• /var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2016/09/160918 federico garcia lorca 6

«Είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς», του Θανάση Γιούνη

Ογδόντα χρόνια από τη δολοφονία του Federico Garcia Lorca

Ο θάνατος στο έργο του Λόρκα και ο ποιητικός αντίκτυπος από τη δολοφονίας του 

Αν φύγω απ’ τη ζωή / Το παραθύρι αφήστε το ανοιχτό / Τρώει τα πορτοκάλια το παιδί/ / Κι απ’ το παραθύρι το κοιτώ / Τα στάχια ο θεριστής θερίζει / Κι’ από το παραθύρι τα κοιτώ
Αποχαιρετισμός

Η ποιητική του θανάτου συνδέεται με τις αναπαραστάσεις του στη λαϊκή κουλτούρα και παράδοση της Ισπανίας. Ο Λόρκα ανήκει στη  γενιά του  1927, μαζί με τον Ραφαέλ Αλμπέρτι, τον Χόρχε Γκιγιόν, τον Λουις Θερνούδα και άλλους, που γιόρτασε τα 300 χρόνια από το θάνατο του ποιητή Δον Λουις ντε Γκόνγκορα πίνοντας, ξενυχτώντας και απαγγέλλοντας  στίχους. Η γενιά αυτή βρίσκεται ανάμεσα στα νέα ρεύματα και στην Hispanidad, την Ισπανική δηλαδή ποιητική παράδοση. Πιο ειδικά, ο Λόρκα γίνεται φορέας του «αθιγγανισμού»  κι έτσι η παράδοση του canto Jondo και  του romancero φιλτράρεται μέσα από τον ντανταϊσμό, το φουτουρισμό, και κυρίως, μέσα από τις υπερρεαλιστικές μεταφορές. Διαμορφώνεται, έτσι, ένα εντελώς προσωπικό ύφος κι ένα διττό αίτημα για πρωτοπορία και λαϊκότητα.

Πολύ εύστοχα έχει ειπωθεί από τον πεζογράφο Ραμόν Σέντερ ότι στην περίπτωση του Λόρκα δεν έχουμε να κάνουμε με φολκλορισμό αλλά με φολκ λορκισμό.

Η νέα ποιητική πλειάδα του ‘27 διατηρεί την επικοινωνία με την προηγούμενη γενιά του 1898 (Ουναμούνο, Αντόνιο Ματσάδο, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ).

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα εμφανίζεται η ερωτική σχέση με το θάνατο, το duende, αυτός ο δύσκολα προσδιορίσιμος από εμάς όρος, το διονυσιακό πνεύμα του θανάτου. «Το duende είναι η κρυφή ψυχή των πραγμάτων. Ζει μονάχα σε αστραφτερές στιγμές στην ανθρώπινη ζωή και είναι ο μοναδικός λόγος ομορφιάς της. Το duende είναι η διονυσιακή απειλή του θανάτου που βακχεύει την ανθρώπινη ύλη και την απαθανατίζει σε μερικές μονάχα, αλλά συγκλονιστικές στιγμές» (Τάσος Λιγνάδης: Ο Λόρκα και οι ρίζες, 1992). Ο Λόρκα, μιλώντας για το duende στη διάλεξη «Ντουέντε,  Ρόλος και θεωρία», το αναγνωρίζει σε όλες τις μορφές τέχνης, με κορυφαία έκφραση την ταυρομαχία. «Ο ταυρομάχος που τον δαγκώνει το ντουέντε, δίνει ένα τέλειο μάθημα Πυθαγόρειας μουσικής, τόσο τέλειο, που ξεχνάμε πως ρίχνει συνέχεια την καρδιά του στα θυμωμένα κέρατα του ταύρου».

Κορυφαίο δείγμα για την παραπάνω θεώρηση αποτελεί Ο Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας,  ταυρομάχο και φίλο του ποιητή, που σκοτώθηκε στην αρένα. Σε τέσσερα μέρη, και με όλα τα λαϊκά μοτίβα, το ποίημα ξεδιπλώνει τη συμπύκνωση του χρόνου στο γεγονός του θανάτου «πέντε η ώρα που βραδιάζει», την άρνηση να δει ο ποιητής το χυμένο αίμα του  Ιγνάθιο («δε θέλω να το βλέπω») , τη μηδενιστική δύναμη του θανάτου, την αποδοχή με μόνη λύτρωση το τραγούδι («Κανείς δε σε γνωρίζει πια, μα εγώ σε τραγουδάω».  Ακόμα και στην Ωδή στον Walt Whitman, που είναι γραμμένη σε υπερρεαλιστικό ύφος, υπάρχει η καταλυτική δύναμη του θανάτου: «Κι εσύ ωραίε Walt Whitman κοιμού, τίποτε δεν απομένει» – όπως στο Γ’ μέρος του Θρήνου: «Πήγαινε Ιγνάθιο. Κοιμήσου, πέτα , ησύχασε, κι η θάλασσα πεθαίνει».

Ο θάνατος ποτέ δε θα είναι οικείος

Εξαιρετικά ο Τάκης Βαρβιτσιώτης στο δοκίμιό του «Λόρκα, ένας περιπαθής του Ονείρου» αναλύει την ποιητική άρση του αμετάκλητου αδιεξόδου του θανάτου. Στον Ανδαλουσιανό ποιητή ο  θάνατος ποτέ δε θα είναι οικείος όπως στον Ρίλκε, δεν θα καταυγάζει φως όπως στον Μότσαρτ, δεν θα αποβάλλει ποτέ την αποτρόπαιη όψη του και τη μηδενιστική σημασία του. Δύο επιλογές: Να συμφιλιωθεί με το θάνατο μέσα σε μια χριστιανική εγκατάλειψη στην αιωνιότητα ή να εξεγερθεί, ν’ αγκαλιάσει με πάθος τη γήινη πραγματικότητα, τον αισθητό κόσμο, το παρόν, συμπυκνώνοντας την ολότητα του χρόνου σε μια στιγμή. Ακολουθεί τον δεύτερο δρόμο : «Τη γη Θεέ μου, τη γη αναζητώ».

Ο θάνατος ως μοιραίο γεγονός και ως λύτρωση ακολουθεί τους Λορκιανούς χαρακτήρες και τον ίδιο τον δημιουργό, όπως στο «Ματωμένο Γάμο», που αισθητοποιείται με δύο χαρακτήρες, τη Ζητιάνα (La muerte) και το Φεγγάρι (La Luna ). Η Ζητιάνα έχει το όνομα του θανάτου, που στα Ισπανικά είναι θηλυκό.  Το Φεγγάρι ζητάει να χυθεί αίμα και η Ζητιάνα φέρνει κοντά το Γαμπρό και το Λεονάρντο που θα αλληλοσκοτωθούν: «Καρφιά του Φεγγαριού κάρφωσαν / τη μέση μου με τους γοφούς σου / θα μας χωρίσουν μόνο/ όταν θάχω πεθάνει».

Συνεχίζοντας στο έδαφος της δραματουργίας του Λόρκα, βρίσκουμε το Θάνατο στο «Σπίτι της Μπερνάλντα Άλμπα» να κυριαρχεί πάνω στον Έρωτα. Η μάνα μετά το θάνατο του άντρα της οχυρώνει το σπίτι από κάθε πιθανότητα χαράς και έρωτα. Η καταπίεση της μάνας στα κορίτσια, η απαγόρευση της επαφής με τους άντρες, προσημαίνουν το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο και η αυτοκτονία της Αδέλα ρίχνει τη βαριά κουρτίνα του πένθους.

Στη «Γέρμα», ψυχολογικό δράμα  που κλείνει την τριλογία της Ισπανικής Υπαίθρου του Λόρκα, η στείρα και εμμονική  ηρωίδα φτάνει στο αποτρόπαιο έγκλημα και ξανά ο θάνατος σφραγίζει όλες τις ματαιώσεις της ζωής των γυναικών.

Στον «Έρωτα του Δον Περλιμπλίν και της Μπελίσα στον κήπο», ο Λόρκα συνδυάζει αριστοτεχνικά το κωμικό και το τραγικό αναζητώντας την ψυχική ουσία του Έρωτα. Η νεαρή και όμορφη Μπελίσα απατά ασύστολα το αγαθό γεροντοπαλίκαρο. Αυτός μεταμφιέζεται σε νέο, φλογερό εραστή, την ξελογιάζει, κρυμμένος σε μια κόκκινη κάπα, και αυτοκτονεί. Με το θάνατό του προσφέρει στην επιφανειακή και χάρτινη Μπελίσα την ψυχή που της λείπει κι αυτή τον αγαπά νεκρό πια.

Ο ίδιος ο Λόρκα  διαισθάνεται το θάνατο.  Σε μια συνέντευξη στο Μπουένος Αϊρες εξομολογείται «Α, ο θάνατος είναι παντού κυρίαρχος. Δε μένω στο κρεβάτι με τα παπούτσια μου. Μόλις κοιτάζω τα πόδια μου, η αίσθηση του θανάτου με πνίγει. Έτσι, στηριγμένα στις φτέρνες, μου θυμίζουν τα πόδια των νεκρών που είδα σαν παιδί».

Ο Σαλβαδόρ Νταλί μας παραδίδει πως ο ποιητής αστειεύονταν με τον θάνατό του, τον σκηνοθετούσε, και τότε τα χαρακτηριστικά του φωτίζονταν με μια υπερβολική χάρη.

Στον «Διάφανο Θάνατο» και τη «Γκασέλα του σκοτεινού θανάτου», ο ίδιος εκφράζει την επιθυμία να γυρίσει σε μια ανόργανη κατάσταση: «Να κοιμηθώ για μια στιγμή / για ένα λεπτό / για έναν αιώνα». Στο ποίημα «Επιστροφή από έναν περίπατο», δολοφονημένος απ’ τον Ουρανό, αφήνει να μακρύνουν τα μαλλιά του. Στο «Τραγούδι του καβαλάρη» στη μακρινή και μόνη Κόρδοβα, γράφει: «…αχ τι δρόμος μακρύς/ αχ γενναίο άλογό μου/ αχ και με περιμένει ο θάνατος / πριν φτάσω στην Κόρδοβα». Κι είναι ακόμα το συνταρακτικό θέαμα που αντίκρισε και εξομολογήθηκε στον Pablo Neruda: Μια αυγή στην Εστρεμαδούρα ένα αρνάκι ξεκόπηκε απ’ το κοπάδι. Από έναν έρημο πύργο όρμησαν εφτά κατάμαυρα γουρούνια και το κατασπάραξαν.

Τέλος προφητικά συγκλονίζει: «Το κατάλαβα πως με είχαν δολοφονήσει/ ερεύνησαν τα καφενεία, τα νεκροταφεία, τις εκκλησίες/ έψαξαν στα βαρέλια, στα ντουλάπια/ εσύλησαν τρεις σκελετούς για να τραβήξουν τα χρυσά τους δόντια/ μα δε με βρήκαν/ ποτέ δε με βρήκαν/ όχι, ποτέ δε με βρήκαν» («Μύθος και κυκλικό τραγούδι για τρεις φίλους», απ’ τη συλλογή «Ο ποιητής στη Νέα Υόρκη»).

Το σώμα του δε βρέθηκε ποτέ.  Το φασιστικό απόσπασμα των Φρανκιστών τον σκότωσε στις 19 Αυγουστου 1936 κοντά στο Βιθνάρ, στη Φουέντε Γκράντε, που οι Άραβες στον καιρό τους την ονόμαζαν Αϊναδαμάρ, δηλαδή Πηγή των Δακρύων (βλ. Νίκος Γκάτσος, «Η πηγή των δακρύων»). Τι απομένει; Η ποίηση, το τραγούδι. Παραλλάσσοντας ελαφρά το ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου «Υπερρεαλισμός της ατέρμονος ζωής », η Ιωάννα Ναούμ γράφει: « Το νεκρικό κιβούρι του ποιητού/  θα γενεί πάλι η σαρμανίτσα του/ του τάφου του το κυπαρίσσι /πάλι η κουδουνίστρα/ που θα κραδαίνει / στα φωτεινά τα χέρια του» (Ιωάννα Ναούμ, «Ο ποιητής κι ο θάνατος»).

Ο αντίκτυπος της δολοφονίας του Λόρκα στην ποίηση

Η δολοφονία του Λόρκα συγκλόνισε. Η είδηση κυκλοφόρησε έπειτα από τρεις εβδομάδες. Ήταν ήδη γνωστός στον Ισπανόφωνο και Ευρωπαϊκό κόσμο. Πολλά ποιήματα αφιερώθηκαν στο όνομά του. Συνοπτικά και ενδεικτικά, απ’ τους κοντινούς του και Ισπανόφωνους πρέπει να σταθούμε στα τρία σονέτα του Ραφαέλ Αλμπέρτι, «Φθινόπωρο», «Χειμώνας», «Άνοιξη», αφιερωμένα στον ποιητή από τη Γρανάδα. Επίσης, στο τρίπτυχο ποίημα του Αντόνιο Ματσάδο «Το φονικό έγινε στη Γρανάδα» (Μιλούσε ο Φεδερίκο/ και χαριεντιζονταν με το θάνατο … σου τραγουδώ τη σάρκα που δεν έχεις/ τα μάτια που σου λείπουν/ τα μαλλιά που σου τάπαιζε ο άνεμος/ τα κόκκινα χείλη που σου φίλησαν). Και τέλος στην Ωδή του Νερούντα στο Λόρκα (τα δύο τελευταία μετέφρασε στα ελληνικά ο Κλείτος Κύρου).

Στην Ελλάδα ο Νίκος Καζαντζάκης στην Καθημερινή κραυγάζει «σκότωσαν το Λόρκα», ενώ ο  Στρατής Τσίρκας και ο Langston Hughes γράφουν τον «Όρκο στο δολοφονημένο ποιητή Λόρκα», που εκφωνείται από τον Λουί Αραγκόν στο Παγκόσμιο Συνέδριο για την Υπεράσπιση της Ποίησης από τον πόλεμο και το φασισμό.

Στο θρυλικό πια «Federico Garcia Lorca» του Νίκου Καββαδία από το «Πούσι», συνδέονται συνειρμικά ο Ισπανικός Εμφύλιος και η εθνική αντίσταση στην Ελλάδα: «Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;». Ο Νίκος Εγγονόπουλος, στο ποίημα «Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου 1936 μέσα στο χαντάκι  του Καμίνο  Ντε Λα Φουέντε», διαπιστώνει θλιμμένα πως «η ποίηση δε μας βοηθάει να ζήσουμε/ μας βοηθάει να πεθάνουμε». Ο ίδιος οικτίρει τους γραφιάδες που γράφουν για τις μυστηριώδεις συνθήκες της εκτέλεσης του «κακορίζικου του Λόρκα υπό των φασιστών» και καταλήγει: «Μα επιτέλους πια ο καθείς γνωρίζει πως/  από καιρό τώρα και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα «’είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς’».

Ο Νίκος Καρούζος γράφει τη Μουλέτα: «Δωρεάν η ζωή Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα/ δωρεάν κι ο θάνατος», με τον περίφημο στίχο « Ισπανία, αυθεντία στο θάνατο», που κάλλιστα θα μπορούσε νάχει γράψε κι ο Ισπανός ποιητής. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, στη «Γαζέλα του Μαύρου θανάτου», διακειμενικά αναφέρεται στην ομώνυμη γκασέλα του Λόρκα: «Θέλω να κοιμηθώ των μήλων τον ύπνο/ για να μάθω κάποιο θρήνο που θα με καθάρει απ’ το χώμα/ γιατί θέλω να ζήσω μ’ εκείνο το παιδί το σκοτεινό/ που ήθελε στ’ ανοιχτά νερά να κόψει την καρδιά του Φ. Λόρκα».

Θα ήθελα να κλείσω με ένα δυνατό ποίημα του πρόωρα χαμένου Χρήστου Μπράβου, δημοσιευμένο  στα 50 χρόνια απ’ τη δολοφονία του ποιητή, το «Σονέτο του σκοτεινού θανάτου»:

Της νύχτας και του ανέμου Federico
García Lorca, πέφτει π έ ν τ ε η ώρα.
Τ’ άλογο πάει μιαν άδεια νεκροφόρα
στ’ αλώνι πολεμά ταύρος με λύκο.

Σε παίρνει η δημοσιά, για να σε βγάλει
κει που η αστραπή κλωσσάει την αστραπή της.
Του φεγγαριού το πέταλο, μαγνήτης,
σέρνει το ματωμένο σου κεφάλι

κουρέλια φασκιωμένο της παντιέρας.
Φυσάει σκοτεινού θανάτου αέρας –
και πού να είν’ εκείνο τ’ άσπρο σάλι
που σού ’ριξε, όταν σ’ έπαιρναν, η νύφη;

Σκυλί τρελό τα κόκαλά του γλείφει
και σ’ άλλον κόσμο αρχίζει καρναβάλι.

  • Το κείμενο δημοσιεύτηκε επίσης στην εφημερίδα Εποχή
Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι