Ημερολόγιο συνόρων: Η Χίος, οι πρόσφυγες, η απειλή εκφασισμού, του Αλέξανδρου Παναγιωτάκη

Ξεκινώντας να γράψει κανείς για το προσφυγικό όπως το βίωσαν τα νησιά του Βορείου Αιγαίου, και εν προκειμένω η Χίος, είναι σαν να ξεκινά μια διαδρομή σε χωράφι με αγκάθια. Παραμονεύει η απλούστευση, οι συλλήβδην αφορισμοί, αλλά και ο κίνδυνος να παραβλέψει σημαντικές πλευρές του ζητήματος: άνθη μοναδικής ομορφιάς αλλά και σαρκοφάγα τέρατα – για να επιμείνουμε στην αρχική παρομοίωση.

Tα γεγονότα των τελευταίων 18 μηνών είναι λίγο πολύ γνωστά, αν και τα φώτα της δημοσιότητας έχουν στραφεί στο νησί τους τελευταίους μόνο μήνες – και όχι άδικα. Στη Χίο γράφτηκαν με πολύ εμφανή τρόπο, τόσο μια λαμπρή σελίδα αλληλεγγύης, όσο και πολλές μαύρες σελίδες ξενοφοβίας, ρατσισμού, εκφασισμού μιας κοινωνίας.

Επιστροφή στο παρελθόν, λοιπόν: Aπό τον Ιούνιο του 2015, άρχισαν να καταφθάνουν στη Χίο καθημερινά εκατοντάδες πρόσφυγες. Το νησί υποδέχεται περίπου το 30% του αριθμού των φυγάδων του πολέμου και της φτώχειας που καταφέρνουν να περάσουν το Αιγαίο, με τη Λέσβο να κρατά τα πρωτεία.  Η προφανής εγκατάλειψη από το ελληνικό Λιμενικό του δόγματος των «ασφαλών αποτροπών», που οδηγούσαν σε ναυάγια (η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία τον Ιανουάριο είχε προφανώς παίξει το ρόλο της στο οριστικό σταμάτημα αυτής της άθλιας πρακτικής), η επιδείνωση του συριακού εμφυλίου, ο πολύχρονος αποκλεισμός στα τουρκικά στρατόπεδα, οδηγούν χιλιάδες ανθρώπους στην απόφαση να επιχειρήσουν το επικίνδυνο πέρασμα. Μαζί, πέφτει και η «ταρίφα» που ζητούν οι διακινητές, επιτρέποντας και σε λιγότερο εύπορους να πάρουν το δύσκολο δρόμο της προσφυγιάς.

Στον δημοτικό Κήπο της πόλης της Χίου στήνεται από τον Αύγουστο ένας αυτοσχέδιος καταυλισμός, σχεδόν με «φυσικό» τρόπο, αφού η μόνη τότε «δομή», το άθλιο πρώην κέντρο κράτησης του Μερσινιδίου, αδυνατεί να παρέχει οποιαδήποτε υποδομή για την ολιγοήμερη ή ακόμη και ολιγόωρη παραμονή των προσφύγων. Κι αυτοί οι τελευταίοι βρίσκουν κατάλυμα στον Κήπο, που γειτονεύει άλλωστε και με το λιμάνι. Είναι η «χρυσή» εποχή, αν αναλογιστούμε τι συνέβη μετά, καθώς το προσφυγικό/μεταναστευτικό ρεύμα κονιορτοποιεί με την ορμή του τα σύνορα της Ευρώπης-Φρούριο, και οι πρόσφυγες μένουν στα νησιά μόνο για λίγες μέρες.

Στον προσφυγικό πληθυσμό συμπαρίστανται αμέσως οι λίγοι αλληλέγγυοι που έτρεχαν να τον στηρίξουν από τότε που οι λιγοστοί πρόσφυγες που έφταναν, κλείνονταν σε ένα άθλιο κοντέινερ-κοτέτσι στο λιμεναρχείο. Μαζί τους, δεκάδες άνθρωποι που, χωρίς προηγούμενη εμπειρία ή ενασχόληση με το προσφυγικό φαινόμενο, μαθαίνουν στην πράξη τι θα πει αλληλεγγύη. Ξημεροβραδιάζονται ή αφιερώνουν όλο τον εκτός εργασίας χρόνο τους δίνοντας γάλατα, πάμπερς, νερά, στεγνά ρούχα, κουβέρτες, σκηνές, φάρμακα, πηγαίνοντας αρρώστους και έγκυες στα νοσοκομεία.

Η ευρύτερη κοινωνία –τότε που σε όλη την Ευρώπη το Refugees Welcome είχε καταφέρει να γίνει κοινά αποδεκτό σύνθημα– ανταποκρίνεται καλά. Η συντηρητική, προσκολλημένη στη θρησκεία, «φιλήσυχη» χιακή κοινωνία, επιδεικνύει εξαιρετικά φιλανθρωπικά αντανακλαστικά. Μαζεύονται χιλιάδες ρούχα, γάλατα, τρόφιμα. Σε μια εξαιρετική ένδειξη λαϊκής αλληλεγγύης, ακόμη και τοπικοί σύλλογοι από τα χωριά μαγειρεύουν κατά διαστήματα εκατοντάδες μερίδες που κατόπιν διανέμονται στον Κήπο, καλύπτοντας τις τραγικές ελλείψεις της κρατικής μηχανής.

Οι γκρίνιες είναι ελάχιστες ή δεν εκφράζονται. Ψελλίζονται σε κάποια ΜΜΕ κάποιες αντιρρήσεις για την κατάληψη του μοναδικού χώρου πρασίνου της πόλης, αλλά δεν δίνουν τον τόνο. Και το καλοκαίρι του 2015 φτάνει στο τέλος του.

Φθινόπωρο

Τον Σεπτέμβρη του 2015, η προσφυγική κίνηση αγγίζει την κορύφωσή της. 15 χιλιάδες φτάνουν στο νησί τον Σεπτέμβρη, 28 τον Οκτώβρη, 23 τον Νοέμβρη, 21 τον Δεκέμβρη. Από την αρχή του φθινοπώρου το σκηνικό στον Κήπο αλλάζει. Οι σκηνές διακοπών δίνουν τη θέση τους στις μεγάλες σκηνές με τα γαλάζια γράμματα της UNHCR. Καταφθάνουν και μεγάλες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, όπως η NRC και η Samaritan's Purse. Oι ντόπιοι εθελοντές  γυρίζουν στις δουλειές τους, λιγοστεύοντας τη δική τους παρουσία καθώς άλλωστε είχαν φτάσει στα όρια των αντοχών τους. Ο Κήπος εγκαταλείπεται τον Οκτώβρη, για λόγους που έχουν να κάνουν με τις καιρικές συνθήκες που σταδιακά επιδεινώνονται, με την κόπωση του κόσμου της αλληλεγγύης, με το γεγονός πως η «διαχείριση» του προσφυγικού αρχίζει πια να περνάει στο επίσημο κράτος και στις ΜΚΟ (με τις οποίες το κεντρικό κράτος, ελλείψει άλλης εναλλακτικής εκείνη τη στιγμή, συνεργάζεται για τα πάντα).

Η γραφειοκρατική κρεατομηχανή της Ευρώπης έχει πάρει μπροστά, ενώ οι «ηγέτες» της ΕΕ ψάχνουν σε απανωτές, πολύωρες συσκέψεις να βρουν τρόπο να ανακόψουν το προσφυγικό κύμα. «Κομψά» στην αρχή, ξεδιάντροπα στο τέλος – δείτε τις δηλώσεις του Αυστριακού καγκελάριου τον Σεπτέμβρη του 2015 και συγκρίνετέ τις με εκείνες του Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου…

Στα νησιά του Αιγαίου η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία της «καταγραφής» εγκαθίσταται σε παλιά εργοστάσια. Οι άνθρωποι μένουν πλέον για λίγο περισσότερες ημέρες στη Χίο, στον αυτοσχέδιο καταυλισμό του Μερσινιδίου (σε μια πλαγιά βουνού) ή στο χώρο καταγραφής του εργοστασίου των Ταμπάκικων ή όπου βρουν μέσα στην πόλη. Η Frontex κάνει την εμφάνισή της, καταγράφοντας μεθοδικά όσα συμβαίνουν στο στενό πέρασμα μεταξύ Χίου και τουρκικών παραλίων, συνοδεύοντας «αθώα» τις βάρκες των φυγάδων μέχρι τις ακτές του νησιού.

Η Ευρώπη κινείται μεθοδικά: βλέπει, ακούει, καταγράφει, ετοιμάζει το σχέδιο για να κρατήσει τους απόκληρους στην άλλη άκρη. Ετοιμάζει –Δεκέμβρη πια– το κλείσιμο των βόρειων συνόρων πρώτα, εκεί στη μαρτυρική Ειδομένη, και θα ασχοληθεί με τα νησιά αμέσως μετά.

Η αντίστροφη μέτρηση

Στη Χίο, τον Νοέμβρη του 2015, στήνεται ο καταυλισμός της Σούδας, με «σπιτάκια ΙΚΕΑ» και μια μεγάλη τέντα (rub hall τις λέμε) κάτω από τα τείχη του κάστρου της πόλης. Ο δήμαρχος του νησιού συνεργάζεται πρόθυμα με τον Γ. Μουζάλα στην κατεύθυνση δημιουργίας ενός hot spot στο παλιό εργοστάσιο της ΒΙΑΛ, κάπου 7 χιλιόμετρα έξω από την πόλη, ελπίζοντας πως θα του μείνει «προίκα» μετά το τέλος του «προσφυγικού κύματος» για να βάλει εκεί τις εγκαταστάσεις ανακύκλωσης.

Eίναι η εποχή που η Ευρώπη αξιώνει από την Ελλάδα να ολοκληρώσει τον γραφειοκρατικό εγκλωβισμό των προσφύγων δημιουργώντας hot spot σε όλα τα νησιά εντός ολίγων εβδομάδων.

Και ο Μπ. Τζούλιαν γράφει, Φλεβάρη του 2016: «Οι μετανάστες βήμα προς βήμα τοποθετούνται μακριά, σε καταυλισμούς και φυλακές, σε καραντίνα σαν να είναι ασθένεια, για να προστατευτεί η Ευρώπη από τη μόλυνση. Αυτό είναι το ωμό πρόσωπο της γραφειοκρατίας και της τάξης, της ρύθμισης και της απομόνωσης, και δεν ανέχεται καμιά ανεξάρτητη στήριξη, καμιά ανεξάρτητη ενημέρωση, καμιά ανεξάρτητη επαφή. (…) Τα κράτη της Ευρώπης που έχουν μάθει να διαχειρίζονται σχολαστικά κάθε πτυχή της ζωής, θέλουν αυτή η καταστροφή της ανωμαλίας, του χάους και της μη-καταγραφής να τελειώσει. Καλύτερα ένας πνιγμένος πρόσφυγας από έναν μη καταγεγραμμένο. Καλύτερα ένα φυλακισμένο παιδί από ένα "λαθραίο"».

Η ΒΙΑΛ στη Χίο «επιθεωρείται» από τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα, που καταφθάνει στο νησί τον Δεκέμβριο του 2015 για να δείξει στους Ευρωπαίους πόσο πρόθυμα στήνει τα ανοιχτά κέντρα καταγραφής – αυτά που 2,5 μήνες  μετά θα μετατραπούν σε φυλακές. H BIAΛ θα ανοίξει τελικά τον Φεβρουάριο του 2016, εχοντας κοστίσει επισήμως 1,3 εκατ. ευρώ (ενώ οι εργασίες διαμόρφωσης έγιναν από τον στρατό, τα σπιτάκια-κοντέινερ χορηγήθηκαν από τα Ελληνικά Πετρέλαια, οπότε οι σκιές είναι πολλές, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία).

«Λεπτομέρεια» με σημασία για τα επόμενα: Η προσπάθεια συκοφάντησης της «αλληλεγγύης» ξεκινά περίπου εκείνη την περίοδο, σε πανελλαδικό επίπεδο. Οι εθελοντές-«υποκινητές», οι «παράξενες ΜΚΟ», οι «ανεύθυνοι αλληλέγγυοι» είναι κομμάτια της παραφιλολογίας που αναπτύσσεται και από κυβερνητικά χείλη και επιχειρεί να πλήξει το κίνημα αλληλεγγύης, επειδή είναι ο τελευταίος φραγμός πριν την ολοκληρωτική καταστολή του προσφυγικού ρεύματος.

The bad date

H 20η Μάρτη πλησιάζει. Ο βαλκανικός διάδρομος έχει κλείσει, η ανάλγητη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, που ξαναστήνει τα τείχη της Ευρώπης-Φρούριο με τη συνδρομή (ποιος να το περίμενε!) του ΝΑΤΟ, υπογράφεται στις 18/3. Η Χίος, όπως και τα άλλα νησιά του Βορείου Αιγαίου, αδειάζουν την επόμενη νύχτα, εκείνη της 19ης Μάρτη, από τους μερικές χιλιάδες πρόσφυγες που παρέμεναν σε αυτά, με έκτακτα δρομολόγια των πλοίων. Η Σούδα αδειάζει και κλείνει, η ΒΙΑΛ περιμένει.

Οι άτυχοι παρίες που φτάνουν στα παράλια των νησιών από το ξημέρωμα εκείνης της Μαύρης Κυριακής φυλακίζονται – στη Μόρια της Λέσβου, στη ΒΙΑΛ της Χίου. Το παλιό εργοστάσιο γεμίζει μέσα σε 3-4 μέρες, ξεπερνώντας το όριο «δυναμικότητας» των 1.100 ανθρώπων. Η τραγική Ευρώπη αδιαφορεί για τη φυλάκιση τόσων χιλιάδων ανθρώπων στο όνομα της τήρησης της συμφωνίας. Στη ΒΙΑΛ λείπει ακόμα και το βρεφικό γάλα για τα δεκάδες μωρά, και η Χίος γίνεται θέμα πανελληνίως, αλλά και στον Guardian και το ΒΒC – χάρη σε μερικούς εθελοντές και ξένους ακτιβιστές. Δύο ΜΚΟ επιλέγουν να δραστηριοποιηθούν στη ΒΙΑΛ: οι υπόλοιπες, καθώς και οι ντόπιοι αλληλέγγυοι, αρνούνται να γίνουν υπηρέτες της φυλακής – μια δύσκολη αλλά ορθή επιλογή. Ο Ν. Τόσκας «επισκέπτεται το χώρο και έρχεται αντιμέτωπος με την πρώτη αυθόρμητη διαδήλωση των προσφύγων εντός του hot spot.

Μόλις δέκα μέρες μετά, η αριστερή δημοτική παράταξη της Χιακής Συμπολιτείας οργανώνει στην είσοδο της ΒΙΑΛ μια μικρή συγκέντρωση, ενώ οι 2 δημοτικές της σύμβουλοι θα έμπαιναν στο χώρο αυτής της «μαύρης τρύπας» για να δουν την κατάσταση. Η συμμετοχή είναι απρόσμενη για τα δεδομένα του νησιού, αλλά ακόμα πιο απρόσμενη είναι η ανταπόκριση των εγκλείστων: ανοίγουν το απλό λουκέτο της συρμάτινης πύλης, διαπερνούν τον ολιγάριθμο αστυνομικό φραγμό, ενώνονται ειρηνικά με τους διαδηλωτές. Η μικρή ανάσα ελευθερίας διαρκεί μία-μιάμιση ώρα, και οι δραπέτες του πολέμου και της φτώχειας επιστρέφουν στην ευρωπαϊκή τους φυλακή.

Ωστόσο, η ΒΙΑΛ δεν αργεί να σκάσει. Το βράδυ της 31ης Μάρτη, εκτεταμένες συμπλοκές μεταξύ νεαρών προσφύγων σκορπούν το χάος και το επόμενο πρωί εκατοντάδες πρόσφυγες φεύγουν από το χοτσποτ και βαδίζουν προς την πόλη. Ένα αυθόρμητο ξέσπασμα, με ένα μόνο αίτημα: να φύγουν για την Αθήνα. Όχι καλύτερες συνθήκες, ούτε καλύτερο καμπ: μόνο να αφεθούν να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Εγκαθίστανται, οικογένειες με παιδιά οι περισσότεροι, στο λιμάνι της πόλης και το καταλαμβάνουν στην πράξη. Ο κόσμος της αλληλεγγύης είναι εκεί, μαζί και οι εθελοντές «καλών» και «κακών» ΜΚΟ, οι πρόσφυγες διαδηλώνουν καθημερινά, έχουν μόλις βγει ξανά στο φως, αλλά ακολουθεί το σκοτάδι.

Ή με μας ή στους φασίστες

Eίναι η πρώτη φορά που η κοινωνία έρχεται πράγματι αντιμέτωπη με την πραγματική διάσταση του προσφυγικού – ή καλύτερα της ευρωπαϊκής «διαχείρισής» του. Η φιλήσυχη κοινωνία αντιμετωπίζει τα πρώτα εμπόδια λόγω της κατάληψης του λιμανιού. Αμέσως τα πλοία (1 την ημέρα) κατευθύνονται στο άλλο λιμάνι του νησιού, 35 χιλιόμετρα νοτιότερα, με την ανάλογη ταλαιπωρία για επιβάτες (40' με το λεωφορείο) και μεταφορικές εταιρείες. Αλλά οι λόγοι που η κοινωνία δεν αντιδρά με ενσυναίσθηση ή, έστω, συμπόνοια για το δράμα των εγκλωβισμένων καταληψιών, είναι πολύ βαθύτεροι: σαν έτοιμα από καιρό, κάποια τοπικά ΜΜΕ χύνουν δηλητήριο για την κατάληψη του λιμανιού, ενώ οι κουβέντες των ανθρώπων δείχνουν πώς τόσα χρόνια το ρατσιστικό δηλητήριο δουλεύει υπόγεια αλλά πολύ αποτελεσματικά. Η «ευταξία» διαταράσσεται, οι «νοικοκυραίοι» βλέπουν τους παρίες μέσα στην πόλη – κι ας είναι μωρά παιδιά και βασανισμένοι γέροι.

Ένα ακόμα γεγονός ρίχνει λάδι στη φωτιά: η διμοιρία των ΜΑΤ, η πρώτη που φτάνει στο νησί από την Αθήνα, ξυλοκοπεί ηλιθίως κατοίκους του νησιού που συγκεντρώνονται για να εμποδίσουν τη μεταφορά προσφύγων στον πρώην χώρο καταγραφής – όπου όμως θα έμεναν για λίγες ώρες πριν απελαθούν. «Χτυπάνε έλληνες πολίτες», γράφουν κάποια ντόπια ΜΜΕ (λες και μέχρι τώρα τα ΜΑΤ βαρούσαν ξένους εργάτες και διαδηλωτές…). Και μπορεί τα ΜΑΤ να έδειραν, όμως είναι οι πρόσφυγες που στοχοποιούνται ως πρόβλημα στη συνείδηση των κατοίκων του νησιού.

Οι ανύπαρκτοι ως τότε χρυσαυγίτες του νησιού, μαζί με περιθωριακά στοιχεία αλλά και «αγανακτισμένους» πολίτες, κάνουν την εμφάνισή τους την 4η μέρα στο λιμάνι. Την επόμενη νύχτα εξαπολύουν κανονική επίθεση με τον απίθανο ισχυρισμό ότι πρόσφυγας πήγε να κατεβάσει τη σημαία, και οι αρχές του νησιού …τους κάνουν το χατίρι, αφού έτσι αποκαθίσταται και η αρρωστημένη «τάξη». Τα ΜΑΤ στέκονται με τις ασπίδες με μέτωπο προς τα γυναικόπαιδα, αστυνομικοί και λιμενικοί συλλαμβάνουν τους πρόσφυγες που επιμένουν στην κατάληψη. Ο δήμαρχος σηκώνει τους πρόσφυγες από το τσιμέντο του λιμανιού κραυγάζοντας «it's with me or them», η κατάληψη τελειώνει μέσα σε κλάματα και οι φασίστες καταγράφουν την πρώτη τους νίκη. Το νησί θα την πληρώσει ακριβά αυτή τη νίκη τους επόμενους μήνες – οι ίδιοι ακραίοι φτάνουν να εισβάλλουν στο δημοτικό συμβούλιο λίγες μέρες μετά.

Εγκλωβισμός

Οι πρόσφυγες του λιμανιού οδηγούνται στη Σούδα, ενώ μεγάλο μέρος τους παραμένει στη ΒΙΑΛ. Σημειώνονται κάποιες μικροκλοπές ζώων γύρω από το πρώην εργοστάσιο, και καταστροφές σε μερικά χωράφια. «Βούτυρο στο ψωμί» της ξενοφοβίας, ιδίως διά της διόγκωσης, αλλά και όταν απίθανα φανταστικά περιστατικά («πρόσφυγες έψησαν και έφαγαν σκύλο») προβάλλονται δεόντως από το μοναδικό τοπικό τηλεοπτικό κανάλι ως αληθή. Οι κάτοικοι του χωριού Χαλκειός, δίπλα στη ΒΙΑΛ, ξεσηκώνονται, και τα ακραία στοιχεία δίνουν τον τόνο – τους επόμενους μήνες θα αρχίσουν να γίνονται και «περιπολίες» από πολιτοφυλακές.

Η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία συνεχίζει το τσάκισμα ψυχών και σωμάτων. Ελάχιστες αιτήσεις ασύλου εξετάζονται μέχρι τον Αύγουστο, οι πρόσφυγες βυθίζονται στον εγκλωβισμό, αφού τους απαγορεύεται φυσικά να φύγουν από το νησί, άπραγοι, άφραγκοι, χωρίς καμιά προοπτική, με την απειλή της απέλασης να αιωρείται απειλητική πάνω από τα κεφάλια τους. Περιμένουν στις ουρές για το άθλιο φαγητό στη ΒΙΑΛ που παρέχει το κράτος ή στις ουρές για το φαγητό που προσφέρουν εθελοντές στη Σούδα. Τα παιδιά γυρίζουν άπραγα, ξένοι και ντόπιοι αλληλέγγυοι προσπαθούν να συμπαρασταθούν, με το κλίμα γύρω ολοένα και πιο εχθρικό.

Το Soli Cafe, μια κατάληψη αλληλεγγύης σε κεντρικό σημείο της πόλης, που στελεχώνεται κυρίως από ξένους ακτιβιστές και δραστηριοποιείται επί μήνες στο νησι, δέχεται επιθέσεις από φασίστες και τελικά κλείνει μετά την επέμβαση τριών δημοσίων υπηρεσιών (!). Είναι πολύ μεγάλο βήμα για τη μικρή κοινωνία που αντιδρά φοβικά το λιγότερο, αν όχι εχθρικά, απέναντι στην ύπαρξη μιας τέτοιας κατάληψης.

Οι επόμενοι μήνες σημαδεύονται από μια 22ήμερη απεργία πείνας 30 αρχικά προσφύγων στη Σούδα, από σποραδικές εξεγέρσεις όπου καίγονται τα κοντέινερ της μόνης ορατής εξουσίας αλλά και από κρούσματα μικρο-εγκληματικότητας που μονοπωλούν τις ειδήσεις στα τοπικά ΜΜΕ, τα οποία από την άλλη δεν κάνουν καν τον κόπο να κάνουν ένα υποτυπώδες ρεπορτάζ μέσα στους, τρεις πια καθώς ανοίγει και το κτίριο του ΔΗΠΕΘΕ, προσφυγικούς καταυλισμούς.

Δύο παράλληλες πραγματικότητες εκτυλίσσονται πάνω στο νησί: οι πρόσφυγες –πάνω από 3.500– εγκλωβισμένοι, βυθισμένοι στη σκληρή καθημερινότητα των καμπ, η κοινωνία φοβισμένη από την παρουσία του ξένου, ανίκανη να αντιδράσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο πέρα από το φόβο, που διαταράσσει την ως τώρα φαινομενική της ηρεμία. Λείπουν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι φωνές που θα την αφυπνίσουν ή θα την ταρακουνήσουν. Θριαμβεύουν οι θεωρίες συνωμοσίας και οι αρλούμπες περί «σχεδίου ισλαμοποίησης», η ντόπια Εκκλησία ρίχνει νερό στον ακροδεξιό μύλο με… γλωσσολογικές αναλύσεις για τους «λαθρομετανάστες», οι αρχές του τόπου –σαρξ εκ της σαρκός της μικρής κοινωνίας – είναι λίγες και αυτές.  Και έτσι το νησί γλιστράει από την ξενοφοβία στο ρατσισμό και στέκεται στο χείλος του εκφασισμού.

Και η κυβέρνηση; Αδιαφορεί για τα πάντα, ομνύοντας μόνο σε ένα πράγμα: στην εφαρμογή της απάνθρωπης συμφωνίας με  την Τουρκία, που σημαίνει διατήρηση του εγκλωβισμού των προσφύγων στο νησί και της κοινωνίας στην ξενοφοβία.

Οι «λιγότεροι ακραίοι» και οι τραμπούκοι του δρόμου

Τον Σεπτέμβρη εμφανίζεται στο νησί και η «Παγχιακή Επιτροπή Αγώνα», ένα συνονθύλευμα «ανησυχούντων» πολιτών διαφόρων πολιτικών προελεύσεων που φιλοδοξεί να εμφανιστεί ως η «ήρεμη δύναμη» σε σχέση με τους ακραίους, που δεν κατορθώνουν να διατηρήσουν την αρχική τους απήχηση, λόγω των χρυσαυγίτικων πρακτικών τους – προπηλακισμοί δημοσιογράφων, υπαλλήλου του νοσοκομείου, επιθέσεις σε πρόσφυγες κ.λπ.

Η «Επιτροπή» κατορθώνει έτσι να συγκεντρώσει μεγάλο πλήθος σε συγκέντρωση στις 28/9, με κεντρικό σύνθημα «Μουζάλα παραιτήσου, πάρε και τις ΜΚΟ μαζί σου». Με καλυμμένα αντιπροσφυγικό λόγο, απαιτεί να φύγουν όλοι οι πρόσφυγες από το νησί, να κλείσει άμεσα η Σούδα, «αποτελεσματική προστασία, φύλαξη και επιτήρηση των συνόρων μας», «αποτροπή κάθε ενέργειας που ενθαρρύνει την μόνιμη εγκατάσταση στο νησί πληθυσμών που μπορεί να γίνουν αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης από τρίτες χώρες» (εδώ υπονοεί Τουρκία και «ισλαμοποίηση»), «απομάκρυνση των ΜΚΟ» κ.λπ.

Οι τοπικές αρχές σέρνονται πίσω από τις θέσεις της Επιτροπής, οι οποίες μάλιστα υιοθετούνται κατά πλειοψηφία από το δημοτικό συμβούλιο. Ο δήμαρχος μπαίνει σε αντιπαράθεση με την κυβέρνηση, καθώς διαπιστώνει ότι η μόνη της επιδίωξη είναι η τήρηση της συμφωνίας, δηλαδή η διατήρηση του εγκλωβισμού.

Τα τελευταία γεγονότα, με τραμπούκους να πετάνε από ψηλά φλεγόμενα αντικείμενα και πέτρες σε σκηνές της Σούδας, όπου έμεναν μικρά παιδιά, και να ξυλοκοπούν πρόσφυγες και αλληλέγγυους υπό την προκλητική ανοχή της αστυνομίας, έρχονται σαν φυσικό επακόλουθο όσων προηγήθηκαν.

Η κοινωνική νομιμοποίηση του αντιπροσφυγικού λόγου, η κυβερνητική αδιαφορία για ντόπιους και πρόσφυγες, η απουσία κοινωνικών (αλλά και πολιτισμικών) αντιστάσεων στην ξενοφοβία, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.

Στη Χίο διαμένουν αυτή τη στιγμή περί τους 2.200 πρόσφυγες, πολύ λιγότεροι από τους 5.000 των επίσημων καταγραφών. Περίπου 1.000 στη ΒΙΑΛ, 700 στη Σούδα, 300 σε 3 ξενοδοχεία και κάποια σπίτια. Αρκετές οικογένειες έχουν με κάποιο τρόπο προχωρήσει στην ενδοχώρα, ενώ έχουν αυξηθεί οι αφίξεις προσφύγων από τη φτωχή Αφρική – θα ακούσετε συχνά π.χ. για τους «κακούς Αλγερινούς». Στα καμπ η κατάσταση είναι διαρκώς τεταμένη, πράγμα αναμενόμενο, καθώς διαρκεί ο πολύμηνος εγκλωβισμός που τσακίζει νεύρα και αντοχές. Κάποια από τα παιδιά πηγαίνουν σε δύο εκπαιδευτικές δομές που λειτουργούν ξένοι εθελοντές, αφού φυσικά το σενάριο ένταξής τους στα δημόσια σχολεία δεν τίθεται καν στο τραπέζι (αλλά ήδη η τοπική Ένωση Γονέων φάνηκε να αντιδρά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο).

Η τοπική Ένωση Ξενοδόχων και η Ενωση των ιδιοκτητών Ενοικιαζόμενων Δωματίων εκφράζουν, σε διαφορετικούς τόνους, την αντίθεσή τους στη φιλοξενία προσφύγων, παρά τη σχετική βούληση της Υπατης Αρμοστείας, σημάδι πως ούτε το οικονομικό κίνητρο μπορεί πια να αναχαιτίσει τη διάχυτη δυσαρέσκεια.

Μικρές εξαιρέσεις

Όλους αυτούς τους μήνες υπάρχουν, ωστόσο, και δεκάδες φωτεινές στιγμές. Οι αλληλέγγυοι, ντόπιοι και ξένοι, δεν σταματούν να δίνουν το παρών στα δύο καμπ της πόλης (η ΒΙΑΛ είναι απρόσιτη), να μοιράζουν φαγητό και ρούχα, να δείχνουν ταινίες, να κάθονται στα ίδια τραπέζια με τα αδέλφια μας που πέρασαν τη θάλασσα (και αυτό, το να μιλάς απλώς μαζί τους, σημειώστε, είναι κάτι πολύ σημαντικό, που πρώτα οι ίδιοι ζητούν). Και, συχνά πυκνά, να αποχαιρετούν εκείνους που κατάφεραν να πάρουν το χαρτί – μόνο και μόνο για να εγκλωβιστούν, οι περισσότεροι, σε κάποιο καμπ της Αττικής ή να βρουν δύσκολα στέγη στις ήδη υπερπλήρεις καταλήψεις στέγασης προσφύγων στην Αθήνα.

Μια μικρή παρένθεση: H σύνθεση των αλληλέγγυων στις μικρότερες κοινωνίες πρέπει επίσης να προβληματίσει το οργανωμένο κίνημα, ιδίως στις μεγάλες πόλεις. Στη Χίο, αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα, βρεθήκαμε δίπλα δίπλα με ανθρώπους χωρίς προηγούμενη πολιτική εμπειρία, που όμως και υπέροχη δουλειά αλληλεγγύης έκαναν και πολιτικοποιήθηκαν «αναγκαστικά», ιδίως μετά το κλείσιμο των συνόρων. Με αυτούς τους ανθρώπους, που συναντηθήκαμε στους δρόμους της αλληλεγγύης, πρέπει να κρατήσουμε στενούς δεσμούς, ανεξάρτητα από διαφορές σε επιμέρους ζητήματα οπτικής.

Στο διά ταύτα

Υπάρχουν δεκάδες πτυχές του ζητήματος που, παρά το μέγεθος αυτού του κειμένου, παραλείφθηκαν ή δεν φωτίστηκαν επαρκώς. Όπως η στάση της αστυνομίας, που επιμένει να βλέπει «υποκινητές» αλληλέγγυους και συλλαμβάνει ξένους εθελοντές όταν σημειώνονται επεισόδια αλλά κανέναν τραμπούκο – γιατί, μεταξύ άλλων, μπορεί να είναι και φίλος φίλου ή συγγενής γνωστού. Ή η επίσκεψη των χρυσαυγιτών βουλευτών, μετά την οποία σημειώθηκαν, την αμέσως επόμενη ημέρα, προκλήσεις τραμπούκων σε πρόσφυγες και οι επιθέσεις στη Σούδα.

Ας σημειώσουμε όμως κάτι ακόμα: Η Χίος δεν έγινε ξαφνικά «φασιστόνησο»: την αδικεί κατάφωρα ένας τέτοιος χαρακτηρισμός. Οσα συμβαίνουν σε αυτόν τον τόπο τον τελευταίο χρόνο, πρέπει να χτυπήσουν καμπανάκι για όσα μπορεί να συμβούν σε δεκάδες άλλα μέρη αν υπάρξουν παρόμοιες συνθήκες. Για το πώς μια βάρβαρη πολιτική (όπως η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας) μπορεί να προκαλέσει εκρήξεις, για το πώς η έλλειψη κοινωνικών (αλλά, εντέλει, και πολιτικών) αντιστάσεων μπορεί να αφήσει τις κοινωνίες έρμαιο της μισαλλόδοξης ρητορείας, για το πώς ο συντηρητισμός, η θρησκοληψία, ο λανθάνων εθνικισμός προσφέρουν έδαφος για να καλλιεργηθεί ο ρατσισμός.

Και έσχατο: Η Αριστερά και το κίνημα αλληλεγγύης έζησαν και διδάχτηκαν πολλά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο σε όλη την Ελλάδα. Ήρθαν σε επαφή με τους πρόσφυγες, πιο πολύ από κάθε άλλη ιστορική συγκυρία, αναμετρήθηκαν με την κοινωνία, δοκιμάστηκαν, και θα δοκιμάζονται για πολύ ακόμα. Όλος αυτός ο πλούτος της εμπειρίας πρέπει να αναλυθεί και να συζητηθεί σε βάθος, αλλά και με σκληρή διάθεση αυτοκριτικής. Γιατί τα δύσκολα είναι μπροστά.

Φωτό: Mike Abrahams

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι