Το φιλολαϊκό και το υπεύθυνο, του Κώστα Παπαγιάννη

Σήμερα το βράδυ κορυφώνεται η συζήτηση του Προϋπολογισμού του 2017 στην Ολομέλεια της Βουλής με την ονομαστική ψηφοφορία. Νωρίτερα οι πολιτικοί αρχηγοί θα διασταυρώσουν τα ξίφη τους – αλλά  για να μιλήσουν για οτιδήποτε άλλο πέρα από τον Προϋπολογισμό.

Όλα αυτά ακούγονται οικεία, κι η αλήθεια είναι ότι έχουν ξανασυμβεί πολλές φορές, και στα Μνημονιακά χρόνια και νωρίτερα. Οι βουλευτές της συμπολίτευσης βαφτίζουν τον Προϋπολογισμό με διάφορα θετικά ονόματα («αναπτυξιακός», «ισοσκελισμένος», κλπ.), την ώρα που οι βουλευτές της αντιπολίτευσης κατηγορούν την κυβέρνηση για ένα ακόμα Προϋπολογισμό φτώχειας. Γνωστή η παράσταση, κι οι ηθοποιοί ξέρουν καλά τους ρόλους τους κι ας τους παίζουν εναλλάξ.

Η διανομή των ρόλων

Άλλωστε τα νούμερα του Προϋπολογισμού δεν είχαν και ιδιαίτερη σημασία. Στις συζητήσεις στην Επιτροπή ξεδιπλώθηκε το αφήγημα της κάθε παράταξης. Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ απαριθμούσαν τα επιτεύγματα των κυβερνήσεών τους πριν έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ και τα διαλύσει όλα λίγο πριν βγούμε στο ξέφωτο.

Από τη μεριά του ΣΥΡΙΖΑ, οι θετικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης στο χρόνο που πέρασε (ή και στον προηγούμενο) επανέρχονταν συνέχεια στην συζήτηση για να δείξουν τη διαφορά των δύο παρατάξεων: μπορεί κι ο ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόζει Μνημόνια, αλλά γι’ αυτό φταίνε οι συνθήκες που δημιούργησαν τα κόμματα του παλιού πολιτικού συστήματος (ουσιαστικά το «παραλάβαμε καμένη γη» στα ΣΥΡΙΖΑϊκά). Στην πραγματικότητα θέλει να κάνει άλλα, κι όταν μπορεί τα κάνει, γι’ αυτό άλλωστε δόθηκε κι ο Χριστουγεννιάτικος μποναμάς της (άπαξ) 13ης σύνταξης.

Τα μόνα όπλα του ΣΥΡΙΖΑ παραμένουν εξάλλου οι (λίγες) παρεμβάσεις του στο κοινωνικό: Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης, αυξήσεις στους προϋπολογισμούς για Υγεία, Παιδεία και Έρευνα, μικρή αύξηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (σκιά, βέβαια, του προμνημονιακού εαυτού του), ώστε να καλυφθούν τα κενά του ΕΣΠΑ, που παραμένει η βασική πηγή χρηματοδότησης των πάντων στη μικρή μας επαρχία.

Στην σκιά των διαπραγματεύσεων

Στην συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής, ακόμα κι αυτά τα επιχειρήματα λίγο ειπώθηκαν. Αυτό που κυριάρχησε ήταν η πολιτική επικαιρότητα, και κυρίως οι διαπραγματεύσεις για την δεύτερη αξιολόγηση, για τις οποίες άλλωστε έκαναν ενημερώσεις στις ομιλίες τους ο υπουργός Οικονομικών, Ευ. Τσακαλώτος, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Γ. Χουλιαράκης και η υπουργός Εργασίας, Έφη Αχτσιόγλου. Στην πραγματικότητα, αυτές οι ενημερώσεις αποτέλεσαν και τα μόνα αξιόλογα τμήματα της όλης συζήτησης, για ευνόητους λόγους: η εξέλιξη της διαπραγμάτευσης μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές, σε περίπτωση αδιεξόδου, ή σε ψήφιση νέων μέτρων που σίγουρα θα αλλάξουν το προφίλ της οικονομικής πολιτικής για το 2017 όπως αυτή αποτυπώνεται στο σχέδιο που σήμερα, εκτός απροόπτου, θα υπερψηφιστεί από την πλειοψηφία της Βουλής. Αυτή είναι άλλωστε η μοίρα της νομοθέτησης στο ευρωπαϊκό προτεκτοράτο.

Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από την χώρα: η μείωση των φόρων

Η προοπτική των πρόωρων εκλογών άλλωστε πλανάται πάνω από την αίθουσα της Ολομέλειας της Βουλής, παρά την κατηγορηματική άρνηση της κυβέρνησης και τη χλιαρή υπενθύμιση της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι αποτελούν εδώ και καιρό διατυπωμένο αίτημά της. Κι οι στρατηγικές σε αυτήν τη μάχη έχουν αρχίσει να διαφαίνονται στη δημόσια συζήτηση και να επικεντρώνονται στο μέγα επίδικο: τους φόρους.

Η υψηλή φορολογία αποτελεί το βασικό όπλο κριτικής της αντιπολίτευσης, που έχει ενδυθεί τον φιλολαϊκό μανδύα της φωνάζοντας για το ύψος κυρίως των έμμεσων φόρων, των οποίων η αναλογία σε σχέση με τους άμεσους φόρους φέτος αυξάνεται ξανά, μετά από μια περίοδο μείωσης που όμως δεν ανέτρεψε την πρωτοκαθεδρία των έμμεσων και κοινωνικά πιο άδικων φόρων. Άλλωστε ούτε η κυβερνητική πλευρά αρνείται ότι η φορολόγηση είναι υψηλή – απλά αυτή την αποδίδει στον «αναγκαίο συμβιβασμό».

Η υψηλή φορολογία αποτέλεσε επίσης το βασικό κομμάτι της κριτικής του Γραφείου του Προϋπολογισμού του Κράτους στην Βουλή, ενός συστημικού βέβαια think tank, το οποίο κι αποκάλεσε τον Προϋπολογισμό του 2017 «φοροκεντρικό». Η γενική δυσαρέσκεια για τους φόρους ωθεί τα κόμματα να δομήσουν τη στρατηγική τους γύρω από τη μείωσή τους. Και πάλι, βέβαια, η γενική στρατηγική είναι ίδια για τη Ν.Δ. και τον ΣΥΡΙΖΑ: οι διαφορές βρίσκονται στο «μείγμα».

Ποιος περικόπτει καλύτερα τους φόρους;

Η Ν.Δ. έχει εξαγγείλει ένα πρόγραμμα περικοπών των δαπανών του Δημοσίου, ώστε να βρεθεί ο «δημοσιονομικός χώρος» για μειώσεις φόρων. Τα κυβερνητικά πυρά εναντίον της αναφέρουν ότι αυτό το νούμερο είναι αδύνατον να καλυφθεί μόνο από λειτουργικές δαπάνες – άρα το πρόγραμμα της ΝΔ «κρύβει» απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων και περικοπές στο κοινωνικό κράτος.

Από τη μεριά της κυβέρνησης έχει ξεκινήσει μια επισκόπηση δαπανών στο Δημόσιο ώστε να εντοπιστούν δυνατότητες περικοπών. Η έμφαση όμως δίνεται στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές και στη μείωση των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα κάτω από 3,5% του ΑΕΠ για μετά το τέλος του Μνημονιακού προγράμματος.

Ο ίδιος ο Ευ. Τσακαλώτος ενημέρωσε τη Βουλή για τη συμβιβαστική κυβερνητική πρόταση περί πλεονασμάτων στο 2,5% του ΑΕΠ, με τον όρο το υπόλοιπο 1% να κατευθυνθεί αποκλειστικά σε μέτρα για την ενίσχυση της «ανταγωνιστικότητας» της οικονομίας (φοροαπαλλαγές ή κάλυψη εισφορών για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις).

Μεσαία τάξη: η πολύφερνη νύφη

Κοινός παρονομαστής των δύο προτάσεων είναι η απεύθυνση στην μεσαία τάξη, η οποία αποτελεί την πολύφερνη νύφη των εκλογών διαχρονικά. Η στροφή προς τη μεσαία τάξη, την ώρα που οι φτωχοί θα πληρώνουν τους ίδιους έμμεσους φόρους με τους πλούσιους, ίσως δεν προκαλεί μεγάλη έκπληξη για τη Ν.Δ. Αποτελεί, όμως, μια ακόμη επιβεβαίωση της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ.

Μετάλλαξη που προκαλεί μεν το Μνημόνιο, αλλά και η ίδια η κυβερνητική εξουσία. Αν το νέο ένδυμα της Ν.Δ. είναι το «φιλολαϊκό» (αν και δεν της πέφτει και πολύ καλά κι αυτό φαίνεται), του ΣΥΡΙΖΑ είναι το «υπεύθυνο». Κι είναι ενδεικτικό ότι στη συζήτηση του Προϋπολογισμού δεν έλειψαν κατηγορίες από τον ΣΥΡΙΖΑ προς τη Ν.Δ. περί αντιπολιτευτικής ανευθυνότητας, είτε με αφορμή το αίτημά της για πρόωρες εκλογές, είτε με βάση το φορολογικό της πρόγραμμα που μπορεί να εκτροχιάσει την δημοσιονομική προσαρμογή και να οδηγήσει σε ένα …τέταρτο Μνημόνιο.

Εξίσου ενδεικτική γι’ αυτή τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ είναι η γλώσσα των κυβερνητικών στελεχών. που όλο και περισσότερο θυμίζει μια «αριστερή τεχνοκρατική». Πρώτος διδάξας είναι ο Γ. Χουλιαράκης, αλλά το φαινόμενο είναι ανησυχητικά έντονο στα νεότερα στελέχη της κυβέρνησης, που χειρίζονται εξίσου κρίσιμα χαρτοφυλάκια (Έφη Αχτσιόγλου, Αλ. Χαρίτσης).

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι