• /var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2017/03/170307 tumblr njb3aqc1pd1qzbiclo3 500

Ο Μαρξ της κριτικής, της Αγγελικής Παπαθανασίου

Τον περασμένο Οκτώβριο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα το βιβλίο της Αγγελικής Παπαθανασίου «Ο Μαρξ της κριτικής. Βίος και πειθάρχηση  στον καπιταλιστικό παραγωγικό κανόνα». Η συγγραφέας ανατρέχει στο σύνολο του έργου του Μαρξ, για να δείξει πως, τόσο στα «άδυτα» της παραγωγής όσο και έξω από την άμεση παραγωγική διαδικασία, ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων συγκροτούν έναν καπιταλιστικό παραγωγικό κανόνα: η «κανονικοποίηση» αυτή της ζωής, η εξουσία που εγγράφεται ως σύνολο σχέσεων και ως κανόνας για την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι ακριβώς η συνθήκη μέσω της οποίας το υποκείμενο καθίσταται παραγωγικό. Με το βιβλίο αυτό, απόσπασμα του οποίου είναι το κείμενο που ακολουθεί, η Παπαθανασίου επικαιροποιεί ένα ενδιαφέρον θεωρητικό εγχείρημα διεθνούς εμβέλειας – την ανάδειξη κοινών τόπων ανάμεσα στη θεωρία του Μαρξ για την καπιταλιστική εκμετάλλευση, την Κριτική Θεωρία και τις σύγχρονες «μικρο-κοινωνιολογικές» θεωρήσεις της βιοπολιτικής εξουσίας.

***

Στα 1844 ο Καρλ Μαρξ, στο πλαίσιο μιας πρώιμης κριτικής του χρηματοπιστωτικού συστήματος, επισημαίνει τη γενίκευση της ηθικής και κοινωνικής ύπαρξης του υποκειμένου ως ανταλλακτικών αξιών. Το υποκείμενο, γράφει, συγκροτείται ως «τρόπος ύπαρξης του κεφαλαίου» κι η εργασία ως εμπόρευμα. Στο μέτρο αυτό εμπεδώνεται η εξάρτησή της από το κεφάλαιο: «Αποκορύφωμα αυτής της υποδούλωσης είναι ότι μόνο ως εργάτης μπορεί να διατηρήσει τον εαυτό του ως φυσικό υποκείμενο και ότι μόνο ως φυσικό υποκείμενο μπορεί να είναι εργάτης».[i] Το υποκείμενο «ενεργοποιεί το βίο του» προς τον σκοπό της απόκτησης μέσων διαβίωσης, τη στιγμή που ο καπιταλιστικός κανόνας της διαρκούς παραγωγής ενός πλεονάσματος αγνοεί τις ιδιαίτερες ανάγκες των άμεσων παραγωγών, αποσυνδέεται από αυτές, κι αντιθέτως τις καθορίζει, διαμορφώνοντας και επιβάλλοντας τις γενικές ανάγκες του συστήματος της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Ο οικονομικός εξαναγκασμός και η επίφαση ελευθερίας του εργασιακού συμβολαίου, η διαρκής αναπαραγωγή της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας, στο πλαίσιο της οποίας αναπτύσσονται πρακτικές «θυσίας» κι εξαθλίωσης εργατικών μαζών ακολούθως των διακυμάνσεων του οικονομικού κύκλου, πρακτικές εξαναγκασμού του παραγωγικού υποκειμένου να υποτάσσεται σε κάθε απαίτηση του κεφαλαιοκράτη, καταδεικνύονται, στο πρώιμο μαρξικό έργο, ως ριζικοί όροι οργάνωσης της καπιταλιστικής κοινωνικής αναπαραγωγής. Το κεφάλαιο, ως «η δύναμη που εξουσιάζει την εργασία και τα προϊόντα της», αποφασίζει σε τελευταία ανάλυση επί των όρων ζωής του παραγωγικού υποκειμένου: αξίζει τόσο όσο τα μέσα που χρειάζεται «για να αναπαράγει το γυμνό βίο του», διαιωνίζοντας ταυτόχρονα το είδος του.[ii] Ο Μαρξ αποτυπώνει μια θεώρηση της εργασίας ως «καταναγκαστικής» και «επιβεβλημένης», ως «ανήκουσας σε άλλον», ως «απώλειας του εαυτού»: πρόκειται, σημειώνει, για «σχέση κατεξουσιασμού» που αντανακλά την «ουσιώδη σχέση» των ίδιων των ατόμων.[iii]

Η μισθωτή εργασία βρίσκει την ολοκληρωμένη έκφρασή της μόνο σε συνθήκες αναπτυγμένου καταμερισμού (και άρα «μονομέρειας») της εργασίας, καταμερισμός αλληλένδετος με τον καταμερισμό του ατόμου. Η βιομηχανική επανάσταση δεν απελευθέρωσε την εργασία παρά υποβίβασε σταθερά ένα μέρος των παραγωγών «σ’ έναν οπισθοδρομικό, βάρβαρο τύπο εργασίας», μετατρέποντας τον παραγωγό σε μηχανή, επιβάλλοντας την εξάρτησή του από μια εργασιακή δραστηριότητα που καθίσταται ολοένα και περισσότερο μονόπλευρη και μηχανική. Στο πλαίσιο της καπιταλιστικής παραγωγής, διαβάζουμε στα Χειρόγραφα του 1844, το υποκείμενο της εργασίας μετατρέπεται σε «ένα αφηρημένο ον», σε «τόρνο», μεταμορφώνεται «μέχρι του σημείου ενός πνευματικού και φυσικού εξαμβλώματος».[iv] Ο νεαρός Μαρξ επισημαίνει την απώλεια του εαυτού, τη θυσία πνεύματος και σώματος: «Γενικά πρέπει να παρατηρήσουμε ότι σ’ εκείνες τις περιπτώσεις που ο εργάτης και ο κεφαλαιοκράτης πλήττονται εξίσου, πλήττεται η ίδια η ύπαρξη του εργάτη, ενώ στην περίπτωση του κεφαλαιοκράτη πλήττεται το κέρδος του νεκρού Μαμμωνά του».[v]

Στον καπιταλισμό παράγεται πλούτος και φτώχεια· αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις και ταυτόχρονα δυνάμεις που παράγουν καταπίεση. Η αρχή της αυθεντίας, σημειώνει ο Μαρξ, εισάγεται στην κοινωνία με τον καταμερισμό της εργασίας και συγκροτεί την αναγκαία προϋπόθεση για την υποταγή του εργάτη στο χώρο και χρόνο εργασίας: εδώ ο καταμερισμός της εργασίας ρυθμίζεται σχολαστικά από την εξουσία του καπιταλιστή, που οργανώνει και διευθύνει την εργασία, θεσπίζοντας τον εργοστασιακό κώδικα. Στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος οι Μαρξ και Ένγκελς κάνουν λόγο για «στρατιωτική οργάνωση» και «πειθαρχία» των «κοινών βιομηχανικών στρατιωτών» οι οποίοι τελούν υπό αυστηρή χρονική επιτήρηση, «υποδουλωμένοι στη μηχανή, στον επιστάτη και προπάντων στον ίδιο τον μεμονωμένο εργοστασιάρχη αστό», «υπό την εποπτεία μιας πλήρους ιεραρχίας υπαξιωματικών και αξιωματικών».[vi]

Στο ώριμο μαρξικό έργο, η σχετική προβληματική αναπτύσσεται περαιτέρω: η καπιταλιστική παραγωγή διαμεσολαβεί και καθορίζει κάθε κοινωνικό πράττειν· παράγει το αντικείμενο και τον τρόπο της κατανάλωσης «όχι μόνο αντικειμενικά αλλά και υποκειμενικά», με άλλα λόγια, η παραγωγή παράγει όχι «μόνο ένα αντικείμενο για το υποκείμενο, αλλά και ένα υποκείμενο για το αντικείμενο».[vii] Το γεγονός ότι «η εργασία εμφανίζεται σαν υποκείμενο απέναντι στο κεφάλαιο», το γεγονός ότι «εμφανίζεται δηλαδή ο εργάτης αποκλειστικά στον προσδιορισμό της εργασίας – κι αυτός ο προσδιορισμός δεν αποτελεί τον ίδιο τον εργάτη», καταδεικνύει την ύπαρξη μιας σχέσης του εργάτη προς την ίδια του την δραστηριότητα, ως μη «φυσική» σχέση, εμπεριέχουσα ήδη η ίδια «ένα χαρακτηριστικό οικονομικό προσδιορισμό».[viii]

Οι ιστορικά συγκεκριμένοι όροι των οποίων αποτέλεσμα συνιστά η υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο συνοψίζονται στις μαρξικές αναπτύξεις για την πρωταρχική συσσώρευση. Ο Μαρξ αναφέρεται στην ιστορική κατασκευή του υπό διπλή έννοια ελεύθερου εργάτη μέσα στους χρόνους που παρακολούθησαν τη σταδιακή αποσύνθεση της φεουδαρχικής οργάνωσης της κοινωνικής αναπαραγωγής. Στον αντίποδα της αστικής ιστοριογραφίας, η οποία εμφανίζει μονομερώς τη μετατροπή των παραγωγών σε μισθωτούς εργάτες ως απελευθέρωση από τη φεουδαρχική υποτακτική υπηρεσία και τον συντεχνιακό καταναγκασμό, ο Μαρξ κάνει λόγο για αλλαγή μόνο στη μορφή της υπόταξης. Στον καπιταλισμό, υποστηρίζει, εμφανίζεται περισσότερο ελεύθερη στο μέτρο που είναι μόνο εμπράγματη, καθαρά οικονομική.

Η μετατροπή των παραγωγών σε μισθωτούς εργάτες συντελείται ακολούθως της απαλλοτρίωσης των μέσων παραγωγής τους πλάι στην κατάργηση των φεουδαρχικών εγγυήσεων για την ύπαρξή τους, σημειώνει ο Μαρξ, επισημαίνοντας τον θεμελιώδη ρόλο της βίας στην ιστορική κίνηση. Για την υποταγή και πειθάρχησή τους στη συνθήκη της μισθωτής εργασίας χρειάστηκαν αιώνες, μέσα στους οποίους τέθηκαν σε εφαρμογή τρομοκρατικοί νόμοι κι επιστρατεύτηκαν συστηματικά άγριες μορφές κρατικής βίας και καταστολής. Παρουσίασε τότε η νεότερη ιστορία το τεχνητό δημιούργημα του μισθωτού εργάτη, που εξαναγκάζεται οικονομικά να ανταλλάσσει τον ενεργό χρόνο του βίου του έναντι των καθημερινών ειδών διατροφής του, αναγνωρίζοντας – από αγωγή, παράδοση και συνήθεια – σαν φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Οι μαρξικές αναπτύξεις περί τυπικής και πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο είναι προς τούτο διαφωτιστικές.

Η υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο δεν θεμελιώνεται σε προϋπάρχουσες πολιτικές σχέσεις υποταγής. Είναι οι ίδιες οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις εκείνες που δημιουργούν μια νέα σχέση υπόταξης, η οποία παράγει με τη σειρά της τις πολιτικές και κοινωνικές εκφράσεις της. Σε συνθήκες αναπτυγμένου καπιταλισμού λαμβάνει χώρα μία διαρκής επανάσταση στον τρόπο παραγωγής, στην παραγωγικότητα της εργασίας και στη σχέση καπιταλιστή-εργάτη. Η εξάρτηση της κοινωνικής εργασίας από το κεφάλαιο κι η υπαγωγή της σε αυτό αναπαράγεται αέναα, ως όρος για την αναπαραγωγή του ίδιου του καπιταλισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, η εξουσία του κεφαλαίου επί των όρων του βίου εκτείνεται μέχρι το σημείο των φυσικών αναπαραγωγικών λειτουργιών του υποκειμένου, τις οποίες διαμεσολαβεί και ελέγχει εντός κι εκτός της άμεσης παραγωγικής διαδικασίας.

Η διαρκής παραγωγή ενός διαθέσιμου για τις ανάγκες αξιοποίησης του κεφαλαίου εργασιακού υπερπληθυσμού, καθώς και η ανάπτυξη κανόνων διαχείρισής του, πλάι στη διαχείριση των παραγωγικών υποκειμένων εντός της παραγωγικής διαδικασίας, συνιστούν αποτελέσματα της εμπέδωσης του ειδικού κοινωνικού καθορισμού του κεφαλαίου, της ιδιοκτησίας που έχει την ιδιότητα να εξουσιάζει την εργασία άλλων. Στη σφαίρα της παραγωγής, η εξουσία αυτή συνοψίζεται στη μορφή μιας αυστηρά ρυθμίζουσας εξουσίας και ενός διαρθρωμένου σαν τέλεια ιεραρχία κοινωνικού μηχανισμού της εργασιακής διαδικασίας. Πρόκειται για τη λειτουργία της καπιταλιστικής διεύθυνσης την οποία ο Μαρξ χαρακτηρίζει ως δεσποτική. Η πειθάρχηση των παραγωγικών υποκειμένων στην κανονικοποίηση την οποία επιβάλλει στην εργασιακή διαδικασία ο ανταγωνισμός, μεταφράζεται στην επιταγή της «ορθολογικής» χρησιμοποίησης των μέσων παραγωγής και της εντατικής κι αδιάκοπης ροής της παραγωγής, της παραγωγής προϊόντος σε προκαθορισμένα χρονικά όρια. Η ορθολογική χρησιμοποίηση της εργασιακής δύναμης δεν συγκαταλέγεται ωστόσο στους κανόνες της καπιταλιστικής παραγωγής. Αντιθέτως, συγκροτείται ως καπιταλιστικός παραγωγικός κανόνας ο σφετερισμός του αναγκαίου για τη φυσιολογική συντήρηση και ανάπτυξη του σώματος και πνεύματος χρόνου του εργάτη, η κατασπατάληση, με τα λόγια του Μαρξ, της ζωής και υγείας των εργατών, των ζωντανών χωρίς αξία σωμάτων, όπως χαρακτηριστικά τους περιγράφει. Πρόκειται για κανόνες που αναπτύσσονται παράλληλα με την ανάπτυξη της καπιταλιστικής μορφής της συνεργασίας, εννοιολογικό και ιστορικό, για τον Μαρξ, ορόσημο του καπιταλισμού, στον πυρήνα της οποίας εντοπίζει τους όρους της κοινωνικοποιημένης μετά-καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνικής αναπαραγωγής.

__________________

Σημειώσεις

[i] Καρλ Μαρξ, Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844, μετάφραση Αποστόλης Λυκούργος, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2012, σ. 88. [Μετάφραση τροποποιημένη].

[ii] Βλ. Καρλ Μαρξ, Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, Απάντηση στο έργο του Προυντόν «Η Φιλοσοφία της Αθλιότητας» με πρόλογο του Φρ. Ένγκελς, 4η έκδοση, μετάφραση Γεωργίας Δεληγιάννη-Αναστασιάδη, Αναγνωστίδη Αθήνα, χ.χ.έ., σ. 47.

[iii] Βλ. «Αποσπάσματα από το βιβλίου του James Mill Éléments D’économie Politique (1844)», σε Καρλ Μαρξ, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840 – μια ανθολογία, επιλογή-μετάφραση Θανάσης Γκιούρας, επιστημονική επιμέλεια Θανάσης Γκιούρας, Θωμάς Νουτσόπουλος, ΚΨΜ, Αθήνα, 2014, σ. 340.

[iv] Βλ. ό.π., σ. 333.

[v] Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844, ό.π., σ. 28.

[vi] Καρλ Μαρξ, Φρήντριχ Έγκελς, «Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος», σε Καρλ Μαρξ, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840. Μια ανθολογία, ό.π., σ. 482.

[vii] Βλ. Καρλ Μαρξ, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (1857-1858), Παράρτημα από τα οικονομικά χειρόγραφα (1850-1861), τ. Α΄, Στοχαστής, Αθήνα 1989, σ. 60.

[viii] Βλ. ό.π., τ. Β΄, σ. 229.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι