• /var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2016/12/161209 angelus novus benjamin

Η προβλέψιμη καταστροφή – η καταστροφή που μπορούμε να αποφύγουμε, του Απόστολου Δεδουσόπουλου

Είναι μια παγιωμένη συνήθεια στις παρουσιάσεις βιβλίων οι σχολιαστές να αρχίζουν διατυπώνοντας τις ευχαριστίες για την τιμή που τους έγινε και την ευκαιρία που τους δόθηκε να παρουσιάσουν το εκάστοτε βιβλίο, να μιλήσουν για τον συγγραφέα του και να μοιραστούν, σκέψεις, αναγωγές και παραβολές, συμπεράσματα, συμφωνίες και διαφωνίες που προκλήθηκαν κατά την ανάγνωσή του.

Θα κρατήσω αυτήν την παράδοση, ευχαριστώντας τον παλαιό φίλο και πρόσφατο εκδότη Τάσο Ευσταθίου για λόγους που δεν είναι τυπικοί, αλλά προσωπικοί και βαθειά συναισθηματικοί, δηλαδή εξόχως πολιτικοί. Με τον Τάσο συνυπήρξαμε πολλά χρόνια στον Πολίτη. Το συνυπήρξαμε είναι μάλλον άχρωμη λέξη, έπρεπε να πω μαθητεύσαμε και οι δύοστην αυστηρότητα του ήθους, του αριστερού ήθους, του Άγγελου Ελεφάντη και, ταυτοχρόνως, στη γλώσσα, στην φροντίδα και, οπωσδήποτε, στο άγχος και την οικονομική δυσπραγία του έντυπου λόγου, αποτυπωμένου σε βιβλίο ή περιοδικό αδιάφορο. Ο Τάσος εγκαινιάζει σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς ένα νέο εκδοτικό οίκο, ένα νέο χώρο παραγωγής, αναπαραγωγής και διάδοσης βιβλίων – κρυσταλλωμάτων σκέψης, αναζήτησης, αλλά και αισθήσεων και συναισθημάτων. Ο Angelus Novus είναι ένα παράτολμο εγχείρημα, χωρίς αμφιβολία. Πάντα οι εκδόσεις ήταν παράτολμα εγχειρήματα, πολύ δε περισσότερο σήμερα. Εύχομαι να στερεώσει και να δώσει αυτή η προσπάθεια τους οφειλόμενους καρπούς, να αφήνει για πολλά χρόνια ένα σαφές και ιδιαίτερο αποτύπωμα στην πνευματική ζωή του τόπου. Θα σταθώ στο πλευρό του για ό,τι χρειαστεί και οι μικρές μου δυνάμεις το επιτρέπουν.

Να ευχαριστήσω τον Χρήστο Βαλλιάνο, τον μεταφραστή του βιβλίου. Ο Χρήστος δεν χρειάζεται συστάσεις, συστάσεις είναι οι πολλές και καλές μεταφράσεις του σε δύσκολα θεωρητικά και γλωσσικά έργα. Θεωρώ πραγματικά υποδειγματική τη μετάφραση και αυτού του βιβλίου. Εξασφάλισε σε ένα έργο, του οποίου το πρωτότυπο απέχει πολύ από το να διεκδικήσει λογοτεχνικές δάφνες, ένα λόγο συμπαγή, κυριολεκτικό και πλούσιο. Η μετάφραση, αντί να μαραίνει, έχει αναζωογονήσει το κείμενο του Vague, το μετέτρεψε σε ευπρόσιτο, ευκολοδιάβαστο και κατανοητό στον μη ειδικό. Αυτός ήταν, άλλωστε, ο στόχος του συγγραφέα και ο Χρήστος τον εξυπηρέτησε άριστα.

Θα ήταν παράληψη να μην αναφερθώ στον Επιστημονικό Επιμελητή του βιβλίου, τον Πέτρο Σταύρου. Η δουλειά του επιμελητή είναι, σχεδόν πάντοτε, αόρατη. Μόνο εκείνος, ο μεταφραστής και, ίσως, ο εκδότης γνωρίζουν τις κρυμμένες από τα μάτια του αναγνώστη ανταλλαγές λέξεων και νοημάτων, τις διαφωνίες και τιςμετατοπίσεις, στη διαπραγμάτευση των εννοιών που έχουν συμβεί πριν φθάσει το βιβλίο στη σελιδοποίηση και το τυπογραφείο. Άλλωστε ο Πέτρος μιλάει σε πρώτο πρόσωπο. Με το ένθετο που συνοδεύει το βιβλίο, διευκρινίζει, πολλά από αυτά που έπρεπε να διευκρινιστούν, επεκτείνει, αυτά που έπρεπε να επεκταθούν, απορρίπτει ορισμένα που θεωρεί ότι πρέπει να απορριφθούν. Μας τα έγραψε, θα μας τα πει κι ο ίδιος, δεν χρειάζεται μεταφραστή.

Ο συγγραφέας είναι απών, βεβαίως. Τραπεζικό στέλεχος, υψηλά στην ιεραρχία, υπεύθυνος για τα ενυπόθηκα δάνεια και, όπως λέει ο ίδιος, φιλάνθρωπος. Κάποιος φιλόσοφος έλεγε ότι δεν υπάρχει τίποτα σκληρότερο από τη φιλανθρωπία, αλλά ας το παραβλέψουμε. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο ανακαλύπτουμε μια εργώδη προσπάθεια του συγγραφέα γύρω από το βιβλίο: διαλέξεις, συνεντεύξεις, συζητήσεις, ταινίες και audiobooks. Υπάρχει ένα πάθος για αυτό που πρεσβεύει, και αυτό ας το χαιρετήσουμε, μια που στην εποχή μας μόνο το πάθος του χρήματος και της εξουσίας διεγείρει. Είναι το έργο της ζωής του και πρέπει να το σεβαστούμε γι’ αυτό, αν όχι για κάποιον άλλο λόγο. Να τον ευχαριστήσω, έστω και νοερά, για το βιβλίο που μας έδωσε, για την αφορμή να σκεφτούμε ξανά θέματα που μοιάζουν λυμένα και παραμένουν άλυτα.

Υπάρχει, όμως, άλλος λόγος ή άλλοι λόγοι που να καθιστούν το βιβλίο σεβαστό, αξιοπρόσεκτο και χρήσιμο, πέραν από το πάθος του συγγραφέα του; Θα απαντήσω καταφατικά. Και ο λόγος ή οι λόγοι είναι η λειτουργία του – ορθότερα, η δυνητική του λειτουργία - στη συγκυρία, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την κρίση του 2008.

Αναφέρομαι, βεβαίως, στο περιεχόμενο του βιβλίου. Φαντάζομαι ότι πολλοί από εσάς το έχετε διαβάσει και πολλοί έχετε ακούσει για το τι λέει σε γενικές γραμμές, άλλοι θα το διαβάσετε στις επόμενες μέρες. Αλλά δεν προτίθεμαι να σας παρουσιάσω μια περίληψη ή έναν οδηγό ανάγνωσης. Προτίθεμαι να δείξω τις άδηλες συνιστώσες του επιχειρήματος, άλλες εκ των οποίων αναφέρει ο συγγραφέας του εν παρόδω και χωρίς να δίνει σημασία, άλλες παραμένουν αθέατες, ίσως και από τον ίδιο το συγγραφέα. Άλλωστε, τα κρίσιμα και ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι τρία, σε απόλυτη διαδοχή μεταξύ τους:

Πρώτον, η κρίση του 2008, όπως και προηγούμενες κρίσεις, οφείλεται στην ταχεία αύξηση του ιδιωτικού και όχι του δημόσιου χρέους, ταχεία αύξηση ενός ιδιωτικού χρέους που ήδη ήταν σε υψηλό επίπεδο.

Δεύτερον, αν ισχύει το πρώτο, τότε οι κρίσεις γίνονται προβλέψιμες, μπορούμε, δηλαδή, να προβλέψουμε το πότε, αλλά, κυρίως, το πού θα εκδηλωθούν.

Τρίτον, αν οι κρίσεις είναι προβλέψιμες, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η επόμενη κρίση, που δεν θα βραδύνει, θα εκδηλωθεί στην Κίνα. Σε κάθε περίπτωση «η κρίση επέρχεται».

Διαβάζοντας, σε πρώτη, τουλάχιστον, ανάγνωση το κείμενο, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι τα επιχειρήματα αυτά στηρίζονται σε εμπειρικές γενικεύσεις. Η θεωρητική θεμελίωση απουσιάζει, αλλά το εμπειρικό υλικό αφθονεί και κραυγάζει ισχυρά: Η θέση ότι τα αίτια της κρίσης οφείλονται στο υψηλό και ταχέως αυξανόμενο ιδιωτικό χρέος αποδεικνύεται με προσφυγή σε στατιστικά στοιχεία, η εκτίμηση του αλγόριθμου της κρίσης, δηλαδή η συνθήκη προβλεψιμότητάς της βασίζεται σε εμπειρικό υλικό, η πρόβλεψη της επερχόμενης κρίσης ομοίως. Υπάρχουν περιορισμένες αναφορές σε γνωστούς οικονομολόγους για το έργο τους στις κρίσεις και στο χρέος, αλλά μόνο απλές αναφορές, χωρίς, άλλωστε, ο κατάλογος των αναφερομένων να γίνει ικανοποιητικά πλήρης. «Μέτρηση χωρίς θεωρία», λοιπόν;

Ήταν η πρώτη αντίδρασή μου, όταν πρωτοδιάβασα το βιβλίο. Δε με γοήτευσε η ιδέα. Έχω μάθει στην άρθρωση θεωρητικών επιχειρημάτων και η φράση «μέτρηση χωρίς θεωρία», κοινή πρακτική, δυστυχώς, στο χώρο της οικονομικής επιστήμης σηματοδοτούσε τον ρηχό εμπειρισμό. Ήθελα να δω την ύπαρξη αιτιωδών σχέσεων, οι οποίες να επιτρέπουν την θεωρητική εκλογίκευση του εμπειρικού υλικού. Βεβαίως ήμουν εξοικειωμένος με τα μετα-κεϋνσιανά υποδείγματα του Minsky, του Davidson, του Godley, ο Vagueβασιζόταν στον Minsky για να περιγράψει τις φάσεις της κρίσης (σσ. 56 – 62), ενώ απλούστευε το πιο σύνθετο υπόδειγμα του Godley για τη σχέση ιδιωτικού χρέους, δημόσιου χρέους και ελλείμματος ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών και τη θεωρία του «διπλού ελλείμματος». Όλ’ αυτά έδιναν την αίσθηση ενός μετα-κεϋνσιανού αρώματος, χωρίς να αναδεικνύουν την έκταση και το βάθος του.

Δεν ήταν δύσκολο, καθώς γνώριζα καλά το πώς έχουν επιδράσει οι κρίσεις στη διαμόρφωση της οικονομικής θεωρίας και έχοντας μελετήσει καλύτερα το θεωρητικό χάος που επικράτησε στην περίοδο που ακολούθησε τη μεγάλη κρίση του 1929, αντίστοιχο με αυτό που ο Kuhnονόμασε «ιδιόρρυθμη επιστήμη», όπου ο καθείς υποστηρίζει το μακρύ και το κοντό του, να ταξινομήσω το βιβλίο του Vague σ’ αυτόν το χώρο της «ιδιόρρυθμης οικονομικής επιστήμης», γέννημα – θρέμμα της ίδιας της κρίσης.

Σχεδόν ξέχασα το βιβλίο, ώσπου μια μέρα, καθώς έγραφα ένα κεφάλαιο για την έννοια της κρίσης και τους μηχανισμούς που την επιφέρουν στην κλασική πολιτική οικονομία, άρχισα να μελετώ το έργο του Nassau W. Senior, ενός δευτερεύοντος οικονομολόγου σε σχέση τον Ρικάρντο, αλλά με μεγάλη επιρροή στην ιστορία της οικονομικής σκέψης.Ο Senior περιέγραφε την εκδήλωση και τον μηχανισμό μιας πραγματικής κρίσης το 1825. Οι τιμές ορισμένων εισαγομένων εμπορευμάτων αυξήθηκαν λόγω μιας υπερβάλλουσας ζήτησης γι’ αυτά. Η αύξηση των τιμών θεωρήθηκε ευκαιρία για να αποκομιστούν υπερβάλλοντα κέρδη από τους εμπόρους, εν αναμονή νέων αυξήσεων των τιμών. Πολλοί δανείστηκαν ώστε να αποκτήσουν το επιθυμητό απόθεμα εμπορευμάτων, οδηγώντας τις τιμές σε νέα άνοδο. Στη συνέχεια οι προσδοκίες για άμεση άνοδο των τιμών γενικεύτηκαν για όλα τα εμπορεύματα. Ο κόσμος δανειζόταν για να αγοράσει πριν ανέβουν περισσότερο οι τιμές. Και όταν οι τιμές άρχισαν να πέφτουν, οι τράπεζες άρχισαν να ρευστοποιούν τις συναλλαγματικές των δανείων που είχαν δώσει. Αλλά πολλοί δανεισθέντες ήταν αδύναμοι να ανταποκριθούν. Οι τράπεζες αντιμετώπισαν προβλήματα ρευστότητας, μεγάλος αριθμός τραπεζών έκλεισε, η παραγωγή συνολικά συρρικνώθηκε, και η σωτηρία ήλθε από μια μεγάλη ποσότητα χρυσού που ήλθε τυχαίως και από την πρόνοια της Τράπεζας της Αγγλίας να μην καταστρέψει λόγω φθοράς χαρτονομίσματα που είχε ήδη αποσύρει, αλλά να τα ρίξει εκ νέου στην αγορά. Αυτή είναι με δυο κουβέντες η ιστορία.

Ο Senior επικαλείται το παράδειγμα αυτό για να περιγράψει την εμφάνιση μιας κρίσης δυσαναλογίας ή ανισομέρειας, όπως αποδίδει τον όρο ο μεταφραστής του βιβλίου του Πωλ Σουήζυ. Η κρίση ανισομέρειας, δηλαδή η απόκλιση ανάμεσα στην προσφορά και στη ζήτηση σε ορισμένα προϊόντα, ήταν κοινά αποδεκτή από όλους τους εκπροσώπους της κλασικής πολιτικής οικονομίας. Ο Ένγκελς, στο πρώτο γραπτό του κείμενο με οικονομικό χαρακτήρα, το οποίο έσπρωξε τον Μαρξ στη μελέτη της Πολιτικής Οικονομίας, σ’ αυτήν την κρίση αναφέρεται, μιλώντας για την έλλειψη συντονισμού και ικανότητας πρόβλεψης στον καπιταλισμό. Αλλά η ιστορία των ιδεών, μπορεί να είναι γοητευτική, αλλά μπορεί να γίνει και χρήσιμη. Χρήσιμη για να κατανοήσουμε τα όσα θεωρητικά στοιχεία υπάρχουν στο βιβλίο του Vague, και, ίσως, όχι μόνο σ’ αυτό το βιβλίο.

Διαβάζοντας τον Senior ήλθαν στο μυαλό μου κάποιες εν παρόδω προτάσεις του Vague. Γράφει ο Vague:

… μια πολύ ταχεία μεγέθυνση του ιδιωτικού χρέους οδηγεί συχνά σε τραγωδίες διότι γίνεται προφανές ότι οι δανειστές έχουν παραχωρήσει υπερβολικά πολλά δάνεια και ότι τα δάνεια αυτά οδηγούν στην κατασκευή υπερβολικά μεγάλου αριθμού κάποιου πράγματος, όπως π.χ. η κατοικία.

Και συνεχίζει πιο κάτω:

… το χρέος έχει χρηματοδοτήσει μια αύξηση της προσφοράς κάποιου εμπορεύματος (π.χ. της κατοικίας) με ρυθμό μεγαλύτερο από τη βιώσιμη ζήτηση. Το εμπόρευμα μπορεί να ποικίλλει από τη μία κρίση στην άλλη.

Διαβάζοντας τον Vague ακούς τη φωνή του Senior να έρχεται από το παρελθόν 190 χρόνων. Γιατί ο Vagueκαταφεύγει σε μια κρίση ανισομέρειας προκειμένου να βρει τον υποκινητή της κρίσης. Μόνο που – σε αντίθεση με τον Senior – η αναγνώριση είναι σύντομη, στο πόδι κυριολεκτικά. Η αιτιώδης σχέση έχει αντιστραφεί: Είναι η αύξηση των δανείων που οδηγεί σε υπερβολική αύξηση της μονομερούς υπερπαραγωγής. Ο Vague επικεντρώνεται στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, αυτό θεωρεί ως το προνομιακό πεδίο εκδήλωσης της κρίσης, αλλά και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα αναζητά και προσδιορίζει το μηχανισμό της κρίσης. Η κρίση ανισομέρειας υποκλίνεται σεμνά και αποχωρεί από τη σκηνή.

Πρόκειται για την ολοκλήρωση του ρόλου ενός κομπάρσου ή ενός καταλύτη που παρέχει το έναυσμα της χημικής αντίδρασης, αλλά που δεν συμμετέχει σ’ αυτήν; Εδώ ο Vague σφάλει.

Όσοι από εμάςέχουν δουλέψει πάνω στην πολλαπλότητα των μηχανισμών κρίσης στα έργα του Μαρξ, όσοι κατανοούν τις μη γραμμικότητες στην εξέλιξη της σκέψης του, αλλά και το ανολοκλήρωτο του έργου του, όσοι γνωρίζουν τις, συχνά σκληρές, αντιπαραθέσεις μεταξύ των επιγόνων του για την «αυθεντικά μαρξιανή» θεωρία των κρίσεων και τις διαδοχές στις ερμηνείες και εκάστοτε ορθοδοξίες, ξέρουν το διφορούμενο χαρακτήρα της «κρίσης ανισομέρειας». Μπορεί να υποδηλώνει υποκατανάλωση το ίδιο καλά με υπερπαραγωγή και υπερσυσσώρευση. Αλλά και στη συμβατική οικονομική σκέψη μπορεί να υποδηλώνει έναν τυχαίο κακό υπολογισμό ή, όπως σαφώς διακρίνεται στο κείμενο του Senior, την αχαλίνωτη και βουλιμική κερδοσκοπία, τη φύση του κεφαλαιούχου – θηρευτή, όπως θα έλεγε ο Veblen. Τα μέτωπα άνοιξαν περισσότερο, οι ερμηνείες πληθαίνουν, η επίκληση της ανισομέρειας δεν δίνει απαντήσεις.

Θα επιστρέψω στην εικόνα του θηρευτή αμέσως, αφού προηγουμένως κλείσω το λογαριασμό που άνοιξα, ερήμην και των δύο, μεταξύ Vague και Senior.Ο Senior έχει έναν μηχανισμό κρίσης, την ανισομέρεια, και έναν μηχανισμό μετατόπισης της κρίσης ή διπλής μετατόπισης της κρίσης. Από τη μερική κρίση στην αγορά ορισμένων εμπορευμάτων η κρίση μετατοπίζεται στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και εν συνεχεία σε ολόκληρη τη δομή παραγωγής. Από τη στιγμή που αυτές οι μετατοπίσεις επισυμβούν, η λύση επέρχεται και η έξοδος από την κρίση διαφαίνεται. Καλός ο από μηχανής χρυσός, καλή η ψυχραιμία και ο χειρισμός της Τράπεζας της Αγγλίας, αλλά η κρίση θα λήξη καθώς ενεργοποιείται ο μηχανισμός της παραγωγής, καθώς, δηλαδή, η πτώση των τιμών ανοίγει τις αγορές στο εξωτερικό και επιτρέπει να έλθει χρυσός, όχι ως θείο δώρο, αλλά ως νομιμοποιημένη απαίτηση. Εσωτερική υποτίμηση λέγεται ο μηχανισμός σε συνδυασμό με την πτώση της ισοτιμίας του νομίσματος. Ο Senior είναι το ΔΝΤ par excellence. Η διαχείριση του χαρτονομίσματος από την Κεντρική Τράπεζα συνεισφέρει σε τούτο: να μην απολεσθεί δυσανάλογη παραγωγική ικανότητα προκειμένου να εισρεύσει ο χρυσός. Μπορείτε να αντικαταστήσετε τον χρυσό με το ευρώ και να έχετε την πλήρη αναλογία. Αντιθέτως, ο Vagueεμμένει σε σχέδια αποκατάστασης της χρηματοπιστωτικής ισορροπίας. Η κρίση είναι χρηματοπιστωτική και θα αντιμετωπιστεί με τη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών θεσμών – η παραγραφή του ιδιωτικού χρέους περιλαμβάνεται.

Να ένα από τα εγγενή προβλήματα του Vague: ο «χωρικός» εγκλωβισμός της κρίσης και η αναζήτηση λύσεων στην εσωτερική διάρθρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Τουλάχιστον, έτσι το κατανοώ και θα χαρώ αν τον αδικώ.

Αλλά η σημασία του βιβλίου του Vague πρέπει να εκτιμηθεί στα πλαίσια της ιστορικής του σημασίας. Η κρίση του 2008 δημιούργησε την αίσθηση της απαξίωσης μιας αυτάρεσκης και αυτοαναφορικής οικονομικής επιστήμης. Η αδυναμία πρόβλεψης ήταν απλώς η ορατή κορυφή του παγόβουνου. Και στην ορατή κορυφή υψώνει τη σημαία του ο Vague με τη δήλωσή του: Κι όμως, μπορούσε να έχει προβλεφθεί.

Αλλά το έργο είναι ημιτελές. Ο Vague ερμηνεύει τα φαινόμενα με τα φαινόμενα, δεν διαθέτει την οπτική του βάθους και των αιτίων. Δεν κατανοεί διαδικασίες που σχετίζονται με τους χρονισμούς, την εκδίπλωση της κρίσης και τους μηχανισμούς μετατόπισης της κρίσης. Αγνοεί τη σχέση δημόσιου – ιδιωτικού χρέους, το πώς το ένα ανατροφοδοτεί το άλλο. Στην Ελλάδα της κρίσης το ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών – χωρίς δηλαδή να υπολογίζουμε το χρέος των επιχειρήσεων – εκτινάχθηκε από 87% του καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος το 2008 στο 121,6% το 2013 για να μειωθεί στο 115% το 2014.

Αλλά η αύξηση του ιδιωτικού χρέους των νοικοκυριών στην Ελλάδα της κρίσης δεν είναι αποτέλεσμα πρόσθετου δανεισμού. Είναι αποτέλεσμα της συρρίκνωσης του διαθέσιμου μετά τη φορολογία εισοδήματος, δηλαδή της μείωσης του παρονομαστή. Τα ελληνικά νοικοκυριά αντιμετώπισαν την κρίση με τη δραματική και συνεχή μείωση των αποταμιεύσεων. Η διατήρηση ενός της κατανάλωσης σε συνεχώς χαμηλότερα επίπεδα έγινε μέσω χρηματοδότησής της από παλαιές αποταμιεύσεις. Το επίπεδο αποταμίευσης μειώνεται σταθερά και με επιταχυνόμενους ρυθμούς (- 17,3% σε ένα χρόνο το 2014).

Ωστόσο, η προσέγγιση του Vague μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πολύ καλύτερα το «ελληνικό πρόβλημα» και να εντάξουμε στην ερμηνεία του πρόσθετες διαστάσεις. Όχι μόνο εξετάζοντας την ταχύτατη αύξηση του ιδιωτικού χρέους των νοικοκυριών, αλλά και τους ρυθμούς μεταβολής των αποταμιεύσεων για μια μεγάλη περίοδο που προηγήθηκε της κρίσης. Και η συνεισφορά του σ’ αυτό είναι πολύτιμη.

Θα υποκύψω στον πειρασμό και θα εντάξω δύο διαγράμματα. Και τα δύο πρέπει να διαβαστούν ταυτόχρονα: υποδεικνύουν την κρίσιμη περίοδο κατά την οποία ο ρυθμός των αποταμιεύσεων άρχισε να μειώνεται, για να γίνει τελικά αρνητικός, και τα χρέη των νοικοκυριών να αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς: η περίοδος μετά το 1995, η περίοδος του ένδοξου «εκσυγχρονισμού».

Η αποτίμηση της περιόδου εκείνης δεν έχει γίνει επισήμως από το ελληνικό κράτος. Δεν έχουμε μελετήσει σε βάθος τις τραγικές της συνέπειες στην οικονομία και την παραγωγική δομή, στα δημόσια οικονομικά, αλλά και στη δημιουργία ενός life-style καταναλωτισμού και εγωιστικής εξατομίκευσης. Η κρίση στην Ελλάδα έχει βαθιές ρίζες στο χρόνο, στις πολιτικές και στις στάσεις ζωής. Οι εμπνευστές και εκτελεστές αυτού του «εκσυγχρονιστικού θαύματος», δηλαδή της κοινωνικής καταστροφής, συνεχίζουν να διαχειρίζονται την Ελλάδα των μνημονίων. Παιδί τους είναι τα μνημόνια και οι συνθήκες που τα έφεραν, πώς να μην τα αγαπούν;

/var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2016/12/161209 xxx

Η αγορά και οι νόμοι της είναι ο καλύτερος τρόπος κατανομής, των πόρων, της εργασίας, των κεφαλαίων και των εισοδημάτων μας λέει ο Vague. Ο Vague μας προτείνει να υιοθετήσουμε δικλείδες ασφαλείας: εκ των προτέρων, προσέχοντας τον μη εκτροχιασμό του ιδιωτικού χρέους, και εκ των υστέρων, διαγράφοντας τμήμα του ιδιωτικού χρέους. Παρά την αρχική ευμενή ταξινόμηση του Vague στους μετα-κεϋνσιανούς, εδώ εμφανίζεται η απόκλισή του: Στους μετα-κεϋνσιανούς η προσφορά χρήματος, και, επομένως και των δανείων, είναι ενδογενής, προκύπτει από την αυξημένη συνολική ζήτηση. Στον Vague είναι αποτέλεσμα αυτοσυγκράτησης ή θεσμικού πλαισίου. Ως προς τη διαγραφή του χρέους, η αίσθηση είναι θετική: έτσι ή αλλιώς τα μη εξυπηρετούμενα χρέη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων αναπόφευκτα διαγράφονται. Το μετά τη διαγραφή σενάριο καθίσταται κοινωνικά επίδικο: Αφορά την ιδιοκτησία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Αν θα παραμείνει δική τους ή αν θα πωληθεί απαξιωμένη συμβάλλοντας στην ταχύτερη μεγέθυνση της κοινωνικής ανισότητας των περιουσιακών στοιχείων. Ή, όπως προτείνει ο Vague με το σχέδιο επιμήκυνσης του χρέους, αν θα παράγει αυτό το χρέος εισοδήματα για ένα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για τους δανειστές.

Το ερώτημα, διατυπωμένο με κάποιον βαθμό κυνισμού, είναι αν θα σκοτώσουμε τώρα την κότα που γεννάει τα χρυσά αυγά ή στο μέλλον, αρκούμενοι προς το παρόν σε μικρότερα ή και χάλκινα αυγά. Αρκεί η κότα να τρέφεται κάπως, ώστε να μπορεί να γεννάει αυγά. Ο Vague θέτει το ερώτημα, ανεξαρτήτως της απάντησης που δίνει. Και αυτό κάνει τη συνεισφορά τουσημαντική.

Αλλά ας επιστρέψουμε στους θηρευτές του Veblen. Θηρευτές υπάρχουν στην άγρια φύση, εκεί που ισχύει ο νόμος του ισχυρού, όπου ο δυνατός κατασπαράζει τον αδύνατο, τον λιγότερο δυνατό. Θηρευτές υπάρχουν όταν οι κοινωνικοί κανόνες, άλλοι, εκτός των «κανόνων της αγοράς», έχουν παραμεριστεί. Το όνομα στον 19ο αιώνα λεγόταν «αρχή του ανταγωνισμού» και σήμερα εμείς το λέμε «απορρύθμιση» και οι άλλοι «ανταγωνιστικότητα». Δεν χρειάζεται να εξιστορήσω τη διαδικασία και τα στάδια αυτής της πολιτικής απορρύθμισης του χρηματοπιστωτικού τομέα με αφετηρία την κατάργηση του Breton Woods ως τις άτυπες, αλλά οδυνηρές, «συναινέσεις» της Ουάσιγκτον. Ούτε να πω πολλά για την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου που επενδύθηκε στη συνθήκη του νεοφιλελευθερισμού. Και νομίζω ότι θα κομίσω γλαύκα στην Αθήνα – αν και πιστεύω απολύτως ότι η γλαύκα, το πουλί σύμβολο της σοφίας, έχει αποχωρήσει από την Αθήνα εδώ και πολύ καιρό, ώστε η εκ νέου εισαγωγή της και ο πολλαπλασιασμός της να γίνεται επιτακτικό, πολιτικό και κοινωνικό,καθήκον – αν υπομνήσω τα κοινωνικά δεινά και την εγγενή αστάθεια που έχει επέλθει από το σύστημα της «κυριαρχίας χωρίς ηγεμονία» του νεοφιλελευθερισμού σε όλους τους κοινωνικούς χώρους: στην οικονομία, την πολιτική, τις στάσεις ζωής και στους ηθικούς κανόνες, δηλαδή στην ιδεολογία και στη βίωση της πραγματικότητας. Πανίσχυροι θηρευτές και έντρομα θηράματα σε αγώνες πλουτισμού οι μεν και επιβίωσης οι δε.

Η αντιμετώπιση της κρίσης είναι ένα εγχείρημα που, δυστυχώς, υπερβαίνει τις μερικές προτάσεις επιδιόρθωσης του καλοπροαίρετου Vague, όποιο όνομα και αν φέρει αυτός. Η ανακαίνιση δεν φτάνει, για να παραφράσω τον τίτλο ενός βιβλίου του Πιέτρο Ινγκράο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αναπόφευκτο: Αν η αριστερά δεν αναλάβει το έργο του ριζικού μετασχηματισμού, αν οι πολιτικές και τα έργα της εγκλωβιστούν στις πολιτικές διαχείρισης και του patchwork, το έργο αυτό θα το αναλάβει η άκρα, φασιστική, δεξιά. Τα προμηνύματα έχουν παύσει να είναι προ πολλού απλώς προμηνύματα.

Το κείμενο είναι η εισήγηση του Απόστολου Δεδουσόπουλου στην εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου του Richard Vague "H επόμενη οικονομική καταστροφή, γιατί επέρχεται και πώς να την αποφύγουμε". H εκδήλωση έγινε την Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου, στο καφέ Έναστρον, με ομιλητές τον ίδιο και τον Πέτρο Σταύρου. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Angelus Novus.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι