Αριστεροί χωρίς κόμμα, δίχως Αριστερά, του Κωνσταντίνου Ζαγάρα

Η κρίση ταυτότητας, στρατηγικής και πολιτικής παρέμβασης που αντιμετώπιζε από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η παγκόσμια Αριστερά, φάνηκε να προσπερνιέται από τη στιγμή που αριστερά και φιλολαϊκά κόμματα βρέθηκαν στην διακυβέρνηση χωρών, όπως της Λατινικής Αμερικής και της Ελλάδας.

Τα συντρίμμια ωστόσο, που αφήνει πίσω η παταγώδης αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόσει ένα ριζοσπαστικό κοινωνικό πρόγραμμα και η εμφανής αδυναμία της ευρωπαϊκής Αριστεράς να ορθώσει το –μετρημένο, έστω- ανάστημά της προς τις κυρίαρχες δυνάμεις, έχουν, από καιρό, αλλάξει το ευνοϊκό, για την ίδια, κλίμα. Ταυτόχρονα, με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι φιλολαϊκές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι παγκοσμίως η Αριστερά βιώνει στις μέρες μας μια βαθύτατη κρίση υπαρξιακής επιβίωσης, ανάλογη του καιρού της πτώσης των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Τα σημάδια της εποχής προδιαθέτουν ότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο ιστορικής καμπής. Ο νεοσυντηρητισμός και ο νεοφιλελευθερισμός επελαύνουν, τη στιγμή που ο φανατισμός, η βία και η μισαλλοδοξία βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου βίου. Το μέλλον φαντάζει απελπιστικά δυσοίωνο για τον κόσμο και ιδιαίτερα για τις χαμηλές κοινωνικές τάξεις.

Η ελληνική περίπτωση

Χρόνια πριν, ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε μια προσπάθεια να ξεφύγει από το καλούπι του «καλού παιδιού του συστήματος. Στην πορεία όμως, προς την διακυβέρνηση της χώρας, άλλαξε ρότα. Από τη στιγμή που φάνηκε ότι είναι η διάδοχη κατάσταση της κυβέρνησης Σαμαρά, δεν αμφισβήτησε ποτέ την αστική πολιτική στρατηγική. Εντάχθηκε σε αυτή ως μια προοδευτική- δημοκρατική εκδοχή της, προσπαθώντας αυτό το διάστημα να κατακτήσει την κρατική εξουσία, γινόμενος μέρα με τη μέρα ο ίδιος κρατική μηχανή. Η ηγετική του ομάδα δεν κατόρθωσε ποτέ να θέσει στο επίκεντρο της πολιτικής της μια αντίληψη βασιζόμενη στα δεδομένα της κρίσης, η οποία θα άνοιγε το δρόμο στην αντικαπιταλιστική προοπτική. Περιορίστηκε σε κοντόφθαλμες και βραχυπρόθεσμες «απαντήσεις» με αποτέλεσμα την ανακύκλωση των αδιεξόδων. Απέτυχε να καταργήσει την υπάρχουσα μορφή της κοινωνικής ιεραρχίας, αφομοιώθηκε και δεν διανοήθηκε στιγμή να αμφισβητήσει πραγματικά τα δομικά χαρακτηριστικά της Ε.Ε. και της ευρωζώνης.

Στη δύση του 2016, η αντίστροφη μέτρηση για τον ΣΥΡΙΖΑ (και τους ΑΝΕΛ) έχει ξεκινήσει και τίποτα πια δεν φαίνεται ικανό να αντιστρέψει την κατάσταση, ακόμη- ακόμη και οι πρόσφατες δηλώσεις Ομπάμα στην Αθήνα.

Από τον ΣΥΡΙΖΑ στην… αποχή

Το 2011, λίγους μόνο μήνες μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου από την κυβέρνηση Παπανδρέου, οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ μετακινούνταν αθρόα σε άλλα κόμματα και κυρίως προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Σήμερα, το ίδιο σκηνικό- οι ψηφοφόροι να εγκαταλείπουν ένα κόμμα που εκλέχθηκε με άλλες προσδοκίες και άλλα να εφαρμόζει- επαναλαμβάνεται, με τη βασική διαφορά ότι οι περισσότεροι απογοητευμένοι ψηφοφόροι από την κυβέρνηση Τσίπρα, παραμένουν, στον κύριο όγκο τους, είτε στη «δεξαμενή» της αδιευκρίνιστης ψήφου, είτε οδηγούνται στην αποχή.

Είναι ευδιάκριτο πως η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ καταγράφεται στο συλλογικό υποσυνείδητο ως ήττα συνολικά των δυνάμεων της Αριστεράς και του πολιτικού συστήματος εν γένει. Έτσι, με την  αποτυχία του ίδιου να εφαρμόσει μια εναλλακτική πολιτική πέρα από τη λιτότητα και την ύφεση,  ανοίγει τον δρόμο στην Ν.Δ. του Μητσοτάκη, γεννά τυφλά χτυπήματα και ενισχύει την ακροδεξιά. Συνεπώς, δεν είναι το «σύστημα»- μέρος του οποίου είναι ο ΣΥΡΙΖΑ-, αλλά η πολιτική που ασκεί η  κυβέρνηση, η οποία ευθύνεται για την καθημερινή φθορά και την προδιαγεγραμμένη κατάρρευσή του.

Κι εδώ τίθεται το ζήτημα, πως αν στην περίπτωση του ΚΚΕ μπορεί κανείς να εντοπίσει τη ρίζα του προβλήματος- για ποιο λόγο οι αριστεροί ψηφοφόροι δεν στρέφονται σε αυτό- στο ρόλο που έχει επιλέξει για το ίδιο η ηγεσία του εδώ και χρόνια- ρόλο υποστηρικτή του αστικού συστήματος-, το ζητούμενο είναι τι γίνεται από κει και πέρα.

Με δίχως ιδέες και δίχως σημαίες

Μετά από πολύχρονους αγώνες, οι οποίοι έχουν ατονήσει, σε μια κοινωνία που πλήττεται από τη λιτότητα και τη φτώχεια, τα αριστερά σχήματα παραμένουν δυνάμεις, σχεδόν, περιθωριακές. Διαιρεμένες τόσο μεταξύ τους, όσο και στο εσωτερικό τους, αδυνατώντας να καρπωθούν το μέγιστο από την λαϊκή δυσαρέσκεια.

Η επόμενη μέρα της υπογραφής του τρίτου μνημονίου από την πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έδωσε σε κανέναν- απ’ όσους ακολούθησαν άλλο δρόμο- τη σιγουριά για το ποιο πρέπει να είναι το επόμενο βήμα. Κι έτσι πορεύονται πολλοί εξ ημών μέχρι τώρα. Αριστεροί χωρίς κόμμα, χωρίς Αριστερά.

Κι αν οι αριστεροί περασμένων γενεών ήταν δοσμένοι στην υπόθεση της Αριστεράς ολοκληρωτικά, με ψυχή και σώμα. Τα επόμενα χρόνια, η οργανωτική σχέση των αριστερών με τις κομματικές δομές όλο και περισσότερο χαλάρωνε. Σήμερα, η αποχή από τις οργανωτικές και πολιτικές διαδικασίες, τις κινηματικές διεργασίες και τον συνδικαλισμό, κυριαρχεί. Στο πολιτικό πεδίο παραμένουν οι επαγγελματίες της πολιτικής, ενώ πολλοί που πίστεψαν στην υπόθεση του ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζουν να   βιώνουν τη μελαγχολία της μεγάλης διάψευσης.

Μέσα όμως, σε όλη αυτή την κατάσταση, δεν είναι μόνο η κομματική στέγη που χάθηκε. Είναι η αίσθηση της ένταξης σε μια συλλογικότητα που συγκροτούσε την αριστερή ταυτότητα του σήμερα. Η πεποίθηση ότι τα πράγματα μπορούν και θα αλλάξουν.

Μπορεί το μέλλον να είναι η συνέχιση του παρελθόντος;

Σε αυτό το πλαίσιο και καθώς η Αριστερά έχει συνδεθεί με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου και τις άγριες πολιτικές λιτότητας, θα ήταν σκόπιμο για ορισμένους να αποβάλλουμε την Αριστερά από το πολιτικό μας λεξιλόγιο, καθότι υπεύθυνη για τα δεινά μας. Οι τυχοδιωκτισμοί όμως και οι εύκολες λύσεις της στιγμής, δεν μπορούν να σε οδηγήσουν στο τέλος της διαδρομής.

Επειδή η σημερινή απόληξη της Αριστεράς, δεν είναι μοιραία, οφείλουμε να ξαναδούμε τα πράγματα από άλλη οπτική. Να διαμορφώσουμε με σαφήνεια την φυσιογνωμία και τον πολιτικό λόγο μιας Αριστεράς όχι κακέκτυπο ή επανάληψη του ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε όμως και αγκιστρωμένη στην παρελθοντολογία, με άρωμα μαυσωλείου, όπως του ΚΚΕ. Μιας νέας Αριστεράς μακριά από ατέρμονες συζητήσεις, απωθητικές εκδηλώσεις, ανάλωσης στα οργανωτικά ζητήματα και ψυχαναγκαστικής ενασχόλησης με τα ίδια και τα ίδια. Μιας Αριστεράς ανοιχτών οριζόντων, απομακρυσμένη από κάθε είδους δογματισμό και λογικές «καθαρότητας», με διάθεση να ξαναδεί τη μεγάλη εικόνα, την οποία οφείλει να στοιχειοθετήσει. Μιας Αριστεράς η οποία θα  ξεφύγει οριστικά από τη γοητεία της «πιασάρικης» ατάκας, του εύκολου αφορισμού και της καταγγελίας, της οργάνωσης των κλειστών οριζόντων και της υπερπολιτικοποίησης.

Στο σημείο που βρισκόμαστε, όλα πρέπει να φτιαχτούν από την αρχή. Να οργανώσουμε τη σκέψη μας στη βάση της νέας πραγματικότητας, να μιλήσουμε για την πολιτική με νέο τρόπο, να ξαναδώσουμε νόημα στις λέξεις, να στηριχθούμε και να ζωντανέψουμε μορφές αγώνα, κοινωνικής αλληλεγγύης και συνεργασίας.

«Όλος ο κόσμος ξέρει»

Πέρα όμως από την απλή και εύκολη κριτική η Αριστερά πρέπει να δώσει σαφείς και κατανοητές απαντήσεις σε δύσκολα και με κόστος ερωτήματα. Εκεί θα κριθεί εν πολλοίς και η σημασία της ύπαρξής της.

Στο μονοπάτι, που θέλοντας ή μη θα βαδίσει, η αοριστία δεν έχει χώρο. Κάποτε, στην Σοβιετική Ένωση, κυκλοφορούσε ένα ανέκδοτο για κάποιον αντιφρονούντα, ο οποίος βλέποντας την κατάσταση πως ήταν αναγκάστηκε να μοιράσει προκηρύξεις στην Κόκκινη Πλατεία χωρίς όμως κείμενο. Όταν τον συνέλαβαν έδωσε την εξήγηση πως «δεν υπάρχει λόγος να γράφει κανείς, όλος ο κόσμος ξέρει». Μπορεί το ανέκδοτο να προκαλούσε γέλιο, αν το καλοσκεφτεί όμως κανείς δεν είναι αστείο, για το λόγο ότι ο απερίσκεπτος αντιφρονών δεν ήξερε στην πραγματικότητα τι να γράψει. Μεταφερόμενοι στην σημερινή πραγματικότητα, το ζητούμενο είναι να μη βρεθούμε στην ίδια θέση, μιλώντας με λόγο κενό. Από το «όλος ο κόσμος ξέρει» μέχρι το τι λέμε, υπάρχει δρόμος πολύς να διανύσουμε, αλλά με τα περιθώρια του πολιτικού χρόνου να μας περιορίζουν.

Με την Αριστερά

Ανάμεσα στα προβλήματα και τους ατέρμονους συμβιβασμούς που έχουμε να διανύσουμε το ζήτημα δεν είναι το ποιος θα αντέξει και το ποιος όχι. Ούτε όμως και  χωράνε μελοδραματισμοί του στυλ ότι « εμείς συνεχίζουμε ακάθεκτοι, κόντρα στο καιρό». Σημασία έχει ότι παρά τις διαβεβαιώσεις των νέων θεολόγων της ιστορίας περί του ενός δρόμου, η υπόθεση της Αριστεράς, όσο υπάρχει η ανάγκη του ανθρώπου να δώσει λύσεις στα προβλήματά του, δεν παύει να υπάρχει.

Είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού ότι όπως η πολυεπίπεδη κρίση που βιώνουμε δεν είναι αποτέλεσμα μιας γραμμικής πορείας, αλλά εντάσσεται σε μια δραματική διαδικασία με μεγάλο κόστος, έτσι θα είναι και η διαδικασία υπέρβασής της.

Μια Αριστερά βγαλμένη από την ιστορία της, τα κινήματα και τους νέους αγώνες που θα έρθουν, θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα γεγονότα χωρίς απελπισία, αλλά και χωρίς αυταπάτες.

Για να αντιταχθεί και να υπερνικήσει ένα πανίσχυρο, όπως φάνηκε, σύστημα, χρειάζεται, όπως έγραφε κάποτε και ο Λούτσιο Μάγκρι, ένα εξίσου συνεκτικό εναλλακτικό πολιτικό πρόγραμμα και ένα ριζοσπαστικό σύστημα αξιών, τη δύναμη να τα επιβάλλει και την ικανότητα να τα διαχειριστεί. Ένα κοινωνικό μπλοκ που να τα υποστηρίζει, καθώς επίσης τα αναγκαία πολιτικά βήματα και τις συμμαχίες που θα εξυπηρετούν αυτό το στόχο. Χρειάζεται, να επανασυστήσουμε τη διαδρομή ενός τιτάνιου εγχειρήματος…, χωρίς να αξιώνουμε μια αδύνατη ουδετερότητα και χωρίς εκπτώσεις, αλλά αναζητώντας μια προσέγγιση της αλήθειας.

Στην αυγή μιας νέας εποχής, κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ευρωζώνη  βρίσκονται σε πλήρη περιδίνηση, χρειαζόμαστε έναν πολιτικό χώρο που δεν θα διεκδικεί απλά να είναι μια κουκκίδα στον κοινοβουλευτικό χάρτη, αλλά θα επιδιώκει να αναδειχθεί στον κεντρικό παράγοντας μιας ιστορικής διαδικασίας σε εξέλιξη. Ένα ανατρεπτικό κίνημα που να μπορεί να συγκρουστεί και να αλλάξει την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων, προς όφελος όσων δεν έχουν να χάσουν τίποτα.

Πηγή: tvxs

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι