«Η ζώσα αλήθεια είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τον μύθο», του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Κώστας Γουρνάς, «Η βαρύτητα στο ή», Εκδόσεις των Συναδέλφων, σσ. 516

 

«Έτσι η επανάσταση δεν έγινε ποτέ. Όχι γιατί έλειπαν οι αντικειμενικές συνθήκες, ούτε όμως και γιατί έλειπαν οι υποκειμενικές. Απλώς, ο κόσμος δεν ήξερε πώς να την κάνει. Δεν ήξερε πώς γίνονται οι επαναστάσεις. Και δεν είχε τη διαύγεια για να τολμήσει να κοιτάξει λίγο πιο πέρα από τη δική του υπέροχη, μοναδική μα και μοναχική διάσταση των πραγμάτων» (σ. 75)

Το πρώτο πολιτικό μυθιστόρημα του Κώστα Γουρνά  είναι ένα «άβολο» βιβλίο. Άβολο, τόσο γι’ αυτούς που γοητεύονται από το μύθο και την πραγματικότητα της αναρχικής ένοπλης βίας, όσο και για εκείνους που κάθε άλλο παρά έλκονται από τις οργανώσεις που συνέχισαν «με άλλα μέσα» τον Δεκέμβρη του 2008. Αν και ανήκω στους δεύτερους, λέω προκαταβολικά πως, ακριβώς γιατί είναι «άβολη», η Βαρύτητα του Γουρνά αξίζει να διαβαστεί.

Καταρχάς, γιατί δεν περισσεύουν αυτού του είδους οι απόπειρες (αυτό)κριτικής αποτίμησης, δηλαδή αναμέτρησης: με τη διαδρομή και την ήττα του αναρχικού «ένοπλου» στα χρόνια της κρίσης, την τραγωδία της «Μαρφίν» και την απουσία των περισσότερων ομάδων του χώρου από τις πλατείες του 2011, τα διλήμματα της επαναστατικής δράσης και το βίωμα της φυλακής, τον κατακερματισμό του αναρχικού χώρου και τα «εξουσιογενή κίνητρα» (σ. 457) στο εσωτερικό των ομάδων του. Αλλά και με το μέλλον των κοινωνιών, της εξουσίας και της αντίστασης, στο δυστοπικό κόσμο που «εγκαινίασε» η συνθηκολόγηση του 2015.

Η Βαρύτητα αποπνέει τη σπάνια αίσθηση των «κοινών συμφερόντων»: των κοινών αγωνιών του κόσμου του αγώνα, είτε αυτός βρίσκεται στην Αναρχία είτε στην Αριστερά. Ασχολείται, δηλαδή, από αναρχική σκοπιά με μια υπόθεση που δεν αφορά μόνο τους αναρχικούς. Πολιτική και μαζί προσωπική, η αναμέτρηση αυτή είναι στο τέλος κερδισμένη, παρά τις αδυναμίες της (κάθε) πρώτης λογοτεχνικής απόπειρας.

Δεν είναι απλή υπόθεση να γράφεις «για την ηθική και την επανάσταση», και πιο ειδικά γι’ αυτό το διαζευκτικό «ή» που συχνά τις χωρίζει, κι αυτό να έχει πολιτικό και λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Ο Γουρνάς τα καταφέρνει και στα δύο: η Βαρύτητα, δηλαδή, είναι από τις ευτυχείς περιπτώσεις που η ασφάλεια (της λογοτεχνικής σύμβασης) εγγυάται την ελευθερία για ένα δύσκολο εγχείρημα: Να μιλήσεις χωρίς εξιδανικεύσεις για την ήττα, αποκρούοντας την παραίτηση. Να επιμείνεις στην επαναστατική προοπτική, ξέροντας ότι «δεν φτάνει μόνο το δίκιο» (σ. 329). Να επιμείνεις, χωρίς να αποσιωπάς τις αντιφάσεις της και την πλήρη αβεβαιότητά της, κυρίως λόγω των υποκειμενικών συνθηκών – άρα να δώσεις έμφαση στο «υποκείμενο». Να μιλήσεις για τις προσωπικότητες, όχι αφηρημένα, ως «αποτελέσματα διαδικασιών υποκειμενοποίησης», αλλά δείχνοντας πώς «ο άνθρωπος είναι σε θέση να πάρει ένα όραμα, μια ευγενή ιδέα και, με απίστευτη ευκολία, να τα κάνει κουρελόπανα, μονάχα από τη μονομανία του να τα υλοποιήσει με κάθε κόστος». Και να το κάνεις με τρόπο που να κρατά την αναγνώστρια ως το τέλος, μέχρι που ολοκληρώνεται η σπονδυλωτή αφήγηση των τριών ιστοριών: Αθήνα 2010, Βερολίνο 2021, Ελεύθερη Πόλη 2120.

Το εγχείρημα αυτό του Γουρνά αξίζει περισσότερο στο βαθμό που δεν αναλαμβάνεται από τη θαλπωρή κάποιου δωματίου, αλλά από το υπόγειο του Κορυδαλλού. Η Βαρύτητα βγαίνει εξίμισι χρόνια μετά τη σύλληψη και το βασανισμό του από την Αντιτρομοκρατική, την ανάληψη ευθύνης για τη συμμετοχή του στον «Επαναστατικό Αγώνα», και τη φυλάκισή του χωρίς ούτε μία μέρα άδεια, από το 2010 μέχρι σήμερα. Είναι στις συνθήκες αυτές που η μυθοπλασία του Γουρνά κρατά τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην οξυδερκή πολιτική οπτική και έναν θαρραλέο προσωπικό απολογισμό, από τη σκοπιά της συνέχειας.

Η πολιτική οπτική, προφανής για μυθιστόρημα με συγγραφέα ένα μέλος του «Επαναστατικού Αγώνα», κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι όταν γίνεται σε βάθος αυτοκριτική, παραβαίνοντας γι’ αυτό τον κανόνα της «επαναστατικής» αυτοδικαίωσης. Το ίδιο ισχύει και για την προσωπική ματιά: αναπόφευκτη, για κάποιον που διάλεξε έναν δρόμο υπαρξιακής στράτευσης – δηλαδή διαρκούς διακινδύνευσης, επιεικώς συζητήσιμης αποτελεσματικότητας και μηδαμινής προσωπικής «ανταπόδοσης». Αλλά και με ιδιαίτερο βάρος, όταν διατυπώνεται δημόσια, υπό τον κανόνα μιας ανελαστικής πολιτικής ηθικής: με τα λόγια του Γενάρη, «η κάθε πράξη ενός ανθρώπου, η κάθε επιλογή στη ζωή», αποτελεί και μια πρόταση στην κοινωνία» (σ. 449).

Οι χαρακτήρες του Γουρνά είναι και των δύο λογιών: Κάποιοι λογοδοτούν αποκλειστικά στον εαυτό τους, τους προσωπικούς επαναστατικούς οραματισμούς και την αρχή της ευχαρίστησης, με όλες τις σημασίες του όρου – φτάνοντας στο σημείο μηδέν της αλληλεγγύης, και τελικά στον «επαναστατικό» αμοραλισμό. Άλλοι, πάλι, υπερασπίζονται με το προσωπικό τους παράδειγμα την αρχή της πραγματικότητας – την προσωπική και πολιτική δέσμευση σε στόχους που ξεπερνούν την ατομικότητά τους, είτε αυτοί αφορούν την πολιτική, είτε τις ερωτικές σχέσεις. «Έχουμε καλλιεργήσει την εντύπωση», λέει κάπου ο Γενάρης, «ότι Αναρχία είναι να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει» (σ. 245). Για έναν αναρχικό όπως ο Γουρνάς –άρα και για το Γενάρη και τη Ρόζα, τον Οδυσσέα και τη Μελίνα–, η πεποίθηση στο ρόλο της προσωπικότητας σημαίνει ότι ο κόσμος της χειραφέτησης ξεκινά από τον καθένα και από σήμερα: κάποιος που λογοδοτεί μόνο στο άτομό του, δεν μπορεί να αναλάβει καμιά άλλη ευθύνη – και τελικά ίσως ούτε την ευθύνη για τον εαυτό του. «Δεν γίνεται να είσαι φελλός σε μόνιμη βάση και ξαφνικά να φτιάξεις έναν κόσμο πλήρους γνωσιακής ανάπτυξης» (σ. 113). Στον αγώνα για τη χειραφέτηση, λοιπόν, καθένας συμμετέχει «με τη δική του ηθική υπόσταση. Με την ακεραιότητα, το μέγεθος και την ποιότητα που [διαθέτει] σε ατομικό επίπεδο» (σ. 207).

Αυτή η πίστη στην αξία του ατόμου –στη μη αναλωσιμότητά του και τελικά στη σύζευξη της επανάστασης με την ηθική– θα φέρει τον Γενάρη στην πρώτη σύγκρουση με την οργάνωσή του: είναι εξαιτίας του που θα αναβληθεί η επιχείρηση-ορόσημο της ομάδας κατά της Μέρι Χέιλγκειτ, για να μην κινδυνέψει η ζωή του άγνωστου συνεπιβάτη της. Η ίδια πίστη είναι που προβάλλει την επιστημονική ανακάλυψη του Νικ Φλαϊχάιερ από το 2010 στον 22ο αιώνα, σαν κληροδότημα ενός χαρισματικού επιστήμονα στον κόσμο της αντίστασης. Ακριβώς λόγω της πίστης αυτής, από την άλλη, το επαναστατικό «υποκείμενο» στις σελίδες του βιβλίου σπάνια ξεπερνά το επίπεδο μιας πενταμελούς ομάδας αποφασισμένων ότι «[εδώ] δεν μιλάμε απλώς για τις ζωές μας. Μιλάμε για την ίδια την ανθρωπότητα» (σ. 193). Όπως το θέτει αλλού ο Γουρνάς, «οι ήρωες κάνουν ηρωικές πράξεις και όχι το αντίθετο» (σ. 431)[1].

Οι αδυναμίες του βιβλίου δεν αφορούν μόνο την πολιτική και την ιδεολογία· όπως εξάλλου λέει κι ο συγγραφέας, το περίκλειστο άτομο μπορεί να πάει προς την ευφυΐα, μπορεί όμως και προς τη γραφικότητα. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που στο βιβλίο οι συλλογικότητες συρρικνώνονται όσο πλησιάζουμε στον 22ο αιώνα. Η βασικότερη, έτσι, αδυναμία του είναι νομίζω η δυσκολία του Γουρνά να πάρει αποστάσεις από τους ήρωές του, δυσκολεύοντας την ωρίμανσή τους και «εκθέτοντάς» τους σε θυμικές, συχνά βίαιες εξάρσεις, αναντίστοιχες με τη μεστότητα της δικής του αφήγησης. Αντίστοιχα, οι διαρκείς ανατροπές μέχρι το τέλος του βιβλίου, ενώ το κάνουν συναρπαστικό, ενίοτε παραπέμπουν αχρείαστα σε αστυνομικό θρίλερ. Ένα τρίτο είναι η σεξουαλικοποίηση ακόμα και απίθανων καταστάσεων – από την εμφύτευση του Κουμπιού Πανικού στο σώμα της Κατερίνας, μέχρι τα αποτελέσματα που έχει στα σώματα η στροφή της Κίνας στην εκτροφή πουλερικών.

Τίποτα από αυτά δεν αναιρεί, ωστόσο, τις αρετές της Βαρύτητας: το εύρος των δύσκολων θεμάτων που μπαίνουν στο χαρτί και την ενδιαφέρουσα πλοκή της, την οξυδέρκεια των πολιτικών συμπερασμάτων και τη διαύγεια με την οποία εκτίθενται τα διλήμματα της επαναστατικής δράσης: ανάμεσα στη βραχεία και τη μακρά Ιστορία, την πολιτική στράτευση και τους προσωπικούς δεσμούς, τους σκοπούς και τα μέσα. Το ίδιο ισχύει και για την τρυφερότητα – το πιο ισχυρό ίσως τεκμήριο της πίστης του Γουρνά στη ζωή.

_____________

[1] Είναι στο σημείο αυτό που θυμήθηκα τον Erri De Luca: «Απ’ τη βίγλα του στα σκοτεινά είδε τη δύναμή τους, δύναμη αριθμητική, ανθεκτική στις ήττες. Δεν ήταν γενναία, ήταν πολλά, αξία που δίνει ισχύ στους πιο αδύναμους» (Το βάρος της πεταλούδας).

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι