• /var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2016/01/160121 12571195 10153857730009591 1263092088 n

Για την παράσταση «Ο Μαδαφάκας με το καπέλο»: της Μαρίας Θανασούλια

«Yo listen up here’s a story
About a little guy that lives in a blue world
And all day and all night and everything he sees
Is just blue like him inside and outside»

 

Θέατρο Skrow: Ο ΜΑΔΑΦΑΚΑΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΠΕΛΟ του Stephen Adly Guirgis σε σκηνοθεσία Θάνου Τοκάκη

Σπύρου Μερκούρη, περπατώντας προς το θέατρο Skrow της Αρχελάου:

- Ξέρεις, ο Guirgis πήρε Poulitzer το 2015 για το «The Motherfucker With the Hat». Λες να είναι τόσο καλό κείμενο;
- Και να είναι, αν είναι κακή η παράσταση δε θα το καταλάβουμε. Εδώ έχουμε δει παραστάσεις που κατάφεραν να βγάλουν μαλάκα τον Τσέχοφ.

Αυτά ειπώθηκαν μεταξύ εμού και της φίλης μου πριν μπούμε χθες στην παράσταση “Ο μαδαφάκας με το Καπέλο” σε σκηνοθεσία Θάνου Τοκάκη. Ένας νέος θίασος, ένα καινούριο έργο που παίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και ένας νέος σκηνοθέτης δε μπορούν παρά να αποτελούν πρόκληση για το θεατή.

Το έργο αυτό του Guirgis θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μία σπιντάτη φάρσα με μπινελίκια και εκεί να τελείωνε η ιστορία. Δε γίνεται όμως να παραβλέψεις το ηθικό ζήτημα που θέτει θίγοντας το πόσο σχετικές είναι οι έννοιες του καλού–κακού, του ορθού–λάθους, της παρακμής–κανονικότητας. Είναι δύσκολο να μην αντιληφθείς πως στο βάθος του και πέρα από την κωμωδία και τα δραματικά ξεσπάσματα, αυτό το έργο αφορά την ηθική και την τιμιότητα.

Ο Θάνος Τοκάκης στη δεύτερη σκηνοθετική του απόπειρα καταφέρνει να αναδείξει όλα τα παραπάνω μέσα από τη δική του ματιά. Για την ακρίβεια τα αναδεικνύει μέσα από τη σκοπιά της γενιάς του, παρεμβαίνοντας σε σημείο «διασκευής» του έργου και φέρνοντάς το στα μέτρα των σύγχρονων Ελλήνων «τριαντακάτι», με τις άπειρες παγκοσμιοποιημένες αναφορές στην ποπ κουλτούρα και τις εντελώς προσωπικές ματαιώσεις. Αν κάτι χαρακτηρίζει έντονα αυτήν την παράσταση είναι η απεύθυνση σε μία συγκεκριμένη γενιά. Δύσκολα κάποιος άνω των 45 και κάτω των 25 θα ταυτιστεί απόλυτα και θα αντιληφθεί αυτή την οπτική.

/var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2016/01/160121 12596130 10153857731079591 678094347 n

Ένα πρώην αλκοολικό βαποράκι (Ορφέας Αυγουστίδης) αποφυλακίζεται. Επιστρέφει ως πολίτης στην οριακή και ακόμα εξαρτημένη γυναίκα της ζωής του, το Μπεμπέ όπως την αποκαλεί (Ειρήνη Φαναριώτη). Είναι το κορίτσι του από το γυμνάσιο και παρόλες τις παρεκκλίσεις αυτό που επιθυμούν και οι δύο είναι μία «κανονική ζωή». Σε αυτή την όχθη της «κανονικής ζωής» βρίσκεται ο επόπτης του από τους Ανώνυμους Αλκοολικούς (Κώστας Κορωναίος), ο οποίος απεξαρτημένος πια ζει με τη σύζυγό του (Ειρήνη Μπούνταλη) μία κανονικότητα που περιλαμβάνει plasma τηλεόραση, ορθοφαγία με κινόα, γιόγκα και μανιοκατάθλιψη. Ένα καπέλο αγνώστου ταυτότητας δίπλα στο κρεβάτι της εξαρτημένης Μπεμπέ γίνεται η αφορμή για μία σειρά από περιστατικά όπου ο Εποπτευόμενος (Ορφέας Αυγουστίδης) ψάχνει να βρει τον εραστή της κοπέλας του.

Δύο κόσμοι που συγκρούονται, αλλά καταλήγουν στον ίδιο παρονομαστή. Η απόλυτη παρακμή με την επιβεβλημένη κανονικότητα. Κοινές επιθυμίες, άλλοι δρόμοι, ίδια αδιέξοδα. Μέσα σε όλο αυτό, μια μορφή φαινομενικά παράταιρη με στοιχεία ψυχαναλυτή που καθοδηγεί υπογείως: ο ξάδερφος Χούλιο (Αντρέας Κοντόπουλος). Λατίνος, με αμφίβολη σεξουαλικότητα, απόλυτα ήρεμος, με ένα μοναδικό αίτημα: να αγαπηθεί και να είναι αποδεκτός. Η ιδιαιτερότητα αυτού του χαρακτήρα έγκειται στο ότι θέτει τελικά τον άξονα όλης αυτής της φάρσας. Την ανάγκη για αγάπη και αποδοχή.

/var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2016/01/160121 12607310 10153857730539591 746119097 n

Όλοι οι ήρωες είναι συνεπείς μέχρι τέλους στις ανάγκες και τις επιθυμίες τους. Αυτό που τους διαφοροποιεί είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί ο καθένας για να φτάσει σε αυτές. Εκεί μπαίνει το ζήτημα της «τιμής» και της «ηθικής». Εκεί θα δούμε την απόλυτη κανονικότητα και το καθώς πρέπει να σέρνονται στη λάσπη και το περιθώριο να στέκεται στις αξίες του σθεναρά.

Όλες οι ερμηνείες σε αυτήν την παράσταση είναι υποδειγματικές. Ο Μάμετ που αντιμετωπίζει τον ηθοποιό απλώς ως μέσο, υποστηρίζει πως αν ένα έργο είναι καλό, ο ηθοποιός δε χρειάζεται να κάνει και πολλά. Ευτυχώς ο Τοκάκης από ό,τι φαίνεται, δεν έχει την ίδια άποψη. Όπως έκανε ο ίδιος πολλά, εμπιστεύτηκε και άφησε ελεύθερους και τους ηθοποιούς να χτίσουν τους χαρακτήρες τους στα πλαίσια της σκηνοθεσίας του, δημιουργώντας έτσι ένα ζωντανό, αληθινό και καθόλου δήθεν αποτέλεσμα.

Θα μπορούσες να πεις για τους δύο γυναικείους χαρακτήρες ότι στήθηκαν σχηματικά, με πολλά αλμοδοβαρικά στοιχεία. Πρόκειται για δύο ρόλους που στη συγκεκριμένη παράσταση εκτίθενται τρομερά λεκτικά, συναισθηματικά, αλλά και σωματικά. Η Ειρήνη Φαναριώτη και η Ειρήνη Μπούνταλη στάθηκαν άξιες αυτής της πρόκλησης προσφέροντας σπαρακτικές και ταυτόχρονα σύγχρονες ερμηνείες. Η Ειρήνη Μπούνταλη συγκεκριμένα, δείχνει να απολαμβάνει κάθε λεπτό της ερμηνείας της, κάτι που της δίνει μία ξεχωριστή λάμψη.

Ο Ορφέας Αυγουστίδης στον πρωταγωνιστικό ρόλο του «Εποπτευόμενου», δημιούργησε έναν χαρακτήρα αγαθούλη και χαοτικό ενδυναμώνοντας έτσι την ανατροπή που ήρθε όταν ο ήρωας αυτός απέδειξε την ακεραιότητα και τη συναισθηματική του ευφυΐα.

/var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2016/01/160121 12625850 10153857731519591 1743939989 n

Ο Κώστας Κορωναίος, εξαιρετικός στον κωμικό του ρόλο, αλλά και στις πιο δραματικές στιγμές του, χρησιμοποίησε το στοιχείο του gag, χωρίς όμως να είναι υπερπαιγμένο ώστε να φτάνει στη μπαλαφάρα. Αντιθέτως, η ερμηνεία του προκαλούσε το γέλιο και την απέχθεια που θα σου προκαλούσε ένας τέτοιος τύπος αν τον συναντούσες στη ζωή σου.

Ο Αντρέας Κοντόπουλος έχτισε έναν Χούλιο ήρεμο, με βαθιά φωνή, στο μεταίχμιο μετροσέξουαλ και gay, τονίζοντας έτσι την αμφίβολη σεξουαλικότητα του ήρωα, αλλά και τη φαινομενική αποστασιοποίησή του από την κατάσταση. Με προφανές το κωμικό ταλέντο του, ξάφνιασε πολλές φορές στις στιγμές που ο ήρωάς του ήταν στιβαρός και σοβαρός, δίνοντας κατεύθυνση στην πλοκή.

Ο Τοκάκης έφτιαξε τελικά μία παράσταση όπου εναλλάσσεται το δράμα με την κωμωδία συνεχώς και χωρίς να κουράζει. Τα ευρήματά του είναι πολλά και όλα στα πλαίσια των αναφορών της γενιάς του. Από το Star Wars και την Candy Candy μέχρι το Blue των Eiffel 65 και τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Με σύμμαχο την εξαιρετική μετάφραση του Κωνσταντίνου Κρίτση δημιούργησε έναν pop ύμνο στα αδιέξοδα και τις αξίες μίας ολόκληρης γενιάς.

Τελικά η παράσταση δεν έβγαλε τον Guirgis μαλάκα. Αντιθέτως. Βγαίνοντας από το Skrow ήμουν ευτυχής που το ελληνικό θέατρο συνεχίζει την πορεία του με νέους ανθρώπους, απευθυνόμενο πλέον σε ένα κοινό που έχει ταξιδέψει, χρησιμοποιεί συνεχώς το διαδίκτυο, βλέπει σειρές του HBO και ξέρει ποιος είναι ο Chris Rock, ο οποίος, για την ιστορία, έπαιξε το ρόλο του «Eποπτευόμενου» στην πρεμιέρα του έργου στο Broadway.

Φωτογραφίες: Νίκος Κατσαρός

* Για 3 ακόμα παραστάσεις 24, 25 και 26 Ιανουαρίου, στο Θέατρο Skrow, Αρχελάου 5, Παγκράτι.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι