Σωρείτες βαρβαρότητας, του Νίκου Σκοπλάκη

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, τουλάχιστον, η κοινωνική απομόρφωση έγινε αντικείμενο συστηματικής επένδυσης κεφαλαίου, με όλη την ωμότητα μιας κυρίαρχης τάξης που ήθελε να αποενοχοποιήσει άπαξ δια παντός τη βαρβαρότητά της, αλλά και να αποσυνδέσει τις κυριαρχούμενες τάξεις από «επικίνδυνα» μορφωτικά ερεθίσματα της δεκαετίας του ’60 και της πρώιμης Μεταπολίτευσης. Έτσι, και με ιδιαιτέρως εντατικούς ρυθμούς κατά την περίοδο του «ευρωπαϊστικού εκσυγχρονισμού», παράχθηκε ένα απομορφωτικό συνονθύλευμα από ξανασερβιρισμένους βιοπολιτικούς κώδικες της μετεμφύλιας εθνικοφροσύνης, κατακίτρινο τηλεοπτικό στάτους με χρυσαφί ανταύγειες, περιφρόνηση και καγχασμό για την κουλτούρα, κατά τόπους σε συνδυασμό με ένα βερνίκι «υψηλής εξειδίκευσης». Σε μια συνθήκη όπου η μισή κοινωνία εξέταζε την άλλη μισή ή της έκανε φροντιστήριο για την ποθούμενη «αριστεία», η κοινωνικοποιημένη ημιμάθεια, ο μαρασμός της πολιτοφροσύνης και η αποκοπή από επιστημονικές αναφορές στην ιστορία, την κοινωνική θεωρία, τη λογοτεχνία ξέβρασε μάγους, αγύρτες, στρας σκουπιδολόι, κερδοσκοπικούς αποκρυφισμούς και πρωτοφασιστικούς πολτούς κάθε είδους.

Σε έναν καπιταλιστικό ανταγωνισμό που αποδομεί κι αποσυνθέτει καθετί εντός του, συντελέστηκε η απαράβατη αγκίστρωση αυτής της παθογένειας σε όλα τα εγκεκριμένα στοιχεία της πολιτιστικής βιομηχανίας∙ και έσκασαν από τ’ αυγό τους, όπως περίπου το είχε περιγράψει ο Αντόρνο: «σαπίζοντας κάτω από τη μαγική της εξουσία, ρέπουν προς τη βαρβαρότητα». Ο καπιταλιστικός μαικηνισμός, από την άλλη, εξέλιξε όλα τα πλαίσια ένταξης, αυτολογοκρισίας, αποκοπής περισσότερων «ανθρώπων του πνεύματος» από την κοινωνική λειτουργία της γνώσης και της τέχνης, αφήνοντας τη συγκεκριμένη βαρβαρότητα να καταπίνει και να ενοποιεί όλο και περισσότερο τα κοινωνικά αντανακλαστικά προς όφελός της, ακόμα και μεταξύ ανθρώπων «με-πτυχία». Δομές και νόμοι, που – καθόλου αδιόρατα πια – έχουν ήδη αφήσει στα κοινωνικά βιώματα το αποτύπωμα θρίλερ μεταγιελτσινικής Ρωσίας ή βαθέων ΗΠΑ. Ταυτολογίες τοξικής μεταφυσικής, μαγαζάτορες σε λαθρεμπόριο σοβινιστικού μεσσιανισμού, ελιτισμός που παρακολουθεί και εξαργυρώνει την καταβύθιση της κοινωνίας στη βαρβαρότητα από τους ελεφάντινους πύργους του.

Κι έφτασε, εν πολλοίς, να θεωρείται «λαϊκότητα» ό, τι υφίσταται ο λαός (των κυριαρχούμενων τάξεων) και ό, τι τον παραδίδει εξουδετερωμένο κι άκυρο - ακόμα κι όταν νομίζει πως αρθρώνει την απελπισία του – στην κυρίαρχη ιδεολογία ( δηλαδή στην ιδεολογία των κυρίαρχων). Γιατί η αριστερά όλου του φάσματος, ακόμα κι αν έχει ιδέες, έχει διαγράψει, αποπέμψει, υπονομεύσει και βαρεθεί με θεωρητικές δόξες και ρητορικές τιμές την «ιδεολογική ηγεμονία», που μεταξύ ακαδημαϊκής ομφαλοσκόπησης και ευκαιριακών διαγγελμάτων από καιρό σε καιρό επικαλείται. Από την άλλη, το νυν κυβερνητικό κύκλωμα παρέδωσε βορά στην απογοήτευση και τον πιο στυγνό καθεστωτισμό όσες προσπάθειες είχαν με κόπο ξεκινήσει προς αυτή την κατεύθυνση, προτού να εξοβελίσει καθετί αριστερό ενώπιον ενός κυβερνητισμού χωρίς αρχές και όρια.

Κατά τη γνώμη μου, μόνον όσες και όσοι δεν (θέλουν να) έχουν κατά νου τα παραπάνω, διερωτώνται υποκριτικά για το πώς ο ακροδεξιός ανορθολογισμός αναδιατάσσεται ανθεκτικά στη δημόσια ζωή μιας κοινωνίας εξαντλημένης οικονομικά, πολιτικά και διανοητικά ή πώς συνεχίζει να αναπροσαρμόζει την απόγνωση στα ζητούμενα του αιώνιου μνημόνιου. Η βαρβαρότητα της κοινωνικής απομόρφωσης ούτε προοικονομεί ευθέως τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού των μνημονίων, ούτε τη διαδέχεται. Η μία βαρβαρότητα προϋποθέτει, αναδιοργανώνει, συντηρεί και ενισχύει την άλλη. Τέτοιες διαπιστώσεις δεν εξηγούν τα πάντα, αλλά (όπως θα έλεγε πάλι ο Αντόρνο) τουλάχιστον φανερώνουν τη σκοτεινή κηλίδα, από όπου θα έπρεπε να ξεκινήσει η κοπιώδης εργασία της γνώσης και της χειραφέτησης, όταν κι εφόσον οι αριστεροί πολιτικοί οργανισμοί παντός είδους και ριζοσπαστικού επιθετικού προσδιορισμού αναμετρηθούν ειλικρινά με τα πελώρια ελλείμματα, τα σαλπίσματα ανασυγκρότησης και τις διακηρύξεις τους.

Κάθε παραγοντισμός που επιχαίρει για την αναδίπλωση στον εαυτό του, επειδή καταβυθίζει τις δυνατότητες μιας χειραφετητικής ενότητας στα συντρίμμια της ευκολίας του και των λαθών μας, γυρίζει κατ’ ουσίαν την πλάτη στη μεταπολιτική λεηλασία των καταπιεζόμενων τάξεων και συμφιλιώνεται με τη μακρόχρονα εκπαιδευμένη αποξένωση από την πραγματική τους αυτοδιάθεση στον πυρήνα της ύπαρξής τους. Δεν αμφιβάλλω ότι καινούργια θεάματα θα εικονογραφούν τη διττή εξαχρείωση της κοινωνίας, αλλά και τις επιφάσεις των αδιεξόδων, όσο ο πυρήνας αυτής της ύπαρξης εξορίζεται όλο και πιο μακριά από το κρίσιμο σταυροδρόμι του πολιτισμού και της πολιτικής.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι