5. Το τέλος του αφηγήματος του ΣΥΡΙΖΑ:
από την αλλαγή της Ευρώπης στον QE
, από την ελπίδα στον βιοπολιτικό έλεγχο και τη μακρά επικυριαρχία

Η Ελλάδα δεν συνιστά εξαίρεση στην διεθνή αποτυχία του «προοδευτικού» νεοφιλελευθερισμού. Αντίθετα, η διαχείριση του τρίτου «προγράμματος» απέβη ολέθρια και στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως νωρίτερα είχε συμβεί και με τα άλλα κόμματα του μνημονιακού «πραγματισμού». Υπό το πρίσμα αυτό, οι άνευ όρων εκκλήσεις του Αλέξη Τσίπρα για συνεργασία της ευρωπαϊκής Αριστεράς με τους ευρωπαίους Σοσιαλιστές, αδιανόητες ως και το 2015, σήμερα συνιστούν κάλεσμα σε «ρεαλιστική προσαρμογή» και όσων ρευμάτων της ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν έχουν συνθηκολογήσει ακόμα με τον θεσμοποιημένο νεοφιλελευθερισμό. Αν προ διετίας, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν στην Ευρώπη η εμπροσθοφυλακή μιας Αριστεράς χειραφετημένης από τον σοσιαλφιλευθερισμό, η δεξιά στροφή του στην Ελλάδα ολοκληρώνεται τώρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο – τη στιγμή που ενώ η άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη απαιτεί επειγόντως ριζοσπαστικές λύσεις μεγάλης κλίμακας.

Η προσαρμογή της κυβέρνησης στον ευρωπαϊκό «κανόνα», από την οικονομία μέχρι το προσφυγικό, το τελευταίο δίμηνο επιβεβαιώνεται ως προσαρμογή δίχως επιστροφή, αφήνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ χωρίς κανένα πλέον αφήγημα.

tsipras_tsakalotos_aftodioikisi

Έχοντας υπεραπλουστεύσει το σκηνικό στην Ευρώπη ώστε η λιτότητα να εντοπίζεται αποκλειστικά στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, μια διετία τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ ανταλλάσσει με τους «θεσμούς» το πολιτικό κεφάλαιο που τον έφερε στην κυβέρνηση, κερδίζοντας χρόνο στην εξουσία. Μέχρι τον Ιούλιο του 2015, ο χρόνος αυτός όχι μόνο δεν επιβεβαίωσε τον απλοϊκό αντιγερμανισμό της ηγεσία τους· αντίθετα, αποδείχτηκε χρόνος για την προσαρμογή κόμματος και κυβέρνησης στο τρίτο Μνημόνιο, με τις ευλογίες της Κομισιόν, της ΕΚΤ και της Γαλλίας. Σήμερα, ενάμιση χρόνο μετά, η πίστωση χρόνου αφορά ξανά το χρόνο για να εξασφαλιστεί η συναίνεση γύρω από μια ακόμα εξωφρενική «ανταλλαγή»: πλεονάσματα 3,5% ΑΕΠ και κατακρήμνιση μισθών και συντάξεων, αντί ενός χαμηλότοκου δανείου από την ΕΚΤ, ύψους 4 δισ ευρώ, που θα δώσει «ενέσεις ρευστότητας την αγορά», επιτρέποντας στην Ελλάδα να ξαναδανειστεί από στις χρηματαγορές. Κι αυτό, ενώ ο ατέρμονος κύκλος συνεχίζεται: τον Ιούλιο του 2017, η ελληνική κυβέρνηση πρόκειται να επιστρέψει στην ΕΚΤ δάνειο 3,9 δισ., όσα δηλαδή προσδοκά περίπου από τον QE.

Ελλείψει πολιτικού κεφαλαίου για να αποκρούσει τις αλληλοσυμπληρούμενες απαιτήσεις των «θεσμών», αλλά και τις πιέσεις από την «αγορά», την αντιπολίτευση και τον Έλληνα κεντρικό τραπεζίτη, η κυβέρνηση διεξήγαγε για πολλοστή φορά μια διαπραγμάτευση-καρικατούρα. Η θετική έκβαση της τελευταίας θεωρήθηκε αρχικά, όπως επί μια διετία τώρα, «θέμα χρόνου»· στη συνέχεια ανακαλύφθηκαν οι «παράλογες πιέσεις μερίδας των δανειστών», που ωστόσο ήταν γνωστές εξαρχής· σχεδόν τελετουργικά, λοιπόν, το εθνικά υπερήφανο «ούτε ένα ευρώ επιπλέον μέτρα» έγινε στο τέλος αποδοχή ενός «συμβιβασμού» κατ’ απαίτηση του ΔΝΤ, που πανηγυρίστηκε ως νίκη με ένα κραυγαλέο επικοινωνιακό μπαράζ από το Μέγαρο Μαξίμου. Κι αυτό, για ένα πακέτο που περιλαμβάνει περαιτέρω μείωση του αφορολόγητου, μείωση συντάξεων, «δομικές μεταρρυθμίσεις» στις εργασιακές σχέσεις και δέσμευση, υπό ασφυκτική επιτήρηση, σε πλεονάσματα και πέραν του 2018.

Δεν επρόκειτο, ωστόσο, για «μια από τα ίδια» – ούτε το πρόβλημα είναι κυρίως η επικοινωνιακή διαχείριση. Αποδεχόμενη νωρίτερα τη θεσμική πρωτοτυπία του αυτόματου «κόφτη» δημοσίων δαπανών, η κυβέρνηση δέχτηκε τώρα και την προληπτική νομοθέτηση μέτρων για το 2019, με την οποία η υπαγωγή  της Βουλής στον «αυτόματο πιλότο» των μνημονίων περνά σε δυσθεώρητα επίπεδα γελοιοποίησης κάθε συνταγματικής τάξης.

Οι επιλογές αυτές δεν ακυρώνουν μόνο την επαγγελία του 2015 για «φιλολαϊκή» διαχείριση των Μνημονίων. Στην πραγματικότητα παγιώνουν, για άγνωστο διάστημα μετά το 2018, μια πολιτική επικυριαρχίας, που καθιστά την Ελλάδα όχημα θεσμικής μετάλλαξης της Ευρωζώνης: ένα αποτυχημένο, αν και διαρκώς επιτηρούμενο κράτος· και την ίδια στιγμή, μια κοινωνία βιοπολιτικού ελέγχου, στην οποία κάθε πτυχή της ζωής θα υπόκειται πια στους τερατώδεις (αλλά ανέφικτους) δημοσιονομικούς στόχους. Τα «επιτεύγματα» δε αυτά προστίθενται σε έναν θλιβερό απολογισμό του τελευταίου ενάμιση χρόνου: στην εξίσωση της «ταξικής μεροληψίας» με την αναδιανομή από τους φτωχούς στους φτωχότερους, και με ένα «δίχτυ προστασίας» α λα ΔΝΤ για τους απολύτως φτωχούς. Την αντιμετώπιση της ανεργίας με την επέκταση της μερικής απασχόλησης. Το πέρασμα από το «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» στους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς», και από την προστασία στην «αξιοποίηση» της δημόσιας περιουσίας. Το όνειδος της συμφωνίας με το ΝΑΤΟ και την Τουρκία για το προσφυγικό.

Στα πεδία που δεν εποπτεύουν οι «θεσμοί», ο απολογισμός είναι εξίσου αποκαρδιωτικός: μαζική απόρριψη αιτημάτων ασύλου, επιστροφή στη μαζική κράτηση και το δόγμα του «βίου αβίωτου», που κοστίζει ήδη ζωές προσφύγων· χειρισμοί με άρωμα «μητέρας πατρίδας» στο Κυπριακό· αναβάπτιση της Χρυσής Αυγής, από την ΕΡΤ μέχρι το Καστελλόριζο· συνεχιζόμενη φοροασυλία της Εκκλησίας· μορατόριουμ με την Αστυνομία· διατήρηση στο 2% του ΑΕΠ των εξοπλιστικών δαπανών – με την Ελλάδα να παραμένει από τις ελάχιστες χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ με τέτοια «συνέπεια».

Ο απολογισμός αυτός δεν αποτυπώνει απλά την προσήλωση του ΣΥΡΙΖΑ στο δόγμα της «συνέχειας του κράτους» και την μετακόμισή του στο Κέντρο της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης. Προδιαγράφει, την ίδια στιγμή, τα όρια που έχουν η επίκληση «στις αξίες της Αριστεράς» απέναντι στη ΝΔ – και πολύ περισσότερο, η επικοινωνιακή διαχείριση της πολιτικής σύγκρουσης, όπου πρωταγωνιστούν γνωστά κίτρινα έντυπα και ιστοσελίδες. Την ίδια στιγμή, οι ειλημμένες δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ για διευκόλυνση των ομαδικών απολύσεων,  η προαναγγελθείσα συζήτηση για την απελευθέρωση της αγοράς της ενέργειας, η εκκίνηση ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και η «εκκαθάριση» των μη εξυπηρετούμενων δανείων (αλλά και τα μέτρα για την καθημερινότητα, όπως «η πάταξη της εισιτηριοδιαφυγής», με τρόπο που προμηνύει ίσως την ιδιωτικοποίηση μέσων μεταφοράς), δείχνουν το προφανές: ο κατήφορος που άρχισε το καλοκαίρι του 2015 δεν έχει τέλος, δεν ανακόπτεται με «αντίμετρα» – και βεβαίως δεν αντιστρέφεται διά της ανακύκλωσης ενός απαξιωμένου πολιτικού προσωπικού (βλ. σενάρια συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ).

Οι λόγοι για τους οποίους χρεοκοπεί η φόρμουλα του ΣΥΡΙΖΑ παραδόξως αφήνουν χωρίς αφήγημα και τη ΝΔ. Το διαφαινόμενο «φρενάρισμα» από το Βερολίνο του αιτήματος Μητσοτάκη για εκλογές και η πλήρης συνθηκολόγηση της κυβέρνησης, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με καταγγελίες για «υπαγωγή στη λιτότητα» — εξ ορισμού φαιδρές, όταν η ΝΔ απαιτούσε μέχρι πρότινος «συμφωνία άνευ όρων». Μοιραία, η αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ μεταφέρεται στο πεδίο της «ασφάλειας» και της σκανδαλολογίας, με τον Μητσοτάκη να εκχωρεί στον ακροδεξιό αντιπρόεδρο του κόμματος το ρόλο υποδοχέα για όσους γοητεύονται και στην Ελλάδα από το «δόγμα Τραμπ».

6. Ευρώ: το προβλημα είναι η λιτότητα

Στον απόηχο της ανόδου Τραμπ και Λεπέν, αλλά και των δηλώσεων Μέρκελ για «Ευρώπη πολλών ταχυτήτων», ο σκεπτικισμός για το ευρώ εκφράστηκε για πρώτη φορά και στο εσωτερικό του ελληνικού αστισμού: από φιλοκυβερνητικά μιντιακά συγκροτήματα και επιχειρηματίες που έχουν υποστεί απώλειες μέσα στην κρίση, από συντηρητικούς οικονομολόγους και δημοσιογράφους μεγάλων αστικών φύλλων, υπεράνω υποψίας για «φιλοδραχμισμό».

Για την ώρα, ο προσανατολισμός του ελληνικού αστισμού παραμένει «φιλοευρωπαϊκός»: το βεβαιώνουν η τελευταία έκθεση του ΣΕΒ και οι αλλεπάλληλες δηλώσεις Στουρνάρα, στις οποίες αποτυπώνεται σε όλη την αγριότητά του το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα. Το βεβαιώνει, επίσης, η επαφή κεκλεισμένων των θυρών Μητσοτάκη και Σόιμπλε, λίγες μέρες πριν από το Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου. Αν όμως η ΝΔ αντιπολιτεύεται τον ΣΥΡΙΖΑ στην οικονομία με μόνο επιχείρημα τη «φοροεπιδρομή», αποδίδοντας σε αυτήν την τελευταία τα χιλιάδες λουκέτα μικρών επιχειρήσεων, ο «θάνατος του εμποράκου», που διεκτραγωδεί η ίδια, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την εφταετή μνημονιακή λιτότητα – το αντάλλαγμα, δηλαδή, για την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη. Είναι λοιπόν πιθανό ο αστικός φιλοδραχμισμός να ξαναεκδηλωθεί στο κοντινό μέλλον – από δυνάμεις του επιχειρηματικού κόσμου, σημερινά κόμματα ή καινούρια σχήματα.

Στα συμφραζόμενα αυτά, οι προτάσεις για την ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς και την έξοδο από το ευρώ, που έχουν καταθέσει η ΛΑΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ΕΔΕΚΟΠ (έκθεση Λαπαβίτσα-Μαριόλη), αποτελούν σημαντικές συμβολές σε μια αναγκαία και επείγουσα συζήτηση. Σημαντικές, στο βαθμό που ανταποκρίνονται στην ανάγκη του κόσμου της Αριστεράς για ενότητα, πηγαίνοντας πέρα από τα όρια που επιδιώκει να θέσει στη συζήτηση ο ελληνικός αστισμός – είτε απαγορεύοντας και δαιμονοποιώντας κάθε σκέψη για το νόμισμα, είτε εγκλωβίζοντάς την σε μια ατζέντα «εθνικής κυριαρχίας» και «ανταγωνιστικότητας».

Μια τοποθέτηση της Αριστεράς στη σχετική συζήτηση χρειάζεται να τονίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια αυταρχική, ιμπεριαλιστική δομή, που πρέπει να διαλυθεί. Η έξοδος από την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απαραίτητη προς αυτή την κατεύθυνση – βασική συνθήκη για τη σύγκρουση με τον νεοφιλελευθερισμό. Η συζήτηση που ξανανοίγει σήμερα, πρέπει να πάει ένα βήμα παραπέρα:

* Η ρήξη με την Ευρωζώνη απαιτεί πολιτική βούληση, σαν αυτήν που δεν διέθετε το καλοκαίρι του 2015 η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Η ρήξη, ωστόσο, δεν είναι ζήτημα γενικώς πολιτικού βολονταρισμού – μιας κυβέρνησης, δηλαδή, απλώς «αποφασισμένης» να λύσει το πρόβλημα «πολιτικά», με επιστροφή στο εθνικό νόμισμα και υποτίμηση. Το παράδειγμα της Ισλανδίας, που υποτίμησε το νόμισμά της το 2008, όμως δεν επέστρεψε την «ανάπτυξη όσο η κερδοφορία για το κεφάλαιο παρέμενε χαμηλά, δείχνει τα όρια των κεϋνσιανών προσδοκιών ότι οι δημόσιες επενδύσεις και η χαλάρωση των ελλειμμάτων μπορούν να σημάνουν, άνευ ετέρου, την έξοδο από το τούνελ.

* Το ευρώ δεν υπήρξε απλά ένα νόμισμα, αλλά η εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας του ελληνικού αστικού κόσμου: ένα οικονομικό και πολιτικό πρόγραμμα «θωρακισμένης» λιτότητας, που αντανακλούσε τη συμμαχία των «δυναμικότερων» τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας και των πιο «εξωστρεφών» μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου (τράπεζες, τουριστικό κεφάλαιο, κατασκευαστικοί όμιλοι, υπηρεσίες πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών, συγκροτήματα ΜΜΕ και φίλα προσκείμενοι διανοούμενοι). Η συμμαχία αυτή εκφράστηκε στις δεκαετίες του ’90 και του 2000 από τον σημιτικό εκσυγχρονισμό και ένα οριζόντιο (διακομματικό) «μεταρρυθμιστικό» συνασπισμό δυνάμεων – τον ίδιο, σε γενικές γραμμές, που υποστήριξε μέχρις εσχάτων το «Ναι» στο δημοψήφισμα του 2015. Αντίστοιχα, λοιπόν, η ρήξη με την Ευρωζώνη δεν είναι ένα απλώς «τεχνικό» ζήτημα – αν και προφανώς περιλαμβάνει και τέτοιες πτυχές. Προϋποθέτει μια κοινωνική και πολιτική συμμαχία ενάντια στη λιτότητα, η οποία δεν θα προκύψει την επομένη μιας «προοδευτικής» κυβέρνησης, ούτε θα εξαντληθεί στην υποστήριξή της.

* Στο δημοψήφισμα του 2015 αποκτήσαμε μια εικόνα για την εμβέλεια της σύγκρουσης, στο εσωτερικό αλλά και διεθνώς, σε μια ενδεχόμενη μετωπική αμφισβήτηση της «Μεγάλης Ιδέας». Η σύγκρουση αυτή δεν ήταν, ούτε θα είναι, μόνο ιδεολογική ή επικοινωνιακή. Για τον ελληνικό αστισμό, το διακύβευμα είναι ένα σύστημα σχέσεων, οικονομικών και πολιτικών, που δημιουργήθηκαν σε βάθος τουλάχιστον τεσσάρων δεκαετιών. Ανάλογα ισχύουν δε για τις ευρωπαϊκές ελίτ στην παρούσα φάση της κρίσης. Έχοντας αντιμετωπίσει με κυνισμό επικυρίαρχου το ελληνικό «Όχι», οι ίδιες έδειξαν ότι διαθέτουν ένα ευρύ ρεπερτόριο, από την πιστωτική ασφυξία ως το εμπάργκο, για να καταστήσουν ασύμφορο και εκ των προτέρων «απαγορευτικό» έναν εναλλακτικό δρόμο. Η οργάνωση της κοινωνίας για μια τέτοιας εμβέλειας σύγκρουση δεν είναι ζήτημα δευτερεύον, αλλά θεμελιώδες: απαιτεί χρόνο, κόπο, συγκέντρωση δυνάμεων, επινοητικότητα, διαρκή κινητοποίηση και διεθνείς συμμαχίες. Δεν είναι ζήτημα, δηλαδή, απλώς «προπαγάνδισης» του άλλου προγράμματος.

* Για τον ελληνικό καπιταλισμό, η έκθεσή του στον διεθνή ανταγωνισμό χάρη στο ευρώ υπήρξε ζωτικής σημασίας συνθήκη για την καπιταλιστική «ανάπτυξη» στην Ελλάδα. Κάθε αμφισβήτηση του ευρώ, λοιπόν, περνά υποχρεωτικά από τη σύγκρουση με την «ανάπτυξη» αυτή – από μια διαδικασία, λοιπόν, παραγωγικού μετασχηματισμού και αμφισβήτησης, όχι μόνο νομικής, των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του κεφαλαίου.

* Παρότι ο ανταγωνισμός μεταξύ άνισων καπιταλισμών ευνόησε και ευνοεί αφετηριακά τους ισχυρότερους, και παρότι μέσα στην κρίση προκάλεσε απώλειες στον ελληνικό καπιταλισμό, ο τελευταίος επωφελείται μέχρι σήμερα διπλά: τόσο από την επιβεβλημένη εσωτερική υποτίμηση (μνημόνια), όσο και από τη διαδικασία εκκαθάρισης μη επαρκώς ανταγωνιστικών κεφαλαίων (μικρών επιχειρήσεων) που ενεργοποιείται στην κρίση, καθώς αυτή σημαίνει «εξυγίανση», περαιτέρω δηλαδή συγκέντρωση κεφαλαίου για τους «μεγάλους παίχτες». Και στις δύο περιπτώσεις, η σύγκρουση με τη λιτότητα είναι το θεμέλιο για μια στρατηγική της Αριστεράς. Υποτίμηση υπό την ηγεμονία των ηττημένων του κεφαλαίου, άρα και υπό σχηματισμούς του Κέντρου ή της Δεξιάς, θα είναι μια κόλαση για τον κόσμο της εργασίας, τους ανέργους, τους μετανάστες και τους πρόσφυγες.

Η πρόταση που έχει καταθέσει η «Δικτύωση», και έχουν αποδεχτεί μέχρι σήμερα οι περισσότερες οργανώσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, υπογραμμίζει την ανάγκη να δημιουργηθεί ένα μέτωπο για την υπέρβαση της σημερινής κατάστασης αδυναμίας. Ο διάλογος κοινωνικών και πολιτικών υποκειμένων για να φτάσουμε σε αυτό είναι ζωτικής σημασίας συνθήκη. Εξίσου ζωτική, όσο και εφικτή, είναι η διασφάλιση της κοινής δράσης από σήμερα, με απεύθυνση στον κόσμο της Αριστεράς και των κινημάτων.  Κι αυτό για να μπορεί η Αριστερά να σταθεί με αξιώσεις απέναντι στον επιβαλλόμενο, από τη ροή των πραγμάτων, «αριστερό» πραγματισμό, χωρίς να καθηλώνεται στην επαναστατική αναμονή και τον προπαγανδισμό.

Το κείμενο συζητήθηκε στην Πανελλαδική Συνάντηση της Δικτύωσης, που έγινε στη Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι