• /var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2017/02/170213 crime041 e1385571544713

Το νουάρ, το φαντασιακό και ένα «ταξίδι αναμνήσεων» από την κρίση στον Εμφύλιo, του Πάνου Ραμαντάνη

Σκέψεις πάνω στο «Κακό χαρτί» του Κώστα Μουζουράκη

Για να πω την αλήθεια, η λέξη νουάρ τυπωμένη στο εξώφυλλο μιας σύγχρονης ελληνικής, αστυνομικής κατά βάση, μυθοπλασίας ποτέ δεν μου προκαλούσε ενδιαφέρον, για πολλούς λόγους. Όχι τόσο για την ποιότητα των ελλήνων συγγραφέων. Ο σημαντικότερος, ίσως, από τους λόγους έχει να κάνει με μια (με όλη την υπερβολή του όρου) λογοτεχνική «αντίρρηση» των ελλήνων συγγραφέων να δημιουργήσουν, να ενσωματώσουν ουσιαστικά, ατμόσφαιρα μέσα στη ροή της ιστορίας. Και παρόλο που οι αντικειμενικοί όροι (το πρωτογενές εκείνο υλικό που «χύνεται» από την μετεμφυλιακή περίοδο μέχρι τις μέρες μας) για τη δημιουργία μιας νουάρ μυθοπλασίας είναι παραπάνω από υπαρκτοί, οι ελληνικές γραφές του είδους εντούτοις κινήθηκαν μάλλον προς την κατεύθυνση που έδειχνε ένα μεταμοντέρνο βρετανικό μυθιστόρημα ή μια πιο σύγχρονη σκανδιναβική προσέγγιση αστυνομικής λογοτεχνίας. Ίσως γιατί, τόσο οι «πατέρες» του ελληνικού (αστυνομικού) μυθιστορήματος, όσο και οι σύγχρονες γραφές δεν εντυπωσιάστηκαν τόσο από την αμερικάνικη νουάρ προσέγγιση του Γκράχαμ Γκρήν, τη γαλλική ματιά του Μανσέτ και του Ιζό ή τη θελκτική ωμότητα του Τζέημς Ελρόυ. Αντίθετα, μάλλον αλληθώριζαν προς την Αγκάθα Κρίστι, την Ρουθ Ρέντελ, τον Ιαν Ράνκιν ή την αμερικανίδα Πατρίσια Χάισμιθ. Για γραφές δε τύπου Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ ή Παδούρα, ούτε λόγος.

Γιατί, όμως, αυτός ο πρόλογος; Γιατί η άποψή μου για την ύπαρξη της ελληνικής νουάρ μυθοπλασίας δεν μοιάζει το ίδιο στέρεη μετά τη (δεύτερη) λογοτεχνική επαφή με τον Κώστα Μουζουράκη. Αν και προκατειλημμένος θετικά, λόγω του πρώτου βιβλίου του («Φίδια στο Σκορπιό»), ενός αστυνομικού roadwriting μάλλον, και όχι τόσο νουάρ, ήμουν αρκετά δύσπιστος, καταρχάς, στη νουάρ προσέγγιση του νέου δημιουργήματός του. Η ανάγνωση, λοιπόν, του δεύτερου μυθιστορήματός του, «Κακό χαρτί», ξεκίνησε αρκετά …συγκρατημένα. Τι διάβολο τη θέλει τη λέξη νουάρ; Γιατί δεν το αποκαλεί απλά πολιτικό roadwriting; Πριν, όμως, φτάσω στο τέταρτο κεφάλαιο, η λογοτεχνική ένσταση είχε εξαφανιστεί! «Να πάρει ευχή, τούτη εδώ η γραφή είναι νουάρ, χωρίς καμιά αμφιβολία», σκέφτηκα. Για δες: γεμάτη ελληνική νουάρ γραφή, λοιπόν...

Επικεντρώνοντας στη μυθοπλασία, πρέπει καταρχάς να επισημάνουμε ότι ο συγγραφέας χτίζει την ιστορία του (κυρίως) πάνω στον Άρη, έναν νεαρό χαρτοκλέφτη, αλλά και σε μια σειρά από ήρωες που λειτουργούν άλλοτε παρεμβατικά στην ιστορία και άλλοτε ιστορικά, ως πρόσωπα δηλαδή που εξιστορούν αλλά και τοποθετούν στο χωροχρόνο τις «σκόρπιες θύμησες» της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Στην ιστορία του Μουζουράκη, η οποία ξετυλίγεται σε δεκαπέντε σκηνές (δεκαπέντε κεφάλαια), συμπλέκονται όλα εκείνα τα στοιχεία που κάνουν το «Κακό χαρτί» μια εξαιρετική νουάρ γραφή, μπολιασμένη μάλιστα με την ιστορικότητα εκείνη που «δένει» πολιτικοκοινωνικά το χθες με τη συγχρονία της μυθιστορηματικής αφήγησης: η αστική αποσάθρωση και η μιζέρια της σύγχρονης υποκουλτούρας, η ερωτευσιμότητα της ωμής βίας, ο υπόκοσμος ως δεκανίκι του ίδιου του συστήματος, ο ελληνικός εμφύλιος και το «συνεχές παρακράτος», οι λαϊκές παραδόσεις και η ελληνική ποίηση, συνυπάρχουν σε ένα σημαδεμένο παιχνίδι πόκας, με την ιδιομορφία ότι πάντα ξεχνάς αν το σημάδι είναι στον άσσο καρό ή στον ρήγα κούπα – απλά γιατί παίζεις σε ένα παιχνίδι με καθορισμένο φινάλε. Έτσι, το σημάδι της «σκιάς», έπεται…

Μέσα σ’ αυτό το λογοτεχνικό πλέγμα ιδεών, ιστορικών δεδομένων και ατμοσφαιρικών σκηνών κάνουν την εμφάνισή τους ο πληρωμένος δολοφόνος Πιγκάλ, ο λαθρέμπορος πετρελαίου και ναρκωτικών «Βαπτιστής», αλλά και τα γερόντια που αράζουν στον καφενέ της Μαρίας και σκορπούν θύμησες, ενώ χαρτοπαίζουν με τον Άρη. Θυμούνται τον ΕΛΑΣ, τον Δημοκρατικό Στρατό, το μετεμφυλιακό κράτος, μέχρι και την Καλαβρέζικη Μαφία: ο Καπετάνιος, ο Δάσκαλος και ο Ιταλός.

Από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη, ο συγγραφέας δημιουργεί ένα δεμένο κείμενο που δεν σε αφήνει σε ηρεμία. Όχι, δεν έχει να κάνει με αυτό που συχνά αποκαλούμε «γραφή της μιας ανάσας». Αν και η δράση (και οι ανατροπές) εξελίσσεται ταχύτατα, η νουάρ ατμόσφαιρα και το λογοτεχνικό μονόπλανο των 16mm δύσκολα ανατρέπεται: μόνο αναθεωρείται, και μάλιστα με τρόπο μαγικό. Η μόνη ανατροπή, ίσως, να βρίσκεται στην αρχή και το τέλος της μυθιστορίας – και ο Μουζουράκης την χειρίζεται κάτι παραπάνω από έξυπνα. Ποιες ήταν εκείνες οι γαμημένες λέξεις στην αρχή της «Χαμένης Λεωφόρου» του Ντέιβιντ Λίντς; Dick Laurentis dead… Τι σχέση έχει αυτό; Ίσως καμία. Ίσως…

Διαβάζοντας το «Κακό χαρτί», το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό ήταν οι γαλλικές νουάρ γραφές μετά τον Μάη του 68. Μένω στον Ζαν Πατρίκ Μανσέτ. Λες και ο Μουζουράκης αποφάσισε να αποτίσει φόρο τιμής στην μεγάλη μορφή του γαλλικού νουάρ. Αλλά και πάλι αυτό που διάβαζα δεν ήταν …Μανσέτ. Όπως δεν ήταν ούτε Ιζό ή Ζαν Ρολέν, ούτε Ατιά ή Φαζαρντί. Αυτή εδώ η γραφή δημιουργούσε εικόνες περίεργες και αλλοπρόσαλλες. Κι ενώ η θεματική του μυθιστορήματος δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για μια εξαιρετική (ομολογώ) νουάρ αστυνομική πλοκή με διάθεση για πολιτικοκοινωνικές παρεμβάσεις, μάλιστα από τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, εντούτοις, στο φαντασιακό της λογοτεχνικής ανάγνωσης έρχονταν εικόνες από τον Sin City των Μίλερ και Ροντρίγκεζ, ή σκηνές από τους… «Πέντε σημαδεμένους του Ελ Βιέντο», του Τζούλιο Πετρόνι! Για το τελευταίο μην ψάχνετε λογικό επιχείρημα: δεν υπάρχει. Ίσως η λύση να υπάρχει ανάμεσα στις λέξεις του Μουζουράκη. Αλλά και αυτό το απροσδιόριστο δείχνει να εξασφαλίζει μια φαντιασιακή ιδιαιτερότητα. Τι διάβολο όμως, αυτό δεν είναι και το ζητούμενο;

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι