Post-truth επικοινωνία, το ανώτατο στάδιο της συνθηκολόγησης, του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Φουλ της επικοινωνίας. Από το βράδυ της «συμφωνίας» της Δευτέρας στο Eurogroup, ο επικοινωνιακός μηχανισμός της κυβέρνησης δίνει μια αίσθηση ανάλογη με αυτήν που πρέπει να είχαν πρόσφατα και στις ΗΠΑ, ακούγοντας τον Τραμπ να μιλά με τόσο πάθος για την κατάσταση στη Σουηδία. Όπως και στη Σουηδία, λοιπόν, κάτι πρέπει να έγινε και στο Eurogroup – όμως τα γεγονότα που έχουμε υπόψη ως τώρα μας κρατούν στο σκοτάδι. Πώς μπορούμε να σιγουρευτούμε αν φταίνε τα γεγονότα κι αν είμαστε ακόμα στα σωστά μας ή κάτι σημαντικό από την πραγματικότητα μας διαφεύγει εντελώς; Ο μόνος τρόπος που μπορεί να σκεφτεί κανείς είναι οι αντιπαραβολές.

Αντιπαραβολή πρώτη

Το ΔΝΤ δεν θα επέστρεφε στην Ελλάδα, αν η κυβέρνηση εξακολουθούσε να απορρίπτει τη νομοθέτηση «παράλογων» προληπτικών μέτρων, μέτρων δηλαδή που θα εγγυώνταν την επίτευξη πλεονασμάτων και μετά το 2018 – για «μεσοπρόθεσμο» διάστημα, όπως η ίδια η κυβέρνηση δεσμευόταν τον περασμένο Δεκέμβρη. Το ΔΝΤ, λοιπόν, θα επιστρέψει στην Ελλάδα. Λογικό συμπέρασμα: τα «παράλογα» προληπτικά μέτρα, και δη για αδιευκρίνιστο «μεσοπρόθεσμο» διάστημα μετά το 2018, θα προνομοθετηθούν. Κι ας είναι «παράλογα». Κι ας αποτελεί η προνομοθέτηση θλιβερή πρωτοτυπία – όχι μόνο γι’ αυτά ή για άλλα μέτρα, ούτε μόνο για τα ελληνικά κοινοβουλευτικά χρονικά.

Αντιπαραβολή δεύτερη

Το απόγευμα της Δευτέρας, ο πρόεδρος του Εurogroup ξεκαθάρισε ότι η μόνη συμφωνία που υπάρχει με την Ελλάδα είναι οι «θεσμοί» να επιστρέψουν στην Αθήνα. Να επιστρέψουν, όχι για να χαρούν τον ηλιόλουστο αττικό ουρανό, ούτε για συζητήσεις περί ανέμων. Αλλά για να συζητηθεί στις λεπτομέρειές του ένα «πρόσθετο πακέτο δομικών μεταρρυθμίσεων», που αφορά σχεδόν τα πάντα: το φορολογικό, τις συντάξεις, τις εργασιακές σχέσεις. Από το βράδυ κιόλας της Δευτέρας, ωστόσο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μιλά για νίκη. Ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ πανηγυρίζουν τη συμφωνία (που δεν υπάρχει αλλά) που «ανοίγει δρόμο». Το δε τουίτερ του Νίκου Παππά επιχαίρει για την κατάρρευση του αφηγήματος της ΝΔ, καθησυχάζοντας ότι θα υπάρξουν «μέτρα-καθρέφτης» (!), ή «αντίμετρα», όπως το θέλει η κυβερνητική ιδιόλεκτος. Μέτρα ενάντια στα μέτρα που, αναγγελλόμενα και μόνο, καθιστούν φαιδρό τον κυβερνητικό ισχυρισμό «δεν θα υπάρξει ούτε ένα ευρώ λιτότητα» .

Αντιπαραβολή τρίτη

Τι θα αφορούν τα «αντίμετρα» αυτά; Και πότε θα ψηφιστούν: Παράλληλα, λόγου χάρη, με τα μέτρα της ούτε-ένα-ευρώ-λιτότητας; Ή κάποια στιγμή στο απώτερο μέλλον, ανάλογα με την απόδοση των κανονικών; Η «λεπτομέρεια» αυτή, όπως και η άλλη, η διάρκεια δηλαδή του «μεσοπρόθεσμου διαστήματος μετά το 2018», μένει αδιευκρίνιστη. Ό,τι ξέρουμε για την ώρα είναι ότι στη μεν φορολογία «το αφορολόγητο δεν είναι φετίχ», στις δε εργασιακές σχέσεις ότι οι ομαδικές απολύσεις δεν θα εμποδίζονται πια από υπουργικό βέτο. Κι ότι οι συντάξεις, όπως άφησε να εννοηθεί πρόσφατα και ο Έλληνας κεντρικός τραπεζίτης, δεν είναι ταμπού. Παρ’ όλα αυτά, η Αυγή της Τρίτης διαπιστώνει ανακουφισμένη «Φως στο τούνελ της λιτότητας».

***

«Τα πιστεύουν στ’ αλήθεια αυτά που λένε;», αναρωτιέται κάποιος. Και δεν χρειάζεται, νομίζω, ειδικό ανιχνευτή ψεύδους για να απαντήσει κανείς. Η απάντηση, στη δική μου τουλάχιστον αντίληψη, είναι ότι τα πιστεύουν απολύτως – και ότι έχουν διάφορους λόγους γι’ αυτό.

Πάση θυσία ανάπτυξη…

Σε ανύποπτο χρόνο, ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας έχει δηλώσει από πέρσι ότι «αριστερό είναι ό,τι φέρνει την ανάπτυξη». Αν λοιπόν η μόνη αναπτυξιακή προοπτική στην Ευρώπη είναι αυτή τη στιγμή ο χαμηλότοκος δανεισμός από την ΕΚΤ, τότε δεν χρειάζεται εξήγηση: αριστερό είναι ό,τι διασφαλίζει την ένταξη της χώρας στο QE. Άνευ ετέρου. Και με όποιο αντάλλαγμα.

…πάση θυσία κυβέρνηση

Αναπόφευκτα, για μια κυβέρνηση που πασχίζει για την ανάπτυξη, γι’ αυτό και μόνο λοιπόν είναι αριστερή, ισχύει ότι «αριστερό είναι και ό,τι την κρατά όρθια» απέναντι στη ΝΔ. Άνευ ετέρου κι εδώ: με όποιο αντάλλαγμα. Αν λοιπόν η κυβέρνηση «κερδίζει χρόνο», ακόμα και προκαταβάλλοντας μέλλον ως αντάλλαγμα, είναι γιατί το αντάλλαγμα δίνει ανάσα την αγορά. Δίνοντας λοιπόν «ανάσα στην αγορά», η ίδια κινείται απολύτως εντός της αριστερής αναπτυξιακής στοχοθεσίας της – ακόμα και αν κινείται πέρα από τις κοινωνικές προσδοκίες που, θεωρητικά τουλάχιστον, εκπροσωπεί.

«Τι τους λέμε εμείς, όταν μας λένε αυτοί»

Αν αριστερό είναι ό,τι κρατά τη ΝΔ μακριά από την κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ «προνομιμοποιείται» να προσαρμόζει την επικοινωνία και τους ισχυρισμούς του αναλόγως: Τον κατηγορεί η ΝΔ ότι χρονοτριβεί στην αξιολόγηση; «Η ΝΔ είναι φερέφωνο των σκληρότερων από τους δανειστές». Αλλάζει η ΝΔ το τροπάρι, όταν η κυβέρνηση δρομολογεί συμφωνία για να κλείσει την αξιολόγηση; «Η ΝΔ δεν έχει αφήγημα». Αν το θέμα είναι «να την πούμε» στη ΝΔ, καλή επικοινωνιακή πολιτική είναι η στοχοπροσήλωση στις αντιφάσεις και τις παλινωδίες του αντιπάλου. Για το αντάλλαγμα, για το μείζον δηλαδή της συμφωνίας και της ασυμφωνίας, η επικοινωνία είναι αναρμόδια – και κάπως έτσι επιβάλλεται, μαζί με την επιθυμία, στην πολιτική.

Από τον τερματισμό της λιτότητας στον τερματισμό του Σόιμπλε

Η post-factual επικοινωνία πρέπει, βεβαίως, να πατά και λίγο στην πραγματικότητα – πάντα όμως όπως ορίζει η επιθυμία. Αν λοιπόν αριστερό είναι ό,τι δίνει χρόνο στην παρούσα κυβέρνηση, κι αν από καιρό η υπόθεση εργασίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι ο χρόνος αυτός χρειάζεται πάση θυσία για να πιαστεί το μομέντουμ σε μια «Ευρώπη που αλλάζει», για το κυβερνών κόμμα ένα και μόνο είναι αρκετό: ενόψει γερμανικών εκλογών, «στην επόμενη αξιολόγηση δεν θα είναι ο Σόιμπλε». Στην εκτίμηση αυτή δεν μετράνε βασικές διαστάσεις: Ούτε η πείρα, από τον Φεβρουάριο ήδη του 2015, ότι οι υπαρκτές διαφορές μέσα στην Ευρωζώνη δεν πρέπει να απολυτοποιούνται – ότι δηλαδή ο αντίπαλος μιας κυβέρνησης κατά της λιτότητας δεν είναι μόνο «ο Σόιμπλε». Ούτε η γνώση για τα όρια της αναπτυξιακής ώθησης που έχει προσφέρει μέχρι τώρα στην Ευρώπη ο χαμηλότοκος δανεισμός. Ούτε η «συνέχεια του κράτους» στη Γερμανία – που αν επιβεβαιώθηκε επώδυνα στην Ελλάδα, μάλλον στον ισχυρότερο ευρωπαϊκό καπιταλισμό θα ισχύει δύο φορές. Στην προσπάθεια, ωστόσο, να μην είναι κόμμα του «αριστεροχωρίου» και της αναμονής της κατάρρευσης του καπιταλισμού, ο ΣΥΡΙΖΑ προτιμά το άλλο άκρο: να μην ασχολείται καθόλου με τον καπιταλισμό, τις δυνατότητες ανάταξής του (διά του δανεισμού ή της «καινοτομίας» [1]), τη δομική εξουσία του κεφαλαίου στις ισχυρές χώρες της Ευρωζώνης κ.ο.κ. Αυτά είναι η παλιά γνώση. Το «καινούριο» είναι ο πολιτικός και ο επικοινωνιακός βολονταρισμός.

Τα πιστεύουν, λοιπόν, όλα αυτά. Όπως έλεγε ο Αλτουσέρ, και νωρίτερα ο Μπλεζ Πασκάλ, δεν είναι ανάγκη να πιστεύει κανείς για να γονατίσει και να προσευχηθεί. Η κίνηση με την οποία γονατίζει είναι αυτή που γεννά και την πίστη. Έπειτα, ένας θεός ξέρει πόσο χειρότερα θα ήταν τα πράγματα αν κυβέρνηση ήταν η ΝΔ…

______

[1] Βλ. σχετικά: Πέτρος Λινάρδος-Ρυλμόν, "Μπορεί ν' ανανεωθεί ο (ελληνικός) καπιταλισμός;", Η εποχή, 12.2.2017

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι