Δημοκρατία του ελάχιστου: ασφυξία 28 αστέρων | RedNotebook

Στα 1948, ο μέντορας της Μάργκαρετ Θάτσερ, ο Φρίντριχ Χάγεκ, έγραφε ότι σε μια διακρατική ένωση οι δυνατότητες πολιτικής παρέμβασης στην οικονομική ζωή, όπως τις ξέραμε στα χρόνια των εθνικών κρατών, θα ήταν πρακτικά ανεφάρμοστες. Αγγίζοντας το ιδανικό του, η Ευρωπαϊκή Ένωση κάνει αυτές τις μέρες ένα ακόμα βήμα πιο μακριά από το πρότυπο των τυπικών, έστω, δημοκρατιών: Αν σ' αυτές τις τελευταίες οι πολίτες καλούνταν να επικυρώσουν ή να διορθώσουν εκ των υστέρων στις κάλπες την ασκούμενη πολιτική, στα χρόνια του υπαρκτού ευρωπαϊσμού οι σύνοδοι Κορυφής και τα Eurogroup έρχονται να διορθώσουν τις αποφάσεις των πολιτών. Προχτές ήταν το ελληνικό δημοψήφισμα, που σε μια εβδομάδα ήταν σα να μην έγινε. Χτες το βρετανικό, που για την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία διαβάστηκε ως σήμα να επιταχυνθεί η πορεία που αποδοκιμάστηκε στις κάλπες. Το ιταλικό δημοψήφισμα θα έχει, καθώς φαίνεται, την ίδια ακριβώς τύχη.

Δεν είναι μόνο οι προκλητικές δηλώσεις Σόιμπλε, που δεν αποδοκιμάζει η Μέρκελ. Ούτε μόνο η προσπάθεια να αποφευχθούν πάση θυσία οι εκλογές στην Ιταλία, για να μην κινδυνέψουν οι ιταλικές τράπεζες και οι καταθέτες με «κούρεμα» των καταθέσεών τους. Η χτεσινοβραδινή απόφαση του Eurogroup, με την οποία «κλειδώνει» η λιτότητα στην Ελλάδα για πολλά χρόνια μετά το 2018, είναι μέρος της ίδιας ακριβώς λογικής.

Η ευφορία της ελληνικής κυβέρνησης για την απόφαση αυτή, συνέχεια της γνωστής ανυπόστατης αισιοδοξίας που καθοδηγεί την πολιτική της από την Άνοιξη του 2015, «πατάει» τώρα στο υποτιθέμενο κεκτημένο της συμφωνίας: στο ότι για πρώτη φορά μετά το 2012, μια ελληνική κυβέρνηση παίρνει συγκεκριμένη δέσμευση για την ελάφρυνση του χρέους, με βάση τις προτάσεις του ESM, και μάλιστα πριν κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση. Ως συνήθως, όμως, η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη από την προπαγάνδα. Καταρχάς, γιατί η συμφωνημένη ελάφρυνση του ελληνικού χρέους περιλαμβάνει περισσότερο «ευκολίες πληρωμής» και λιγότερο «ελάφρυνση»: σταθερά επιτόκια αντί κυμαινόμενων, επέκταση ωριμάνσεων κ.ο.κ. Επιπλέον, γιατί η απόδοση των μέτρων αυτών, η μείωση δηλαδή του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, έχει ορίζοντα ...το 2060, και αφορά μια οικονομία που έχει θυσιάσει ήδη, σε έξι χρόνια «προσαρμογής», το 25% του ΑΕΠ της.

Το σημαντικότερο: η όποια ωφέλεια των μέτρων ελάφρυνσης εκμηδενίζεται από την απαίτηση για πλεονάσματα 3,5% κάθε χρόνο για αδιευκρίνιστο διάστημα μετά το 2018 – απαίτηση που δεν αποκρούει, αλλά αντίθετα, αντανακλά το γερμανικό αίτημα για λιτότητα μέχρι το 2028. Για να καταλάβει κανείς τι σημαίνει η απαίτηση αυτή, αρκεί να σκεφτεί ότι στη σημερινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, 1% πλεόνασμα σημαίνει αφαίρεση πόρων ύψους 1,85 δισ. ευρώ. Δεν πρόκειται για άψυχους αριθμούς στο χαρτί: το ποσό αυτό, επί 3,5 μάλιστα, θα λείψει από τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τις συντάξεις και τους μισθούς – και δεν θα επιστρέψει. Αν μάλιστα δεν μπορεί να φύγει «μόνο του», θα φεύγει με αυτόματη περικοπή, όπως προβλέπει ο κόφτης που «θεσμοθετεί» η συμφωνία για την οποία πανηγυρίζει η κυβέρνηση για μετά το 2018. Κι αν σε αυτά προστεθούν οι προβλέψεις για «βαθιές μεταρρυθμίσεις» στα εργασιακά και «άρση των εμποδίων στις επενδύσεις», που επίσης περιλαμβάνονται στο κείμενο της χτεσινής συμφωνίας, έχει κανείς ολόκληρη την εικόνα ενός ακόμα συριζικού σαξές στόρι. Όπως θα το έθετε και ο Γιώργος Κουρής, όποιος νομίζει ότι θα τάκανε καλύτερα η Δεξιά, ας μας το πει…

Όπως όλες τις προηγούμενες φορές, η κυβέρνηση στέλνει μήνυμα αυτοπεποίθησης και αισιοδοξίας: οι απαιτούμενες «μεταρρυθμίσεις» στα εργασιακά –αυτές δηλαδή που είθισται να αποδίδονται στο σατανικό ΔΝΤ--, δεν θα γίνουν αποδεκτές, με τη συνδρομή και της «Ευρώπης». Είναι όμως η ίδια η κυβέρνηση που έχει δηλώσει ότι θέλει τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα – και η συμμετοχή αυτή περιλαμβάνει αναπόφευκτα τις μεταρρυθμίσεις-που-δεν-θα-γίνουν-αποδεκτές. Η συμπληρωματικότητα, δηλαδή, των απαιτήσεων της «Ευρώπης» και του Ταμείου, η συμπληρωματικότητα και όχι η αντίθεση, επικυρώνεται πρώτα στην Ελλάδα. Με διαφορετική διατύπωση: αν πρέπει να πανηγυρίσουμε ότι η απόφαση του Eurogroup μας δίνει χρόνο (μέσω των «ελαφρύνσεων» στο χρέος), ο χρόνος αυτός, όπως πάντα, δεν είναι δωρεάν: είναι χρόνος για την προσαρμογή της κυβέρνησης το συντομότερο, για τη δημιουργία δηλαδή του πολιτικού συσχετισμού που θα στηρίξει τις απαιτούμενες «βαθιές» μεταρρυθμίσεις. Διαφορετικά, είναι χρόνος για να ετοιμάσει την απόδρασή της.

Ως και τα μέσα Ιανουαρίου, μέχρι δηλαδή το πρώτο «ορόσημο» για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης και την ένταξη της Ελλάδας στο φτηνό δανεισμό («ποσοτική χαλάρωση»), οι προβλέψεις για την έκβαση ίσως να είναι επισφαλείς: Θα συνεχίσει η κυβέρνηση; Θα πάμε σε οικουμενική, κυβέρνηση «δημοκρατικών δυνάμεων» ή «τεχνοκρατών»; Θα περάσει η σκυτάλη στη ΝΔ; Όποια κι αν είναι η απάντηση, το εξόφθαλμο για την ώρα είναι η απουσία οποιασδήποτε πραγματικής διάθεσης για σύγκρουση με την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία – τη στιγμή που αυτή απονομιμοποιείται ραγδαία σε κάθε γωνιά της Ευρώπης. Έχοντας στοιχηματίσει σε κουτσά άλογα (Ολάντ, Ρέντσι), κι έχοντας χάσει, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προσπαθεί να επιβιώσει με ένα παράδοξο μείγμα πολιτικής: ευρω-κομφορμισμός και «κόκκινη» λιτότητα στην οικονομία, εθνο-καθεστωτισμός στην εσωτερική πολιτική. Παρά δηλαδή την ανησυχία για την άνοδο της Ακροδεξιάς, η πρόσδεση του ΣΥΡΙΖΑ στην υπαρκτή «Ευρώπη», αυτήν που αποδεικνύεται εύφορο έδαφος για τους Φάρατζ, Γκρίλο και Λεπέν, βρίσκει όλο και πιο αποκαρδιωτικά πια το ισοδύναμό της στην αναβάθμιση των ΑΝΕΛ στο εσωτερικό: ξεκινήσαμε από το προσφυγικό, συνεχίσαμε στον ανασχηματισμό, προχωρήσαμε στο Κυπριακό και φτάσαμε, αισίως, στα απεχθή σόου τύπου Καστελλόριζου, στο ξέπλυμα δηλαδή των νεοναζί. Διόλου παράδοξα, όσο ταχύτερη η κατάρρευση στις δημοσκοπήσεις, τόσο ισχυρότερες οι δόσεις του αποτυχημένου μείγματος. Σα να μη σήμαιναν τίποτα η αποτυχία της φιλοευρωπαϊκής γραμμής των Βρετανών Εργατικών, η ήττα των «καθωσπρέπει» Δημοκρατικών στις ΗΠΑ και το φιάσκο του «συμμάχου» Ρέντσι. Σα να μην αποδείχτηκε ξανά και ξανά, με όλες τις επιμέρους διαφορές, πως η εμμονή στο «μικρότερο κακό» είναι η βασιλική οδός για το μεγαλύτερο.

Δεν πρόκειται, δυστυχώς, για ελληνική πρωτοτυπία. Όσο παράλογη κι αν δείχνει αυτή η ευρω-μακαριότητα μπροστά στην άνοδο της Ακροδεξιάς, όσο εξοργιστική κι αν είναι η αναισθησία για ό,τι έμεινε να θυμίζει δημοκρατία στην Ευρώπη, υπάρχει και στις δύο η ίδια ορθολογικότητα. Η γραφειοκρατία των Βρυξελλών γνωρίζει ότι μέχρι το 2050 οι ρυθμοί της οικονομικής ανάπτυξης θα παραμείνουν διεθνώς σε επίπεδα χαμηλότερα του αναμενόμενου, εκτίμηση που βεβαιώνει μεταξύ άλλων και ο ΟΟΣΑ. Παρά τις οιμωγές, λοιπόν, για την άνοδο του δεξιού «λαϊκισμού», οι ιεραρχήσεις θα μείνουν οι ίδιες που τον εκτίναξαν: Στην Ιταλία, είναι η διάσωση των ιταλικών τραπεζών, πιθανή κατάρρευση των οποίων θα σημάνει ένα επεισόδιο κρίσης τύπου Lehmann Brothers στη νιοστή – προς όφελος του Γκρίλο και της Λίγκας του Βορρά. Στην Ελλάδα, είναι η «άρση των δυσκαμψιών» στην αγορά εργασίας και των «εμποδίων» για τις επενδύσεις που θα φέρουν ανάπτυξη – δηλαδή των μισθών, των συμβάσεων και της νομοθεσίας για το περιβάλλον. Στη Γαλλία, είναι η περαιτέρω προσαρμογή του εργατικού δικαίου στην κατεύθυνση που έδειξε ήδη ο Ολάντ και οι απολύσεις που περιλαμβάνει η σκληρή ατζέντα Φιγιόν. Αν αυτά μπορούν να γίνουν μέσα στο κοινό νόμισμα, έχει καλώς: αλλιώς ποια θα είναι η βάση για το κοινό νόμισμα; Για τους θιασώτες του ακροδεξιού «λαϊκισμού», πάλι, ισχύει το ίδιο, αντίστροφα: αν μπορούμε να πληρώνουμε τους Βρετανούς, τους Γάλλους ή τους Έλληνες όσο τους εσωτερικούς μετανάστες, τι μας χρειάζεται άραγε το κοινό νόμισμα και η κοινή αγορά;

Τι θα γίνει με όσους ασφυκτιούν στην προοπτική αυτή, το απαντά κι αυτό η χτεσινή απόφαση του Eurogroup, προβλέποντας ένα «δίχτυ ασφαλείας» που θα εγγυάται τα ελάχιστα δικαιώματα. Δεν πρόκειται για απομεινάρι του περίφημου «παράλληλου προγράμματος». Είναι ο θρίαμβος της λογικής Χάγεκ: «Δεν υπάρχει κανένας λόγος», θα έλεγε κι αυτός, «γιατί, σε μια κοινωνία που έχει φτάσει σε ένα γενικό επίπεδο πλούτου, όπως η δική μας, το πρώτο επίπεδο ασφάλειας να μην είναι εγγυημένο για όλους χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ελευθερία. Αυτό σημαίνει: ένα ελάχιστο επίπεδο τροφής, στέγασης και ένδυσης, ικανό να διατηρήσει την υγεία. Ούτε υπάρχει κανένας λόγος να μην μπορεί το κράτος να οργανώσει ένα συνεκτικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης απέναντι στους πιο κοινούς κινδύνους για την ζωή, κινδύνους για τους οποίους λίγοι μπορούν να έχουν επαρκείς πόρους» (The Road to Serfdom, 1944).

Ελάχιστη δημοκρατία, ελάχιστα δικαιώματα: στη βάση αυτή συναντιούνται, μέσα στη σύγκρουσή τους, το ευρωπαϊκό Ακραίο Κέντρο και η ανερχόμενη ευρωπαϊκή Ακροδεξιά. Κι είναι στη βάση αυτή που το δίλημμα «καπιταλισμός ή δημοκρατία» δεν είναι κάποια προπαγανδιστική υπεραπλούστευση της πολιτικής σύγκρουσης, αλλά η τρέχουσα διαχωριστική γραμμή για την Αριστερά. Αυτή η τελευταία, είτε θα αντιπαρατεθεί από θέσεις αυτονομίας στην Ακροδεξιά και το ευρωπαϊκό Κέντρο (στη νεοφιλελεύθερη ή τη σοσιαλφιλελεύθερη εκδοχή του). Είτε θα προσαρτηθεί στη Σοσιαλδημοκρατία, στην «Αριστερά του μικρότερου κακού», ακολουθώντας την στην ελαχιστοποίηση μέχρι εξαφάνισης. Όχι μόνο της Αριστεράς. Και της δημοκρατίας.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι