• /var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2017/02/170206 bn gq463 1gkcab j 20150127075932

Ποιος σκότωσε το κοινωνικό κράτος; Μια κριτική στον Γιάνη Βαρουφάκη, του Βιθέντε Ναβάρο

Ο Βιθέντε Ναβάρο είναι πολιτικός επιστήμονας, οικονομολόγος και καθηγητής στα πανεπιστήμια Τζον Χόπκινς της Βαλτιμόρης και Πομπέου Φάμπρα της Βαρκελώνης. Στο κείμενό του, που δημοσιεύτηκε το περασμένο καλοκαίρι στην ιστοσελίδα Social Europe, ασκεί κριτική στις θέσεις του Γιάνη Βαρουφάκη και του DiEM 25 για το κοινωνικό κράτος και το Καθολικό Βασικό Εισόδημα, αλλά και στη στρατηγική που προτείνουν για τον εκδημοκρατισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κείμενο μετέφρασε ο Κώστας Παπαγιάννης.

Είναι στ' αλήθεια νεκρό το έθνος-κράτος και το κοινωνικό του κράτος;

Διαβάζω πάντα τα γραπτά του Γιάνη Βαρουφάκη με μεγάλο ενδιαφέρον και συχνά βρίσκω τον εαυτό μου να συμφωνεί, ιδίως στην κριτική που κάνει ο ίδιος στην τρόικα και το Eurogroup. Συμφωνώ, επίσης, με την έκκλησή του για μια πανευρωπαϊκή κινητοποίηση με σκοπό την επιβολή της δημοκρατίας στους θεσμούς που κυβερνούν την Ευρωπαϊκή Ένωση – παρόλο που διαφωνώ με τον τρόπο που προτείνει να γίνει αυτό.

Ο Βαρουφάκης πιστεύει, λανθασμένα νομίζω, ότι η δύναμη των εθνών-κρατών έχει πρακτικά εξαφανιστεί στην Ε.Ε.: ότι τα κράτη δεν μετράνε πια. Βασισμένος στην ευρωπαϊκή εμπειρία που αποκόμισε όταν εκπροσώπησε την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα, βγάζει το συμπέρασμα ότι τα έθνη-κράτη δεν έχουν καμία δύναμη. Σύμφωνα με τον Βαρουφάκη, οι κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια αυτών των εθνών-κρατών έχουν μεταμορφωθεί μόνο σε ιμάντες μεταβίβασης των όποιων αποφάσεων της τρόικα και των συνδεδεμένων θεσμών. Γράφει σε μία από τις πρόσφατες δημοσιεύσεις του:

«Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μεταδίδουν στα Κοινοβούλια ο,τιδήποτε αποφασίζεται σε Ευρωπαϊκό επίπεδο (Κομισιόν ή Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) και τα Κοινοβούλια εκτελούν όποιες οδηγίες λαμβάνουν από αυτούς τους θεσμούς» (Γ. Βαρουφάκης και Gerard Pisarello, Un plan para Europa, σ. 89)

Υπάρχουν εναλλακτικές

Περιττό να το πω: τα Κοινοβούλια είναι περιορισμένα σε μεγάλο βαθμό από αυτούς του θεσμούς. Δεν υπάρχει διαφωνία σε αυτό το σημείο. Αλλά είναι μια υπερβολή να λες ότι τα κοινοβούλια έχουν χάσει όλη τη δύναμή τους. Και είναι λάθος να αποδέχεσαι ότι οι κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια επέβαλαν τις πολιτικές λιτότητας (με περικοπές στο κράτος πρόνοιας) υποστηρίζοντας ότι δεν έχουν άλλη επιλογή. Για παράδειγμα, η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Θαπατέρο στην Ισπανία: θα μπορούσε για να μειώσει τα δημόσια ελλείμματα, είτε κόβοντας δημόσιες δαπάνες, είτε να αυξάνοντας του φόρους. Ο Θαπατέρο επέλεξε το πρώτο για να αποφύγει το δεύτερο. Έκοψε τις συντάξεις του Δημοσίου για να εξοικονομήσει 1,2 δισ. ευρώ, ενώ θα μπορούσε να έχει εξοικονομήσει ακόμα περισσότερα χρήματα (2 δισ. ευρώ) ανατρέποντας τους φόρους ιδιοκτησίας. Το ίδιο έγινε και με τον Ραχόι του Λαϊκού Κόμματος: έκοψε 6 δισ. ευρώ από την Εθνική Υπηρεσία Υγείας, ενώ θα μπορούσε να έχει εξοικονομήσει σχεδόν το ίδιο ποσό ανατρέποντας τις περικοπές στους φόρους επιχειρήσεων.

Τα Κοινοβούλια έχουν ακόμα εξουσία, συμπεριλαμβανόμενης της εξουσίας να αμφισβητούν τις πολιτικές λιτότητας. Έχουμε δει πώς η κυβέρνηση της Πορτογαλίας έχει σταματήσει την εφαρμογή πολιτικών λιτότητας που επιβλήθηκαν από την Κομισιόν.

Οι αλλαγές στην Ε.Ε. θα πρέπει να περιλαμβάνουν, εκτός από πανευρωπαϊκές κινητοποιήσεις που υποστηρίζει ο Βαρουφάκης, απαντήσεις από συμμαχίες εθνών-κρατών εναντίον των πολιτικών που επιβάλλονται από τους θεσμούς που κυβερνούν την Ευρωζώνη. Είναι λάθος να αποδέχεσαι τη δικαιολογία που επικαλούνται συντηρητικές, φιλελεύθερες και πολλές σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις όταν επιβάλλουν εξαιρετικά αντιδημοφιλείς περικοπές δημόσιων και κοινωνικών δαπανών – ότι, δηλαδή, δεν υπάρχουν εναλλακτικές. Έχουν εναλλακτικές, τις οποίες όμως δεν είναι πρόθυμες να παραδεχτούν.

Στην πραγματικότητα, πολλές από αυτές τις κυβερνήσεις (κυρίως οι φιλελεύθερες και συντηρητικές) επιτυγχάνουν, μέσα από αντιδημοφιλείς πολιτικές, αυτό που πάντα ήθελαν: να μειώσουν την δύναμη της εργασίας και να διαλύσουν το κράτος πρόνοιας. Αυτό που βλέπουμε είναι μια συμμαχία των ισχυρών και κυρίαρχων οικονομικών και δημοσιονομικών κατεστημένων σε κάθε χώρα, στην υποστήριξη δημόσιων πολιτικών οι οποίες έρχονται από την τρόικα και το κατεστημένο της Ε.Ε., και τις οποίες δεν θα μπορούσαν να περάσουν στα δικά τους κοινοβούλια. Χρησιμοποιούν του ευρωπαϊκούς θεσμούς, οι οποίοι στερούνται οποιασδήποτε δημοκρατικής νομιμοποίησης, για να αποκτήσουν αυτό που πάντα ήθελαν προβάλλοντας την δικαιολογία «Δεν υπάρχουν εναλλακτικές». Είναι προφανές ότι υπάρχουν εναλλακτικές.

Ο Βαρουφάκης και η πρότασή του για το Καθολικό Βασικό Εισόδημα

Το δεύτερο πεδίο σημαντικής διαφωνίας με τον Βαρουφάκη είναι ότι ο ίδιος απορρίπτει το κράτος πρόνοιας και, αντίθετα, ζητά ένα Καθολικό Βασικό Εισόδημα (Universal Basic Income). Στο συνέδριο στο οποίο αναφέρομαι, συνοψίζει τα κύρια σημεία της εκτίμησής του για τη σημερινή κατάσταση του καπιταλισμού και εξηγεί γιατί η καθιέρωση του UBI θα πρέπει να είναι στο επίκεντρο της στρατηγικής για την επίλυση των μεγάλων προβλημάτων που αυτός ο καπιταλισμός δημιουργεί.

Αρχίζει κάπως προκλητικά (ένα στυλ που φαίνεται να απολαμβάνει, καθώς το χρησιμοποιεί συχνά), λέγοντας ότι «η Σοσιαλδημοκρατία (συμπεριλαμβανομένης της εκδοχής των ΗΠΑ και του New Deal) και οι πολιτικές της είναι νεκρές, έχουν τελειώσει, και δεν μπορούν να αναβιώσουν». Προσθέτει, επίσης, ότι «η καθιέρωση του κράτους πρόνοιας (η δημόσια πρόβλεψη για μεταβιβάσεις και δημόσιες υπηρεσίες, όπως η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση, οι κοινωνικές υπηρεσίες κ.ο.κ.) έχει τελειώσει επίσης». Το κράτος πρόνοιας, άλλωστε, δεν μπορεί να συνεχίσει: η χρηματοδότησή του δεν είναι βιώσιμη, γιατί οι πόροι γι’ αυτό προέρχονται από τους φόρους οι οποίοι θα μειωθούν, λόγω της μείωσης του αριθμού των εργαζομένων, όπως και των μισθών τους. Αποδίδει τη μείωση αυτή στις επαναστατικές τεχνολογικές αλλαγές, προσθέτοντας την φωνή του στον αυξανόμενο αριθμό συγγραφέων που πιστεύουν ότι οι ψηφιακές και ηλεκτρονικές επαναστάσεις θα διαμορφώσουν ένα μέλλον χωρίς δουλειές.

Ένα άλλο σημείο στην ομιλία του αφορά τη χρηματιστικοποίηση της οικονομίας (την επέκταση, δηλαδή, του χρηματοπιστωτικού τομέα σε βάρος της παραγωγικής οικονομίας), που επιδεινώνει το πρόβλημα όχι μόνο της χρηματοδότησης του κράτους πρόνοιας, αλλά και της αναπαραγωγής του ίδιου του καπιταλισμού. Σύμφωνα με τον Βαρουφάκη, ο τραπεζικός τομέας έχει αντικαταστήσει το βιομηχανικό (και άλλα στοιχεία της παραγωγικής οικονομίας). Ως εκ τούτου, το κέντρο της οικονομικής εξουσίας έχει περάσει από το Ντιτρόιτ στην Wall Street, γεγονός που δημιουργεί ένα σημαντικό πρόβλημα, γιατί ο περιορισμός της παραγωγικής οικονομίας σημαίνει λιγότερες θέσεις εργασίας και περαιτέρω μείωση των μισθών, άρα μείωση της ζήτησης, προκαλώντας τη σημερινή κρίση. Κατά συνέπεια, η λύση για τον Βαρουφάκη είναι να φορολογήσεις τα υψηλά εισοδήματα και να διανείμεις τους πόρους αυτούς σε όλους τους άλλους ως εισόδημα, δίνοντας σε κάθε πολίτη το ίδιο ποσό, το κύριο χαρακτηριστικό του UBI. Αυτά τα χρήματα θα ενδυναμώσουν τους πολίτες, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν με τον εργοδότη υπό καλύτερες συνθήκες. Το UBI θα δημιουργήσει ζήτηση και κατανάλωση, κι αυτά θα επαναφέρουν την οικονομία πίσω στους ρυθμούς ανάπτυξης που απαιτούνται.

Αυτά, νομίζω, είναι τα βασικά σημεία και ελπίζω ότι έχω συνοψίσει σωστά τις απόψεις του.

Ποια είναι τα προβλήματα με αυτές τις θέσεις;

Υπάρχουν αρκετά. Το ένα είναι ότι αναπαριστούν ανακριβώς την Σοσιαλδημοκρατία. Ιστορικά, η Σοσιαλδημοκρατία ήταν η ανάπτυξη μιας στρατηγικής που αποσκοπούσε στο να παράσχει μεταβιβάσεις και δημόσιες υπηρεσίες στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες της/του – με τις μεταβιβάσεις και τις υπηρεσίες αυτές να χρηματοδοτούνται σύμφωνα με την ικανότητα του καθενός, τις δε ανάγκες και την ικανότητα να ορίζονται μέσω μιας δημοκρατικής διαδικασίας. Η στρατηγική αυτή οδήγησε στην καθιέρωση και την επέκταση του κράτους πρόνοιας, με βάση την προοδευτική φορολογία. Αυτό όμως, που ο Βαρουφάκης παρουσιάζει ως Σοσιαλδημοκρατία, στην πραγματικότητα είναι η Χριστιανοδημοκρατία. Αυτή ήταν, όταν καθιερώθηκε από τον Βίσμαρκ, που στήριξε τη χρηματοδότηση του κράτους πρόνοιας στη συμβολή της αγοράς εργασίας.

Το κράτος πρόνοιας με  τις ρίζες στο σύστημα ασφάλισης, ήταν περισσότερο ένα χαρακτηριστικό του συντηρητικού δρόμου, παρά του σοσιαλδημοκρατικού. Βασισμένα σε αυτήν την παράδοση, τα επιδόματα δεν ήταν καθολικά και η χρηματοδότηση δεν παρεχόταν σύμφωνα με την ικανότητα του καθενός, αλλά σύμφωνα με το είδος της εργασίας του. Αντίστοιχα, η συνεισφορά δεν στηριζόταν στη δυνατότητα και την ικανότητα του καθενός, αλλά στην δουλειά του. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική.

Είναι αυτή η τελευταία προσέγγιση, η συντηρητική ή χριστιανοδημοκρατική παράδοση (η οποία, επαναλαμβάνω, χρηματοδοτείται με συνεισφορές από την αγορά εργασίας), που ο Βαρουφάκης αποκαλεί κράτος πρόνοιας. Και αυτό είναι που μπορεί να δημιουργεί προβλήματα, γιατί τα έσοδα της δημόσιας ασφάλισης εξαρτώνται από τις εισφορές των εργαζομένων, καθώς και από τα επίπεδα των μισθών και των εισφορών. Αυτός είναι ο τύπος κράτους πρόνοιας που αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα: όχι οσοσιαλδημοκρατικός, όπου η χρηματοδότηση προέρχεται από τα γενικά κρατικά έσοδα, παρά από την αγορά εργασίας.

Οι σχέσεις εξουσίας Κεφαλαίου-Εργασίας είναι οι κύριες σχέσεις που διαμορφώνουν το Κράτος

Στο σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, τα έσοδα του κράτους σχετίζονται μόνο με την πολιτική του βούληση πόσο θα φορολογήσει το κεφάλαιο και πόσο την εργασία – και η βούληση αυτή εξαρτάται κυρίως από τις σχέσεις εξουσίας που υπάρχουν σε κάθε έθνος-κράτος. Σε χώρες όπως οι σκανδιναβικές, με ισχυρά εργατικά κινήματα, το ποσοστό του εθνικού εισοδήματος που κατευθύνεται στην εργασία είναι πολύ μεγαλύτερο από το εισόδημα που κατευθύνεται στο κεφάλαιο. Σε χώρες όπου η εργασία είναι αδύναμη, όπως στη νότια Ευρώπη (Ισπανία, Ελλάδα και Πορτογαλία), το εθνικό εισόδημα που κατευθύνεται στην εργασία είναι πολύ χαμηλότερο, και το εισόδημα του κεφαλαίου πολύ μεγαλύτερο. Το πώς διανέμεται το εθνικό εισόδημα και ποιο μέρος των δημοσίων εσόδων εισπράττεται από τη φορολόγηση της εργασίας ή από τη φορολόγηση του κεφαλαίου είναι ένα πολιτικό ζήτημα. Αλλά όσο οι άνθρωποι υποστηρίζουν το κράτος πρόνοιας, αυτό θα χρηματοδοτείται.

Υπάρχουν αρκετά χρήματα στα κράτη του Νότου για να υποστηριχθεί ένα ανεπτυγμένο κράτος πρόνοιας. Το πρόβλημα είναι ότι το κράτος δεν τα εισπράττει, γιατί οι συντηρητικές δυνάμεις είναι εξαιρετικά ισχυρές σε αυτές τις χώρες της νότιας Ευρώπης.

Το πρόβλημα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, τόσο στην Ε.Ε. όσο και στη Βόρεια Αμερική, είναι ότι το εισόδημα που αποκομίζει το κεφάλαιο κερδίζεται σε βάρος της εργασίας. Το εισόδημα που αποκομίζει το κεφάλαιο έχει αυξηθεί υπερβολικά, ενώ το εισόδημα που αποκομίζει η εργασία έχει μειωθεί δραματικά. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Η κυριαρχία του κεφαλαίου (υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου) εντός των κατεστημένων ευρωπαϊκών θεσμών εξηγεί αυτή την κατάσταση. Η έλλειψη δημοκρατίας στους θεσμούς της Ε.Ε. βασίζεται στην κατάσταση αυτή. Και αυτό δεν έχει σε τίποτα να κάνει με τις τεχνολογικές αλλαγές. Αυτό που χρειάζεται είναι να ανατραπούν οι σχέσεις εξουσίας και να αυξηθεί το εισόδημα της εργασίας, μειώνοντας το εισόδημα του κεφαλαίου, κάτι που επίσης θα απαιτήσει αλλαγές στην ιδιοκτησία του κεφαλαίου. Θα ήθελα να ελπίζω ότι ο Βαρουφάκης συμφωνεί με αυτό.

Τι λύσεις υπάρχουν;

Αλλά, αν συμφωνεί, τότε η λύση είναι να φορολογήσεις το κεφάλαιο εξαντλητικά, γιατί απολαμβάνει «δωρεάν γεύμα» από την δεκαετία του ’80. Αυτό είναι εφικτό, αν υπάρχει πολιτική βούληση, στο επίπεδο του κάθε έθνους-κράτους και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το πρόβλημα της Ε.Ε. είναι ότι είναι πλήρως ελεγχόμενη ή επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τον χρηματοπιστωτικό, και προσηλωμένο στις εξαγωγές, καπιταλισμό (κυρίως από το γερμανικό κράτος). Το πρόβλημα δεν είναι πού θα βρούμε τα χρήματα. Γνωρίζουμε πού είναι. Πιστεύω ότι ο Βαρουφάκης κι εγώ μπορεί να συμφωνούμε σε αυτό. Αλλά η διαφωνία μας μπορεί να μην αφορά το από πού προέρχονται τα χρήματα (υποθέτω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι κάποια από αυτά θα πρέπει να προέλθουν από αυτούς που έχουν ωφεληθεί περισσότερο από την σημερινή κρίση), αλλά το πού πρέπει να πάνε.

Σύμφωνα με το UBI, το ίδιο ποσό χρημάτων θα έπρεπε να πάει σε κάθε πολίτη∙ θα έπρεπε να είναι ένα βασικό δικαίωμα για όλους. Αλλά γιατί το ίδιο ποσό σε όλους; Ποιος είναι ο σκοπός; Αν ο στόχος είναι να μειωθεί η φτώχεια, μπορεί να δειχθεί ότι η φτώχεια μπορεί να μειωθεί καλύτερα με φθηνότερο κόστος (όπως έχουν κάνει χώρες της σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης), μέσα από ένα ολόκληρο σύνολο μεταβιβάσεων και δημοσίων υπηρεσιών, δηλαδή το κράτος πρόνοιας. Και το ίδιο ισχύει και για τις ανισότητες. Αν θέλεις να μειώσεις τις ανισότητες, τότε μπορείς να το κάνεις πολύ καλύτερα δίνοντας περισσότερα χρήματα σε αυτούς που έχουν λιγότερα (και όχι το ίδιο ποσό).

Επιτρέψτε μου λοιπόν να συνεχίσω να ρωτάω: Γιατί χρειαζόμαστε το UBI; Συμφωνώ με τον Βαρουφάκη ότι το να δίνεις χρήματα σε αυτούς που δεν έχουν, θα τους ενισχύσει και ότι θα είναι πιο απρόθυμοι να δεχτούν άθλιες δουλειές γιατί δεν θα χρειάζονται τα χρήματα για λόγους επιβίωσης. Αλλά εδώ, και πάλι, μπορείς να επιτύχεις αυτό τον στόχο με το εγγυημένο βασικό εισόδημα, το οποίο είναι διαφορετικό από το UBI. Θα μπορούσες να θεσπίσεις έναν νόμο που θα προέβλεπε ότι κανείς σε μια χώρα δεν θα πάρει λιγότερα από το βασικό εισόδημα. Κι αν οι πολίτες λαμβάνουν λιγότερα από αυτό το ποσό, το κράτος πληρώνει όσο χρειάζεται για να φτάσει κανείς αυτό το ποσό. Οι φτωχοί θα λάβουν το ίδιο ποσό ή ακόμη περισσότερο από ότι με το UBI, και θα είναι λιγότερο δαπανηρό. Αλλά αυτό είναι διαφορετικό από το να παρέχεις σε όλους το ίδιο ποσό.

Επιπλέον, πιστεύω ότι είναι λάθος για τις χώρες της Νότιας Ευρώπης (όπως η Ελλάδα, η Ισπανία κι η Πορτογαλία) που έχουν αδύναμα κράτη πρόνοιας (λόγω της τεράστιας εξουσίας του κεφαλαίου επί της εργασίας στις χώρες αυτές) να προσπαθούν να υποκαταστήσουν με το UBI το ελλιπώς χρηματοδοτούμενο κράτος πρόνοιας. Η Ισπανία, για παράδειγμα, έχει ένα τεράστιο έλλειμμα χρηματοδότησης σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες του κράτους πρόνοιας: στην υγειονομική περίθαλψη, στην εκπαίδευση, στην φροντίδα των παιδιών και πάει λέγοντας. Το να ζητάς το UBI, και όχι το εγγυημένο βασικό εισόδημα, είναι απλά ένας τρόπος να αποσπάσεις την προσοχή της κοινής γνώμης. Η προσπάθεια να εφαρμόσεις ένα πρόγραμμα με στόχο τη μείωση της φτώχειας και των ανισοτήτων μπορεί να αποδώσει καλύτερα ακολουθώντας τις αρχές των σοσιαλιστικών δημόσιων πολιτικών: «στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του, κι από τον καθένα σύμφωνα με τη δυνατότητά του».

Μια πιο συνοπτική εκδοχή του κειμένου έχει μεταφράσει για το Arti News η Αριάδνη Αλαβάνου. Η απάντηση του Γιάνη Βαρουφάκη στην κριτική αυτή είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι