Τα κάλαντα στο Αιγαίο, άλλοτε, του Παντελή Μπουκάλα

Σ​​χεδόν με αγωνία ρωτάω κάθε χρόνο φίλους και γνωστούς αν έφτασαν ώς την πόρτα τους μικροκομπανίες των δύο ή τριών παιδιών, ή έστω μονοπρόσωπες, για να τους πουν τα κάλαντα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των Φώτων. Ούτε στην αποτελεσματικότητα των ευχών, τραγουδισμένων ή μη, πιστεύω ιδιαίτερα, όπως όλοι μας έχω την αίσθηση, ούτε έχω την αυταπάτη ότι τα έθιμα είναι δυνατόν να περισωθούν με το ζόρι, με άνωθεν ή έξωθεν παρεμβάσεις πατερναλιστικών ομίλων προσανατολισμένων στην «αναβίωση». Μολαταύτα τα κάλαντα, εκτός που κρατάνε μια κλωστίτσα σύνδεσης με τον πίσω χρόνο, είναι μια νότα εξανθρωπισμού του άξενου αστικού ιστού, με τις μυριάδες περιτειχισμένες μοναξιές. Μια νότα που ακούγεται όλο και πιο αραιά, σε μια φθίνουσα ακολουθία από τα Χριστούγεννα έως τα Φώτα, τα οποία άλλωστε έχουν βγει χρόνια τώρα από το πρόγραμμα των περισσότερων καλαντιστών.

Ακόμα πάντως κι αν τα παιδιά που επιμένουν να καλαντίζουν δυσκολεύονται μετά τους πρώτους στίχους, ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά, ή έχουν στο μυαλό τους πρωτίστως (αν όχι αποκλειστικά) την υλική ανταμοιβή, κάτι σώζεται. Κάτι λίγο που όμως ίσως μετράει πιο πολύ από τον στολισμό των αναρίθμητων λαμπιονιών. Στο κάτω κάτω, μόνο όσοι νοσταλγόφρονες αποδέχονται το ανιστόρητο δόγμα που συνοψίζεται στη φράση «τότε ήταν όλα καλύτερα» θα ισχυρίζονταν ότι μια φορά κι έναν καιρό, δηλαδή χθες-προχθές, τα κάλαντα λέγονταν για τη χαρά του τραγουδιού και της συμμετοχής και μόνο, ή ότι οι παιδικές κομπανίες έχουν λιγοστέψει από τον φόβο της κλοπής των ευρώ, με τα οποία οι νοικοκύρηδες ανταποκρίνονται στις ευχές και στα παινέματα που ακούνε. Και η ζήτηση του χρήματος και ο κίνδυνος της κλοπής είναι παλιές ιστορίες. Δεν δικαιούμαστε λοιπόν να τα χρησιμοποιούμε, με τη συνήθη γκρινιάρικη σπουδή μας, σαν αποδείξεις της κοινωνικής έκπτωσης και της διάβρωσης ψυχών και πνευμάτων. Μάρτυς, απολύτως υπεύθυνος, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Το διήγημα «Γουτού Γουπατού», ένα διαμαντάκι του 3ου τόμου των Απάντων του Σκιαθίτη συγγραφέα, στην κριτική έκδοση του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου (Δόμος, 1984), παραμένει γλαφυρό τεκμήριο μιας εποχής που ουδείς λόγος συντρέχει να την εξιδανικεύουμε.

Ο «Μανώλης το Ταπόι» λοιπόν, ένας δυσλεξικός πιτσιρικάς, «είχε φίλους τόσον ολίγους και τόσον αμετρήτους εχθρούς, εις μέρος τόσον ολιγάνθρωπον!» «Τον επετροβολούσαν οι μάγκες της αγοράς, τον εχλεύαζον τα κορίτσια της γειτονιάς, τον εφοβούντο τα νήπια και τα βρέφη». Κι ωστόσο κάτι τού ζέσταινε την ψυχούλα του: «Είχεν αναλάβει μίαν υποχρέωσιν διά τας εορτάς. Επρόκειτο να συνοδεύη μερικά εκ των παιδίων της Κάτω Γειτονιάς, όσα ήταν τέκνα ή ανεψίδια φίλων και προστατών του, όταν θ’ ανήρχοντο προς τα επάνω, αφ’ εσπέρας της παραμονής των Χριστουγέννων, ώς και του Αγ. Βασιλείου και των Φώτων, ανά δύο και τρία, διά να τραγουδήσουν τα χαρμόσυνα τραγούδια εις τα σπίτια και εις τα μαγαζειά της Επάνω Ενορίας. Διότι δεν θα ετόλμων ποτέ να ανέλθουν μοναχά των εκεί επάνω».

Και δεν θα τολμούσαν επειδή εκεί ήταν το βασίλειο του Μήτρου, «του φοβερού Τσηλότατου», του «ανεγνωρισμένου αρχηγού των μαγκών της Ανω Ενορίας», που είχε την ανάρμοστη για χρονιάρες μέρες συνήθεια να λεηλατεί τα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα. Πιστός στο έθιμό του, δίνει εντολή στο φουσάτο του ν’ αφήσει τα παιδιά της κομπανίας «να ψωμώσουν πρώτα» κι ύστερα να τους επιτεθούν. «Να ψωμώσουν, εννοούσεν ο Μήτρος να πάρουν λεπτά, αφού τραγουδήσουν εδώ εκεί στα σπίτια. Υστερα θα τους ερρίχνοντο, θα τους έπαιρναν τα λεπτά, και θα τους έδιδαν και ξύλο». Χάρη στη γενναιότητα του Μανώλη όμως, το σχέδιο της υφαρπαγής έμεινε στα λόγια. Και τα παιδιά χάρηκαν τις λιγοστές εισπράξεις τους.

Και τα ίδια τα κάλαντα όμως, σε πολλές από τις παραλλαγές τους που πλάστηκαν όπου μιλήθηκε και τραγουδήθηκε η ελληνική γλώσσα, μας πληροφορούν, εμμέσως ή ευθέως, με αυστηρότητα ή με σκωπτική ελευθεροστομία, ότι η επιθυμία υλικής ανταμοιβής για το τραγούδισμά τους στην πόρτα των νοικοκυριών δεν ήταν μικρή. Ας δούμε λόγου χάρη τι γινόταν στη Σάμο, κατά την περιγραφή του Επαμεινώνδα Ι. Σταματιάδη στον 5ο τόμο των «Σαμιακών» του, του 1887 (το κείμενο επανεκδόθηκε το 1966, μεταφερμένο στη νεοελληνική από τον Ι. Ζαφείρη και τον Ν. Μύτικα): «Το βράδυ και τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων, τα παιδιά και οι νέοι πηγαίνουν κατά ομάδες στα σπίτια των νοικοκυραίων, και αφού χωριστούνε σε δυο χορούς, τραγουδούν με τη συνοδεία βιολιού και λαβούτου, και καμιά φορά μονάχα με τη συνοδεία της τσαμπούνας, τα παρακάτω. [...] Εννοείται ότι δεν μπορείς να βρεις ούτε το μυριοστό από τις ιδιότητες που αποδίνουν οι τραγουδιστές σ’ αυτούς κάτω από τα σπίτια των οποίων τραγουδούν – γι’ αυτό βέβαια και πολλοί μένουν εκστατικοί όταν ακούν να παινεύουν τα μαρμαροχτισμένα μέγαρά τους, δηλαδή τα φτωχοσπιτάκια τους, και της κυράς τον αλαβάστρινο λαιμό, δηλαδή της γυναίκας τους το ζαρωμένο τράχηλο και τα κάλλη που θαμπώνουν... της ασχημομούρας κόρης τους. Είναι όμως αναγκασμένοι, όχι μονάχα ν’ ακούσουν μ’ ευγνωμοσύνη όλα εκείνα τα παινέματα, αλλά και να φιλοδωρήσουν με νομίσματα ή με γλυκά και κρασί τους τραγουδιστές, γιατί, αν αυτό δεν το κάμουν, θ’ ακούσουν από τα στόματα που πριν λίγο τους παίνεψαν, να τους απευθύνουνται οι επόμενες στροφές: “Σ’ αυτά τα σπίτια τα ψηλά τα χωματοχτισμένα / οπού ‘ν’ απέξω πράσινα και μέσα τσερλισμένα, / μεγαλοσάνοι κάθονται η ψώρα κι η κασίδα, / ο άρχοντας ο ρέπανος μαζί κι η ρεπανίδα. / Εδώ κοιμάτ’ ο ρέπανος και η ρεπανοχέστρα / που τρώνε άχερο ψωμί και πίτερο μανέστρα. Αφέντε κακοβούκουλε και γουρουνομουτσούνη, / σένα σού πρέπ’, αφέντη μου, της γίδας το κουδούνι”».

Ακολουθούν κι άλλα, ακόμα πιο επιθετικά (άλλωστε η δημοτική μούσα δεν υπέκυπτε ποτέ στο αμάρτημα του καθωσπρεπισμού και της σεμνοτυφίας), ώσπου ν’ ακουστεί η ευχή αντεστραμμένη σε κατάρα: «Εδώ που καλαντρίσαμε και δεν μας επληρώσαν, / τόσα καλά να έχουνε όσα σε μας εδώσαν». Κι όχι μονάχα αυτό, αφού, όπως σημειώνει ο λαογράφος: «Μετά από αυτούς τους στίχους αρχίζουν όλοι μαζί οι τραγουδιστές, που δεν πληρώθηκαν για τα κάλαντρα, να απομιμούνται τις φωνές κάθε λογής ζώων, γαβγίσματα σκυλιών, μουγκρητά βοδιών, βελάσματα γιδιών, αλόγων χρεμετίσματα, γαϊδουριών γκαρίσματα, νιαουρίσματα γατιών, κοάσματα βατράχων, πετεινών λαλήματα, κελαηδήματα πουλιών και τζιτζικιών τραγούδια!...» Δεν άντεχαν οι νοικοκυραίοι σ’ αυτή τη βουερή επίθεση κι έδιναν το κατιτίς τους.

Να στέλναμε τάχα μια ντουζίνα τέτοιες αποφασισμένες κομπανίες στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο ή απλώς θα μπαίναμε στα έξοδα;

Πηγή: Καθημερινή

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι