Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στα Εξάρχεια, του Δημήτρη Ιωάννου

Από την προηγούμενη εβδομάδα τα Εξάρχεια βρίσκονται για άλλη μια φορά ανάμεσα στα πρώτα θέματα της δημόσιας συζήτησης στην Ελλάδα, λόγω της επίκαιρης ερώτησης που κατέθεσε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης προς τον Πρωθυπουργό, με θέμα την «αύξηση των φαινομένων βίας και την έξαρση της εγκληματικότητας».

Η επιλογή θέματος από την πλευρά του Κυριάκου Μητσοτάκη ξάφνιασε αρκετούς, μια και έγινε σε μια περίοδο όξυνσης του «ελληνικού ζητήματος», με καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της «δεύτερης αξιολόγησης» και διεθνή αναζωπύρωση της συζήτησης για Grexit – ελάχιστες μέρες δε πριν από τη δική του πρωτοβουλία να συναντήσει Μέρκελ και Σόιμπλε στο Βερολίνο. Πιθανότατα, βέβαια, ήταν ακριβώς η βεβαιότητα για την έκβαση αυτής της τελευταίας (συνοδευόμενη ίσως από κάποια off-the-record πληροφόρηση ότι επέκειτο συμφωνία) που ώθησε τον αρχηγό της ΝΔ στην αλλαγή ατζέντας, προς ένα πεδίο ταυτόχρονα δημοφιλές στο συντηρητικό εκλογικό του ακροατήριο και πρόσφορο για εμβάθυνση του δικού του δεξιού προφίλ πέρα από τη γαλάζιας απόχρωσης επικράτεια του πολιτισμικού φιλελευθερισμού.

Πράγματι, τόσο το κείμενο της ερώτησης, όσο και οι σχετικές ομιλίες του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή αποτελούν υποδείγματα νεοσυντηρητικού λόγου «νόμου και τάξης»: αναγωγή όλων των κοινωνικών προβλημάτων σε θέματα εγκληματικότητας και ανομίας, κατηγορίες κατά της κυβέρνησης για αδυναμία και αδράνεια, απαίτηση για αύξηση της αστυνόμευσης και επίταση της καταστολής, κ.λπ. Το γεγονός δε ότι η ερώτηση ήταν τέτοια μόνο κατ' όνομα, κάτι που έκανε τα κίνητρα της κατάθεσής της απολύτως διαφανή, προσπάθησε κάπως να καλύψει η Καθημερινή με το πρωτοσέλιδο θέμα της την ημέρα της συζήτησης στη Βουλή, που αφορούσε τις φθορές στα καινούρια επικυρωτικά μηχανήματα των μέσων μαζικής μεταφοράς. Επειδή όμως και αυτές δύσκολα μπορεί κάποιος να τις συσχετίσει μονοσήμαντα με τα Εξάρχεια, πόσο μάλλον με το Ζεφύρι ή τον Ασπρόπυργο, που αναφέρονται στο κείμενο της ερώτησης ως «εστίες απόλυτης ανομίας», η Καθημερινή εμπλούτισε το σχετικό γράφημα με τον εμπρησμό τρόλεϊ έξω από το Πολυτεχνείο, που σημειώθηκε τον Ιούνιο του 2016, και με ακόμα παλαιότερες επιθέσεις κατά ελεγκτών του μετρό σε σταθμούς του κέντρου της Αθήνας.

Όλα αυτά όμως έχουν σχολιαστεί αρκετά. Γι' αυτό στο παρόν σημείωμα θα ασχοληθούμε (και εμείς!) με τα Εξάρχεια –όπως άλλωστε έκαναν και οι περισσότεροι καλοθελητές των ΜΜΕ που έσπευσαν να ενισχύσουν την κίνηση της ΝΔ με «ρεπορτάζ» που λοιδωρήθηκαν επαρκώς στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά ενδεχομένως να «έκαναν τη δουλειά τους» με το κοινό που συνήθως στοχεύουν. Η ενασχόλησή μας αυτή ωστόσο δεν θα εστιάσει στην πραγματολογική εξέταση των «κατηγοριών» που βαραίνουν τα Εξάρχεια –το αν είναι άβατο, εστία ανομίας, άντρο ένοπλων αναρχικών, κ.λπ.– με σκοπό τη κατάρριψή τους. Και αυτό, όχι μόνο διότι πολλοί από τους μύθους που περιβάλλουν τα Εξάρχεια έχουν όντως πραγματολογικό υπόβαθρο. Αλλά κυρίως γιατί το ενδιαφέρον στη 40ετή σχεδόν ιστορία τους ως διακριτού αντικειμένου του πολιτικού λόγου στην Ελλάδα είναι η ιδεολογική τους λειτουργία και οι συνέπειές της, λογοθετικές και πρακτικές/χωρικές.

Επειδή προφανώς το θέμα είναι τεράστιο για να αναπτυχθεί σε τόσο περιορισμένο χώρο και χρόνο, θα επιχειρήσουμε μια μερική προσέγγισή του με βάση το σχετικό υποερώτημα της επίκαιρης ερώτησης, που άλλωστε αναζωπύρωσε την κουβέντα. Γράφει ο Μητσοτάκης: «Θα ανέχεστε για καιρό ακόμα το παρακράτος των Εξαρχείων εξαιρώντας το από τους νόμους της ελληνικής πολιτείας;». Καταρχάς σημειώνουμε τη διατύπωση της ερώτησης, που αποτελεί θαυμάσιο δείγμα ρητορικής λήψης του ζητουμένου: αυτό που η κυβέρνηση παρουσιάζεται να «ανέχεται», δηλαδή το παρακράτος των Εξαρχείων που εξαιρείται από το νόμο, θεωρείται δεδομένο –και με μια έννοια είναι, αφού πρόκειται για μια κοινοτοπία που έχει διατυπωθεί σε τόσες διάφορες παραλλαγές και για τόσα πολλά χρόνια, που άνετα μπορεί να περάσει απαρατήρητη ως αυτονόητη. Ωστόσο, αν τη σκαλίσει λίγο κανείς, προκύπτουν διάφορα ενδιαφέροντα.

Καταρχάς, τον παρατηρητικό αναγνώστη ξενίζει ο όρος «παρακράτος» (αντί των συνηθέστερων «άβατο», «γκέτο» κ.λπ.), ο οποίος στην ελληνική πολιτική ιστορία έχει συνδεθεί με το μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς των «εθνικοφρόνων» και του απηνούς αντικομμουνισμού ως το (σχεδόν) μυστικό, αναγκαίο του προσάρτημα. Εδώ έχουμε, κατά σειρά: ένα εντυπωσιακό παράδειγμα καλυμμένου ιστορικού αναθεωρητισμού τύπου Καλύβα-Μαραντζίδη (το «παρακράτος» ως αιωρούμενο σημαίνον, κενό από ιστορικό/ιδεολογικό περιεχόμενο)· ένα κλείσιμο του ματιού στη θεωρία των δύο άκρων (το «παρακράτος» μπορεί κάλλιστα να είναι ακροαριστερό, όπως ήταν κάποτε ακροδεξιό)· και έναν σαφή υπαινιγμό ότι οι «ένοπλοι αναρχικοί» αποτελούν παρακρατικό μηχανισμό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (ο οποίος έτσι ταυτίζεται κάπως παράλογα με την «ακροαριστερά», κι ας εφαρμόζει πειθήνια το νεοφιλελεύθερο οικονομικό πρόγραμμα των δανειστών). Ειδικά η τελευταία απόφανση, που φυσικά συνδέεται άμεσα με την προηγούμενη, έχει την καταγωγή της στην εξέγερση του Δεκεμβρίου 2008 και στη ρητορική ερμηνεία/αντιμετώπισή της από το σημερινό κυβερνών κόμμα στην τότε μορφή του, αν και τα τελευταία χρόνια αναπαράγεται σχεδόν αποκλειστικά από ακροδεξιές ιστοσελίδες.

Στο ίδιο πνεύμα ήταν και η ερώτηση που απηύθυνε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στον Αλέξη Τσίπρα στη Βουλή αν είναι «Πρωθυπουργός ή προβοκάτορας». Παρατήρηση πρώτη: ο υπαινιγμός δεν αντέχει στον παραμικρό λογικό έλεγχο διότι, αν ο Πρωθυπουργός ήταν πίσω από τις ενέργειες των «κουκουλοφόρων» ή με την ανοχή του τις προκαλούσε, αυτό θα το έκανε είτε με στόχο την αποσταθεροποίηση της ίδιας του της κυβέρνησης (μάλλον άτοπο), είτε για να προκαλέσει μια μεγάλη κατασταλτική επιχείρηση εναντίον τους, στα πρότυπα των «Επιχειρήσεων Αρετή» του 1984 –αλλά τότε θα ικανοποιούσε αυτό που ο ίδιος ο ΚΜ ζητά! Άρα (παρατήρηση δεύτερη), η ερώτηση αυτή στοχεύει μόνο στο θυμικό των ακροατών και όχι στη λογική τους, και αυτή η διαθετική της επιτελεστικότητα βασίζεται αποκλειστικά στο ότι ψαρεύει από μια δεξαμενή όρων που σχετίζονται έστω και συνειρμικά με τα Εξάρχεια και με όλα τους τα λογοθετικά συμπαρομαρτούντα –επεισόδια, ταραχές, πεδίο μάχης, μολότοφ, ιπτάμενοι αναρχικοί, αλλά και ναρκωτικά, περιθώριο, γκέτο, κ.λπ.

Έχει ενδιαφέρον ότι πιθανότατα ο πρώτος που χρησιμοποίησε τη λέξη «κράτος» αναφερόμενος στα Εξάρχεια ήταν ο πατέρας του σημερινού αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο Κων/νος Μητσοτάκης όταν, με την ίδια θεσμική ιδιότητα, μιλούσε τον Μάιο του 1985 για «ανεξάρτητο κράτος αναρχικών στο κέντρο της Αθήνας» που αναπτυσσόταν «με την ανοχή της κυβέρνησης». Η ομοιότητα είναι πως, και τότε και τώρα, πατήρ και υιός Μητσοτάκης αντιμετωπίζουν τον κατασταλτικό βραχίονα του κράτους ως εάν αυτός να ήταν εντελώς ανεξάρτητος από την κυβέρνηση και, κατά κάποιον τρόπο, απέναντί της («Αφήστε επιτέλους την αστυνομία να κάνει τη δουλειά της»). Η διαφορά είναι πως τότε η δήλωση είχε ακολουθήσει την τρομακτικής βιαιότητας εισβολή αστυνομικών δυνάμεων στο κατειλημμένο Χημείο, παρότι η κατάληψη είχε στην ουσία προκληθεί από την αστυνομική απαγόρευση συγκέντρωσης λίγων δεκάδων αναρχικών στην… πλατεία Εξαρχείων.

Κυκλικό παράδοξο: η ίδια η παρουσία και η προληπτική δράση της αστυνομίας, που διέψευδε εξ ορισμού τον ισχυρισμό περί «ανεξάρτητου κράτους αναρχικών», προκάλεσε το συμβάν ρήξης που τελικά δικαιολόγησε την ίδια της την επέμβαση, παρότι αυτή θα ήταν πιθανότατα αχρείαστη αν επιτρεπόταν στη θρυλούμενη αυτή «ανεξαρτησία» να εκφραστεί. Από την πλευρά της κυριαρχίας βέβαια, δεν υπάρχει κανένα παράδοξο: αντίθετα, η κατάσταση εξαίρεσης που είχε επιβληθεί στη γειτονιά του Χημείου με αφορμή την κατάληψή του –οι περαστικοί και οι περίοικοι ξυλοφορτώνονταν και καθυβρίζονταν από τους άνδρες των ΜΕΑ που κυκλοφορούσαν «νομίμως» με πολιτικά, ενώ μέρος των αστυνομικών επιχειρήσεων ήταν ο μεταμεσονύκτιος λιθοβολισμός (!) του κτηρίου του Χημείου παρέα με ακροδεξιούς «αγανακτισμένους πολίτες» – ήταν μια αναγκαία επίδειξη ισχύος, προκειμένου να γίνει ξεκάθαρο πως αυτόνομες ζώνες, έστω και προσωρινές, δεν ήταν δυνατόν να γίνουν ανεκτές.

Δεν είναι τυχαίο ότι φτάσαμε να συζητάμε για την κατάσταση εξαίρεσης – το ίδιο άλλωστε κάνει και ο Κυριάκος Μητσοτάκης: «Θα ανέχεστε για καιρό ακόμα το παρακράτος των Εξαρχείων εξαιρώντας το από τους νόμους της ελληνικής πολιτείας;», ρωτάει. Στην περίφημη μελέτη του για το θέμα, ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν έδειξε πως η κατάσταση εξαίρεσης δεν είναι ένα ιδιαίτερο είδος νομικής τάξης (όπως το δίκαιο του πολέμου, το λεξιλόγιο του οποίου κινητοποιείται για να τη δικαιολογήσει), αλλά η αναστολή κάθε τέτοιας τάξης, μια ζώνη ανομίας που λειτουργεί ως καταστατικό κενό, σημείο θεμελίωσης του νόμου, κατώφλι ή όριό του. Σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στον Άκη Γαβριηλίδη για την ΕΡΤ3, ο Αγκάμπεν συνέδεε την κατάσταση εξαίρεσης με την έννοια της ασφάλειας, η γενεαλογική ανάλυση της οποίας από τον Φουκώ έδειχνε πως «οι κυβερνήσεις δεν επιθυμούν να διατηρήσουν την τάξη, αλλά να διαχειριστούν την αταξία», την οποία μάλιστα πολλές φορές οι ίδιες επί τούτου προκαλούν προκειμένου κατόπιν να παρέμβουν και να τη διακυβερνήσουν «προς μια κατεύθυνση που θεωρούν χρήσιμη».

Εδώ ίσως βρίσκεται και η λύση (ή ένα νήμα για την αναζήτηση μιας λύσης) του παραδόξου των Εξαρχείων: πώς δηλαδή αποτελούν αφενός την πιο στενά επιτηρούμενη και ίσως καλύτερα φρουρούμενη γειτονιά της Αθήνας, με αστυνομικές κλούβες και μονάδες της ΥΜΕΤ μονίμως ανεπτυγμένες σε στρατηγικά σημεία, και αφετέρου, εμφανίζουν όντως –και πέρα από τα κλισέ των τρομολαγνικών ΜΜΕ– τουλάχιστον ανά περιόδους, χαρακτηριστικά ανομικού γκέτο: φαινομενικά ανεξέλεγκτο παρεμπόριο, μαφιόζικες συγκρούσεις, διακίνηση και χρήση ναρκωτικών, αναστολή των στοιχειωδών δημόσιων υπηρεσιών υπό τον φόβο επιθέσεων.

Η ιδιαίτερη γενεαλογία των Εξαρχείων βοηθά στο να φωτιστεί αυτό το σημείο ακόμα καλύτερα: κατά τη σταδιακή ανάδυσή τους κατά τη δεκαετία του 1970, τα Εξάρχεια ως διακριτό κοινωνικό-πολιτικό-πολιτιστικό μόρφωμα αξιολογούνταν ως πρόβλημα κυρίως από την κομμουνιστική Αριστερά. Το κράτος με τη στενή έννοια, οι κυβερνήσεις της ΝΔ και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί, ασχολούνταν μαζί τους στο βαθμό που σχετίζονταν, άμεσα ή έμμεσα, με ευρύτερα φαινόμενα όπως ο συνδικαλισμός της εποχής με τις «άγριες απεργίες» του, οι εξωκοινοβουλευτικοί, το αυτόνομο φοιτητικό-νεολαιίστικο κίνημα, οι ένοπλες οργανώσεις. Μετά τη δολοφονική καταστολή της πορείας του Πολυτεχνείου το 1980, ένα master stroke κατά πολλαπλών στόχων, στα Εξάρχεια έμεινε ενεργή, ενθαρρυμένη και από τον θρίαμβο του ΠΑΣΟΚ το 1981, κυρίως η (υπο-)πολιτιστική συνιστώσα των πρώτων καταλήψεων και της αναδυόμενης (αν και «υπογείως») ροκ σκηνής. Απλοποιώντας φυσικά πολύ, θα έλεγε κανείς ότι τα Εξάρχεια, κυρίως ως αντικείμενο λόγου αλλά (τηρουμένων των αναλογιών) και ως χωρικο-κοινωνικό μόρφωμα, απέκτησαν τα ειδικά χαρακτηριστικά τους κατά την ταραχώδη διετία 1984-86, η οποία ξεκίνησε με τις «Επιχειρήσεις Αρετή» και ολοκληρώθηκε με το (ματαιωθέν τελικά) σχέδιο πολεοδομικής ανάπλασής τους, με πολλά ενδιάμεσα επεισόδια –μεταξύ των οποίων η επίσκεψη του Ζ.Μ.Λεπέν, η κατάληψη του Χημείου, η δολοφονία του Μ. Καλτεζά, οι αντιπυρηνικές διαδηλώσεις. Για να περιοριστούμε σε ό,τι μας ενδιαφέρει εδώ, η  κυρίαρχη συνέπεια του αλυσιδωτού αυτού μακρο-συμβάντος ήταν η παγίωση των Εξαρχείων ως παραδειγματικά προβληματικού χώρου, ως μιας «μαύρης τρύπας» στον ιστό της πόλης που συμπύκνωνε ευρύτερα προβλήματα (και μεταβατικά φαινόμενα) της ελληνικής κοινωνίας της εποχής –και ιδίως της νεολαίας- και ταυτόχρονα βοηθούσε να αποσιωπηθούν ευρύτερες πολιτικο-οικονομικές μεταλλαγές (που βέβαια δεν ήταν άσχετες με τα προηγούμενα), όπως η εγκατάλειψη του κεϋνσιανού υποδείγματος ανάπτυξης και η στροφή προς τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση.

Τα Εξάρχεια χρησιμεύουν ακριβώς όσο μένουν ή καθίστανται «προβληματικά»: ως πυκνωτής-συλλέκτης του όποιου αστικού «κακού», ως δακτυλοδεικτούμενος Μπαμπούλας και –μετά από θεαματικές επιχειρήσεις αστυνομικής αυθαιρεσίας και αστικών καταστροφών– ως παράδειγμα προς συμμόρφωση ή ως πρόφαση για αναστολή ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων. Προς τιμήν της, η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει δώσει μέχρι τώρα δείγματα τέτοιας στρατηγικής αντιμετώπισης των Εξαρχείων –παρότι γύρω τους έχει εξυφανθεί ένας λόγος περίπλοκος και πανούργος, από τον οποίο δεν είναι εύκολο να ξεφύγει κανείς. Όμως, μπροστά στο ελεύθερο γήπεδο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αισθάνεται υποχρεωμένος να παίξει μόνος του, κάνοντας δηλώσεις όπως αυτή ότι «θα καθαρίσει τα Εξάρχεια σε ένα μήνα» και συνοδεύοντάς τις με θορυβώδη κοινοβουλευτικό έλεγχο. Ελπίζω να έγινε λίγο πιο ξεκάθαρο γιατί οι δηλώσεις αυτές δεν σημαίνουν τίποτε πέρα από την επιτελεστικότητα της εκφοράς τους – δηλαδή τα ρίγη ηδονής και προσμονής που φέρνουν στους πιο μιλιταριστές ή φοβικούς «νοικοκυραίους» ψηφοφόρους.

Πηγή φωτό: lifo

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι