Οι «μετριοπαθείς» και ο σύγχρονος κόσμος, του Χρήστου Λάσκου

Το τελευταίο διάστημα -κυρίως μετά το «συμβάν Ντόναλντ Τραμπ»- μεγάλο μέρος κεντροαριστερών, εκσυγχρονιστών, φιλελεύθερων και, εν γένει, «ανθρώπων της λογικής και της μετριοπάθειας» φαίνεται πως για πρώτη -σχεδόν- φορά εδώ και δεκαετίες δημοσιολογίας κατά κάποιον τρόπο θορυβήθηκε.

Στη χώρα μας αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό με τη στοιχειώδη παρακολούθηση της αρθρογραφίας στον «κεντρώο-κεντροαριστερό» Τύπο.

Ενώ, λοιπόν, τα πάντα επί καιρό αντιμετωπίζονταν στη βάση της έννοιας του λαϊκισμού που, σχεδόν αδιαφοροποίητα, όλα τα έσφαζε και όλα τα μαχαίρωνε σε θεωρητικό επίπεδο, τώρα όλο και περισσότερο διατυπώνονται απόψεις σχετικά με τους «δύο λαϊκισμούς», τον «από τα πάνω» και τον «από τα κάτω».

Εκεί που η παραμικρή αμφισβήτηση των ανοιχτών αγορών, του «εξορθολογισμού» της εργασίας, της αναγκαίας -ένεκα η πρόοδος!- προσαρμογής της τελευταίας, της ενίσχυσης με κάθε τίμημα της επελαύνουσας «επιχειρηματικότητας» και της ολοκληρωτικής παράδοσης των δημόσιων αγαθών αντιμετωπιζόταν ως παρακμιακός αρχαϊσμός ανθρώπων που «έμειναν πίσω από την εποχή τους», εδώ και μερικές εβδομάδες αρχίζει να αναπτύσσεται ένας προβληματισμός (sic) για όσους φαίνεται να μην κέρδισαν και πολλά από τη χρυσή πορεία της ανθρωπότητας προς την παγκοσμιοποίηση και τα πλείστα όσα καλά της.

Βέβαια, η εξέλιξη προς τον «προβληματισμό» έχει θέματα στο μέτρο που, κυρίως, τα νεότερα μέλη της «λέσχης των μη ακραίων» αγανακτούν πολύ συχνά επειδή δεν τους αναγνωρίζεται το πόσο δίκιο είχαν πάντοτε, κι έτσι παρεκτρέπονται.

Είναι χαρακτηριστική η κατακλείδα άρθρου στο «Βήμα» της 27ης Νοεμβρίου1. Εκεί, ο συντάκτης του αναλύει (!) τις προφανείς (!) ομοιότητες του Τσίπρα με τον Τραμπ, αφού πρώτα εξομολογηθεί πως μέχρι πρόσφατα στενοχωριόταν ιδιαίτερα που, σε ό,τι αφορά την «άνοδο του ολιγοφρενούς λαϊκισμού», η Ελλάδα έδειχνε μια «έντονη αρνητική μοναδικότητα».

Τώρα, μετά το Brexit και τον Τραμπ, η στενοχώρια του μετριάστηκε, στο μέτρο που οι ολιγοφρενείς αυξήθηκαν και, συνεπώς, δεν είμαστε οι μόνοι στους οποίους αξίζει να κρεμούν οι άνθρωποι της λογικής κουδούνια. Εχει, φυσικά, και εξήγηση για όσα συμβαίνουν:

«Αναλύοντας τη νίκη Τραμπ, η Αμερική φαίνεται να είναι αυξανόμενα διχοτομημένη, ανάμεσα σε εξοργισμένους κατοίκους της επαρχίας και της υπαίθρου που διατίθενται να καταλύσουν κάθε κατεστημένη αρχή, και ανθρώπους υψηλής μόρφωσης των μεγάλων πόλεων που πραγματικά δεν καταλαβαίνουν γιατί γίνεται η όλη φασαρία.

»Εντονότερο ίσως το φαινόμενο στη Βρετανία, όπου άνω του 75% των Λονδρέζων ψήφισαν υπέρ της Ε.Ε., αλλά νικήθηκαν από τα εξίσου συντριπτικά ποσοστά της αγγλικής περιφέρειας κατά της Ε.Ε. Ακόμη και εντός πόλεων έχουμε σχίσμα: στην Αθήνα, 85% των κατοίκων Εκάλης ψήφισαν φιλοευρωπαϊκά “Ναι”, έναντι 25% σε περιοχές όπως το Πέραμα».

Και καταλήγει: «Το μόνο παρήγορο είναι ότι οι φοβικές δυνάμεις της συντήρησης ζουν τώρα τη μάχη των Αρδεννών τους.

Γιατί όσους ΣΥΡΙΖΑ ή Τραμπ και να εκλέξουμε, η πραγματικότητα δεν αλλάζει: σε όλη τη Δύση, θα προσαρμοστούμε και θα ευημερήσουμε ή θα μείνουμε στο παρελθόν και θα εξαφανιστούμε». Με άλλα λόγια: ή θα γίνουμε όλοι Εκάλη ή τη βάψαμε.

Αυτά από έναν άνθρωπο της σύνεσης και της μετριοπάθειας. Που, δυστυχώς για τον ίδιο και γενικότερα όσους έχουν παρόμοιες ιδέες, δεν φαίνεται να εισακούγονται από τον κόσμο πια.

Πραγματικά, ο «φιλελευθερισμός» πάντοτε σε περιόδους κρίσεων εκλείπει ως επιδραστική πολιτική, γίνεται αναξιόπιστος. Οχι επειδή είναι συνετός ή ήπιος, ενώ «γύρω βασιλεύει η αγριότητα».

Αλλά γιατί, ενώ αντικειμενικά απαιτούνται ριζικές αλλαγές, ο ίδιος θεωρεί πως τα πράγματα είναι κατά βάση καλά. Τον εμπνέει η πεποίθηση πως ζούμε στον καλύτερο από τους δυνατούς κόσμους. Πράγμα που τον κάνει την πιο καθεστωτική ιδεολογία.

Σε έναν κόσμο τρομακτικών ανισοτήτων, μεγάλης φτώχειας και (λογικότατης) ανασφάλειας των απλών ανθρώπων, καθώς και τεράστιων πλανητικών διακινδυνεύσεων, οι φιλελεύθεροι προτείνουν «περισσότερο από το ίδιο».

Οι «φιλελεύθεροι κεντροαριστεροί» αποτέλεσαν πάντοτε το κατεξοχήν κόμμα του κεφαλαίου.

Ειδικά, όμως, στις τελευταίες δεκαετίες υπήρξαν οι στυλοβάτες του «γενναίου νέου κόσμου», την κρίση του οποίου ζούμε σήμερα με τόσο ακραίο τρόπο. Εισηγητές της «Συναίνεσης της Ουάσινγκτον» επιδόθηκαν στην πολιτική των χιλίων απορρυθμίσεων, της πλήρους απελευθέρωσης των αγορών, της ενίσχυσης σε προκλητικό βαθμό των «δυναμικών στρωμάτων» της κοινωνίας σε βάρος των losers - των δικαίως χαμένων, στο μέτρο που τους έλειπε η αξία ή η δυνατότητα προσαρμογής.

Με σημαιοφόρους τους Κλίντον, Μπλερ, Σρέντερ διέλυσαν κάθε προστασία της εργασίας και επιχείρησαν να δημιουργήσουν το πιο φιλικό για το διεθνές κεφάλαιο περιβάλλον. Και, προκειμένου να προωθήσουν την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, βομβάρδισαν πλείστες όσες χώρες στο όνομα της προστασίας των δικαιωμάτων.

Θέλω να πω, όσοι μιλούν από το εσωτερικό αυτού του πολιτικού χώρου δύσκολα μπορούν να επικαλούνται τη σύνεση και τη μετριοπάθεια. Το «Κέντρο» αυτήν την περίοδο υπήρξε μόνο ως «ακραίο Κέντρο», βασικός υπονομευτής των συμφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Γι’ αυτό αδυνατεί να εμφανιστεί ως αντίπαλο δέος των λογής ακροδεξιών. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού η δική του πολιτική ήταν που δημιούργησε τους όρους εκκόλαψης του νέου αυγού του φιδιού.

Η δημοκρατία -και η αντιπροσωπευτική- θα έχει τύχη μόνο στο μέτρο που θα ενισχυθούν οι πολιτικές δυνάμεις εκείνες που αρνούνται έμπρακτα και αποφασιστικά την καπιταλιστική ΤΙΝΑ. Ο αγώνας για τη δημοκρατία, δηλαδή, όλο και περισσότερο γίνεται τμήμα της σύγκρουσης με τον παρανοϊκό καπιταλισμό της εποχής μας.

Πηγή: Eφημερίδα των Συντακτών

_________________

(1) Σωτήρης Γεωργανάς, «Ελλάς - ΗΠΑ - Βρετανία συμμαχία;» Νέες Εποχές, σελ. 6-7

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι