Απόπειρα προ-οπτικής. Πέρα από τον πολιτικό ανταγωνισμό της Αριστεράς, του Γιώργου Καλαμπόκα

Η λέξη «προοπτική» ενέχει πολλαπλές σημασίες. Στην ιδιόλεκτο της Αριστεράς συνήθως αφορά τον προσανατολισμό, τις δυνατότητες, το δυνητικό θετικό μελλοντικό στοιχείο ενός κινήματος, πολιτικού ή κοινωνικού. Σε όσα ακολουθούν, που συνιστούν το πρώτο από τα δύο μέρη ενός λόγου άρρητα οργανωμένου γύρω από αυτή την λέξη, θα επιχειρήσουμε μια «απόπειρα προοπτικής» με τη «φυσική» (δανεισμένη από την οπτική) έννοιά της· μια απόπειρα προσέγγισης της «μεγάλης» εικόνας μιας κοινής ήττας, όσο και αν η μάχη για τις διαφορετικές εκδοχές της δυνητικής Αριστεράς του «άλλου δρόμου» δεν δόθηκε από το ίδιο μετερίζι.

1. 

Το εκλογικό αποτέλεσμα σηματοδοτεί μια εμφατική επικύρωση της τακτικής Τσίπρα και των επιδιώξεών της. Ο ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύεται, μεσοπρόθεσμα τουλάχιστον, κυρίαρχη δύναμη στο πολιτικό σκηνικό, χωρίς κάποια αξιοσημείωτη κοινοβουλευτική, πανεθνικής πολιτικής εμβέλειας αντιπολίτευση, αλλά αντιθέτως με σημαντικές κοινοβουλευτικές εφεδρείες, είτε για «διεύρυνση» του κυβερνητικού σχήματος με το ΠΑΣΟΚ ή το πάντα πρόθυμο Ποτάμι είτε –σε δεύτερο χρόνο– για την υιοθέτηση του σεναρίου του μεγάλου συνασπισμού, με μια Ν.Δ. που πιθανώς θα κινείται σε πιο «κεντροδεξιά» κατεύθυνση.1 Η κυριαρχία του αυτή ενισχύεται καθοριστικά από την «εκκαθάριση» (όλων των εκδοχών) της εσωκομματικής αντιπολίτευσης και εν γένει του προηγούμενου συσχετισμού που συμπυκνώνονταν στο εσωτερικό του (πολιτικά όσο και κοινοβουλευτικά): από την ενιαιοποίησή του σε νέα στρατηγική βάση με την πειθάρχηση, ενεργητική ή παθητική, ενός σημαντικού μέρους μελών και στελεχών του έως την επιλογή της μνημονιακής συνθηκολόγησης.

Όμως, ειδική όσο και κρίσιμη πλευρά της τακτικής Τσίπρα, όπως φυσικά και των δανειστών, ήταν να μην εκπροσωπηθεί στη νέα Βουλή η πολιτική (και κοινοβουλευτική) ρήξη που σημάδεψε το εσωτερικό του κατά την ψήφιση του τρίτου μνημονίου και πολύ περισσότερο η εναλλακτική αριστερή πολιτική στρατηγική που θα μπορούσε αυτή να σηματοδοτήσει. Οι λόγοι δεν ήταν καθόλου μικροκομματικοί, ήταν εξόχως πολιτικοί. Οι βουλευτές και τα στελέχη που αντιστάθηκαν στη μνημονιακή στροφή (καθώς και όλος ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ που έφυγε, είτε στήριξε είτε όχι τη ΛΑΕ) έπρεπε να αποδοκιμαστούν για δύο λόγους: Πρώτον, για να εμπεδωθεί από δύο σκοπιές το κυβερνητικό ΤΙΝΑ· αφενός από τη σκοπιά της ανυπαρξίας εναλλακτικής κυβερνητικής στρατηγικής πέραν του μνημονίου και όσων πιθανών βελτιώσεων μπορεί να γίνουν στο πλαίσιό του, και αφετέρου από τη σκοπιά της ανυπαρξίας εναλλακτικής αριστερής στρατηγικής εν γένει πέρα από την στρατηγική του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ. Δεύτερον, για να θωρακιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ και το επίσημο πολιτικό σκηνικό εν γένει από τον αστάθμητο πολιτικό παράγοντα που θα μπορούσε να σηματοδοτεί η ύπαρξη μέσα στη Βουλή ενός πολιτικού χώρου στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από το ΚΚΕ, με αντιμνημονιακή και αντιευρωπαϊκή προγραμματική αφετηρία. Έναν παράγοντα, που την επόμενη περίοδο της μνημονιακής πραγματικότητας, η οποία θα υποσκάψει την κυβερνητική σταθερότητα, θα μπορούσε δυνητικά, διευρύνοντας την πολιτική επιρροή ενός σχεδίου ρήξης με τον ευρωπαϊκό δρόμο, να διεκδικήσει την ηγεμονία.

2.

Φυσικά, ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε έναν εξαιρετικά σημαντικό απόλυτο αριθμό ψηφοφόρων, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων κατευθύνθηκε στην αποχή, στοιχείο άλλωστε που υπογραμμίζει και την αδυναμία οποιαδήποτε άλλης δύναμης στα αριστερά του να ενισχυθεί από αυτή την αποδοκιμασία. Παράλληλα, οι ποιοτικές μετρήσεις δείχνουν ότι σε σχέση με τις εκλογές του Ιανουαρίου υπήρξε μια τάση τροποποίησης της σύνθεσης των κοινωνικών ομάδων που τον στήριξαν, σημειώνοντας κάποια υποχώρηση σε μισθωτά και αγροτικά στρώματα, ανέργους, χαμηλά εισοδήματα, νεολαία, σε όσους αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, και κερδίζοντας ταυτόχρονα ψήφους σε ανώτερα εισοδήματα, ψηφοφόρους που αυτοπροσδιορίζονται ως ανώτερη-αστική ή μεσαία-ανώτερη τάξη, συνταξιούχους, νοικοκυρές και ψηφοφόρους που αυτοπροσδιορίζονται ως «κεντροαριστεροί».2 Όμως, αν αυτή είναι η μία πλευρά, που αναδεικνύει κάποιες τάσεις, η κυρίαρχη πλευρά είναι ότι η εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ καθορίστηκε από την πολιτική συμπεριφορά και τη στήριξη των πιο λαϊκών και εργατικών στρωμάτων.3 Με την έννοια αυτή, το πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να διαμορφώνει μεσοπρόθεσμα μια σχετικά σταθερή σχέση πολιτικής εκπροσώπησης με σημαντικό μέρος του λαού και δη των κατώτερων στρωμάτων· φαίνεται δηλαδή να δημιουργεί σταδιακά (και με την προϋπόθεση ότι η μνημονιακή του στροφή δεν έχει εμπεδωθεί ακόμη4) ένα «μπλοκ» κοινωνικών δυνάμεων που, λιγότερο ή περισσότερο ενεργά, τον στηρίζει. Και αυτό από μόνο του είναι ένα σημαντικό πολιτικό δεδομένο μέσα στην περίοδο, το οποίο μεσοπρόθεσμα τουλάχιστον τροποποιεί τον πολιτικό ταξικό συσχετισμό δύναμης ενάντια στη δυνατότητα ανάδειξης μιας ανταγωνιστικής ταξικής στρατηγικής ικανής να συγκροτήσει σχέσεις εκπροσώπησης με σημαντικό μέρος του λαού.

Ωστόσο, το γεγονός ότι σημαντικό μέρος του κοινωνικού μπλοκ του ΟΧΙ στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ δεν αναδεικνύει πρωτίστως την ηγεμονία που πέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ στο εκλογικό παιχνίδι, ορίζοντας τα ερωτήματα, μεταθέτοντας σε σημαντικό βαθμό την ατζέντα από το μνημόνιο και διεκδικώντας ενεργητικά την πολιτική παρακαταθήκη του ΟΧΙ. Δείχνει κυρίως ότι το ΤΙΝΑ που πρόβαλε ήταν εξόχως πολιτικό, και έπιασε τόπο, ότι έστω με κρύα καρδιά, μεγάλη μερίδα των λαϊκών στρωμάτων θεώρησε ότι τουλάχιστον σε αυτή τη φάση δεν υπάρχει άλλη λύση· με άλλα λόγια, αποδέχτηκε αυτό που ήταν ήδη εν μέρει φανερό: ότι δεν υπήρχε ορατή στο πολιτικό επίπεδο εναλλακτική λύση, ότι δεν παρουσιάστηκε κάποια πειστική, όχι αναγκαία άμεσα κυβερνητική, αλλά σε κάθε περίπτωση πραγματική εναλλακτική πολιτική στρατηγική πέρα από το μνημόνιο. Και αν αυτό το δεδομένο οφείλει να είναι η κεντρική παραδοχή στις αποτιμήσεις των διαφορετικών εκδοχών της Αριστεράς του «άλλου δρόμου» και υπογραμμίζει τη συνολική αποτυχία τους, υπογραμμίζει ταυτόχρονα ότι η (αντικειμενική) ριζοσπαστική δυναμική του ΟΧΙ κάθε άλλο παρά δεδομένη ήταν (ή, πολύ περισσότερο, είναι), ώστε οποιαδήποτε πολιτική δύναμη απλώς να επιχειρήσει να την εκπροσωπήσει με στατικούς όρους, χωρίς ταυτόχρονα να επιχειρήσει να συνδεθεί μαζί της και να την προχωρήσει, να τη μετασχηματίσει πολιτικά, να την ριζοσπαστικοποιήσει. Δείχνει ότι επειδή ακριβώς η κοινωνική συμμαχία των στρωμάτων που συνέθεσαν το ΟΧΙ εντάσσεται αναπόφευκτα στο πλαίσιο αναπαραγωγής των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων και υπόκειται στις κυρίαρχες πολιτικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις τους, η απουσία μιας εναλλακτικής, ανταγωνιστικής πολιτικής στρατηγικής καθιστά το ιδιαίτερο δίλημμα της κυβερνητικής επιλογής καθοριστικό.

Με την έννοια αυτή, η επιλογή των πιο υποβαθμισμένων εργατικών και λαϊκών στρωμάτων να στηρίξουν ΣΥΡΙΖΑ δεν σηματοδοτεί, όπως κυνικά σπεύδουν να διατυπώσουν διάφορα κυβερνητικά στελέχη και συστημικοί κονδυλοφόροι, τη νομιμοποίηση του μνημονίου, ούτε όμως επαναλαμβάνει τη θετική εμπιστοσύνη που του απέδωσαν τον Γενάρη. Σηματοδοτεί την επιλογή που φάνταζε λιγότερο οδυνηρή ανάμεσα στις μόνες δύο επιλογές που πιθανώς να σηματοδοτούσαν κάτι για την επόμενη μέρα της ζωής τους, η οποία ήταν δεδομένο ότι θα καθορίζονταν από την υλοποίηση και τη διαχείριση του μνημονίου: τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Ν.Δ. Τόσο η δυνατότητα επιλογής μιας πολύ λιγότερο φθαρμένης διακυβέρνησης έναντι της Ν.Δ. –που, εκτός από ένα μνημόνιο, κουβαλάει και την ευθύνη συμμετοχής επί σαράντα χρόνια στο μεταπολιτευτικό σύστημα εξουσίας– όσο και τα στοιχειώδη μέτρα προστασίας των πιο κατεστραμμένων μερίδων των λαϊκών στρωμάτων που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ (π.χ. η απαγόρευση διακοπής ρεύματος για χρέη στη ΔΕΗ) –τα οποία μέτρησαν ως δείγμα γραφής για την πιθανότητα αντίστοιχης («κοινωνικής») αντιμετώπισης των μνημονιακών μέτρων–, υπερκέρασαν τη στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και του επέτρεψαν να επικυρώσει εκλογικά την πολιτική στροφή του.

3.

Παρόλα αυτά, η τεράστια πολιτική αναντιστοιχία ανάμεσα στις πολιτικές διαθέσεις των μαζών και την κοινοβουλευτική αποτύπωσή τους παραμένει, άσχετα από το αν στην εξέλιξη των πραγμάτων, εν μέσω πιθανής απουσίας εναλλακτικής στο εγγύς μέλλον, εμπέδωσης της κοινωνικής καταστροφής και διαμόρφωσης μιας νέας, έστω φτωχοποιημένης «κανονικότητας», δύναται να την αμβλύνει και να παγιώσει μια παθητική συναίνεση των λαϊκών στρωμάτων προς το μνημονιακό σχέδιο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η αναντιστοιχία όμως, που συμπυκνώνει μια έστω αρνητικά συναινετική συμπεριφορά των λαϊκών στρωμάτων και την ένταξή τους στο πλαίσιο των κυρίαρχων εκλογικών επιδίκων, είναι η μία πλευρά των εξελίξεων, που τείνει προς το βάθεμα της πολιτικής κρίσης. Η άλλη πλευρά είναι η εκτίναξη της αποχής, που σηματοδοτεί -ενδεχομένως επαγωγικά- πως, παρότι δεν είναι δεδομένο, το αποτύπωμα του ΟΧΙ είναι βαθύ. Και στο έδαφος αυτό, το κοινοβουλευτικό σκηνικό φαίνεται να βρίσκεται ενώπιον μιας άτυπης κρίσης νομιμοποίησης. Όχι φυσικά με τυπικούς κοινοβουλευτικούς ή νομικούς όρους, αλλά με όρους πολιτικούς. Πολιτικά, δηλαδή, καταγράφεται η όξυνση μιας τάσης της πολιτικής κρίσης που υπάρχει μεν υποτελώς από το 2012,5 αλλά που δεν είχε αποκτήσει αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά όσο ο ΣΥΡΙΖΑ, όντας φορέας μιας πειστικής εναλλακτικής πρότασης, δρούσε ως αγωγός της κοινωνικής δυσαρέσκειας στο πολιτικό σκηνικό και συγκρότησης δεσμών εκπροσώπησης. Στον βαθμό που ο ΣΥΡΙΖΑ μετασχηματίζεται πλέον από «αγωγός» σε διαχειριστή του κράτους και μορφοποιεί μια μονομερή και πειθαρχική σχέση εκπροσώπησης με τον λαό, φαίνεται αυτή η τάση να μεγαλώνει και να εντάσσεται πλέον στην πολιτική εξίσωση: Πρόκειται για την αδυναμία της επίσημης πολιτικής σκηνής να πείσει μεγάλο πλέον μέρος του λαού ότι η εξέλιξη του συσχετισμού δύναμης εκεί μπορεί να τροποποιήσει (με αξιοσημείωτο τρόπο) την καθημερινή ζωή του. Και αυτή η τάση αποστροφής προς την επίσημη πολιτική, η επίταση ορισμένων υποτελών «αντιπολιτικών» τάσεων (που φυσικά μπορεί προοπτικά να μετατραπούν και ουσιαστικά σε τέτοιες), συνιστά κεντρικό αποτέλεσμα της συνθηκολόγησης του ΣΥΡΙΖΑ, η άνοδος του οποίου άλλωστε είχε σηματοδοτήσει την «επιστροφή στην πολιτική» για σημαντικές μερίδες των λαϊκών στρωμάτων. Αυτό αναδεικνύει την αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ να είναι πειστικός στρατηγικά, αλλά από την άλλη, είναι και εξηγήσιμο, με δεδομένη τη ραγδαία πολιτική στροφή του. Με την έννοια αυτή, το δεδομένο της αποχής πρωτίστως υπογραμμίζει την αδυναμία της Αριστεράς του άλλου δρόμου σε όλες τις εκδοχές της να πείσει ακόμη και όσους αρνήθηκαν πιθανώς να μπουν στο κεντρικό εκλογικό δίλημμα, αποτινάσσοντας από πάνω τους τη σημαντικότερη δυσκολία που είχε να αντιμετωπίσει αυτή η άλλη αριστερά. Αποδεικνύει έτσι ότι το ερώτημα πραγματικής εναλλακτικής πολιτικής στρατηγικής, και όχι ο εκλογικός χρόνος ή οι άλλες (αντικειμενικές) αδυναμίες, ήταν το καθοριστικό για άλλη μια φορά.

4.

Όλα τα παραπάνω σηματοδοτούν, όπως σωστά έχει ειπωθεί από πολλές πλευρές, το κλείσιμο ενός πολιτικού κύκλου, μιας φάσης της πολιτικής κρίσης. Πρόκειται για τον κύκλο που τυπικά άνοιξε το 2012, ουσιαστικά όμως σοβούσε ήδη από την πρώτη στιγμή της εφαρμογής του μνημονίου, με συμβολικό σημείο αφετηρίας την 5η Μάη 2010. Πρόκειται για τη διαδικασία διάρρηξης των σχέσεων εκπροσώπησης του ΠΑΣΟΚ με το μεγαλύτερο μέρος των εκπροσωπήσεών του, καθώς και για τη σαφή μείωση της επιρροής της Ν.Δ., που «επέτρεψαν», στο έδαφος της διογκούμενης δυσαρέσκειας από την εφαρμογή των μνημονίων και στο φόντο των τεράστιων κινητοποιήσεων της περιόδου 2010-12, να αναπτυχθούν πολιτικές συμπεριφορές αλλά και εκπροσωπήσεις έξω από το κυρίαρχο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής, με βασικά παραδείγματα την ανάδυση του πολιτικού ρεύματος του ΣΥΡΙΖΑ και της Χ.Α. Φυσικά, η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε και από άλλα στοιχεία, που παραμένουν. Όμως, το κεντρικό χαρακτηριστικό που σημάδεψε την περίοδο αυτή, παγίωσε τις πολιτικές μετακινήσεις και όρισε τις πολιτικές ανακατατάξεις είναι η μέσα σε τρία μόλις χρόνια άνοδος ενός ιστορικού ρεύματος πολιτικής διαμαρτυρίας της Αριστεράς στην κυβερνητική εξουσία. Αυτή η φάση πλέον κλείνει σφραγίζοντας μαζί της την εξάντληση, μέσα σε έξι μόλις μήνες, της στρατηγικής «ριζοσπαστικού ρεφορμισμού» που υιοθέτησε για μια μακρά περίοδο ο ΣΥΡΙΖΑ. Αφετηρία της αποτέλεσε η ριζοσπαστική στροφή του κατά την περίοδο των νεολαιίστικων κινητοποιήσεων και του Δεκέμβρη του 2008, την οποία βάθυνε αποφασιστικά (παραμένοντας μέχρι εκείνη τη στιγμή δύναμη «αντίστασης») στην πρώτη περίοδο της κρίσης, τη διετία 2010-12. Έκτοτε ξεκίνησε την αντίστροφη πορεία, στο φόντο της μετατροπής του σε δύναμη εξουσίας: την επιχείρηση προσαρμογής του σε έναν μέινστριμ (κυβερνητικό) πολιτικό λόγο και πρακτικές, που κατέληξε να τον φέρει στην εξουσία ήδη με ένα πρόγραμμα πιο ήπιας (αστικής) διαχείρισης «του υπάρχοντος», αλλά πολύ περισσότερο κατέληξε στο μεγάλο φιάσκο της «διαπραγμάτευσης» και της άνευ όρων συνθηκολόγησης, παρά τη νωπή παρακαταθήκη του ριζοσπαστικού ΟΧΙ, σηματοδοτώντας πλέον τόσο την τραγική αποτυχία αυτής της στρατηγικής και των κεντρικών προγραμματικών της θέσεων όσο και την οριστική ένταξη του ΣΥΡΙΖΑ στο αστικό στρατόπεδο.

Ο κύκλος αυτός της πολιτικής κρίσης, ο πιο οξυμένος ίσως από όλες τις επιμέρους φάσεις της από το 2012 και μετά, κλείνει με μια πρόσκαιρη σταθεροποίηση της πολιτικής σκηνής, με τη διαμόρφωση μιας «ασταθούς ισορροπίας». Ωστόσο, παρά τη μερική σταθεροποίηση που προσφέρει το εκλογικό αποτέλεσμα και το κλείσιμο της ανοιχτής πολιτικής κρίσης, την οποία σηματοδότησε η περίοδος γύρω από το δημοψήφισμα και η συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχουμε ακόμη βαθιά επούλωση της πολιτικής κρίσης. Αντιθέτως, το άνοιγμα αυτής της νέας φάσης της, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις δυσκολίες της, σηματοδοτεί ταυτόχρονα και την όξυνση όλων των αντικειμενικών χαρακτηριστικών όσων και των αιτίων της: α) μια τάση εγκατάλειψης ως και αποστροφής προς την επίσημη πολιτική σκηνή· β) την απόσταση της επίσημης πολιτικής και των κοινοβουλευτικών συσχετισμών από τις πολιτικές διαθέσεις των μαζών· γ) τη νέα ενιαιοποίηση των μεγαλύτερων, κυβερνητικών, πολιτικών δυνάμεων και εν γένει του επίσημου πολιτικού σκηνικού υπό την κεντρική, ευρωπαϊκή, αστική στρατηγική της μνημονιακής λιτότητας, και τη (συνακόλουθη) μείωση της βαρύτητας των εσωτερικών δημοκρατικών διαδικασιών και των κοινωνικών εκπροσωπήσεων· δ) τη μειωμένη σε σχέση με παλιότερα δύναμη του «δικομματισμού» και την αναγκαιότητα κυβερνήσεων συνεργασίας· ε) τη νέα δραματική χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου των μαζών, αλλά και των οικονομικών μεγεθών, που θα φέρει η εξέλιξη του νέου μνημονίο· στ) τη διαμόρφωση πολυάριθμων κομματικών σχηματισμών που ερίζουν για την εκπροσώπηση των ψηφοφόρων του κέντρου, συνιστώντας μια βαλβίδα εκτόνωσης της πολιτικής πίεσης αυτού του κομματιού, παρά την κίνηση του ΣΥΡΙΖΑ προς τα εκεί, που αντικειμενικά θα τους πιέσει πολύ· ζ) την εμφάνιση κομμάτων τύπου Λεβέντη, που συμπυκνώνουν μια αντιπολιτική διαμαρτυρία απέναντι στην επίσημη πολιτική σκηνή, όσο κι αν πρόκειται για φαινόμενα που εξέθρεψε ακριβώς το επίσημο πολιτικό σύστημα και τα μίντια που πρόσκεινται σε αυτό ώστε να διοχετεύσουν τμήμα της ψήφου διαμαρτυρίας σε μορφώματα που στο τέλος θα είναι απολύτως συναινετικά στις κεντρικές πολιτικές και οικονομικές επιλογές· η) την κρίση στρατηγικής της ΝΔ, που μετεκλογικά οξύνεται κάνοντας ορατό τον κίνδυνο μιας ακόμη μεγαλύτερης διαίρεσης μέσα στην ευρύτερη «κεντροδεξιά», που θα απομακρύνει ακόμη περισσότερο τις δυνατότητες ανασύνθεσής της υπό έναν δυνάμει κυβερνητικό πόλο και καθιστώντας την ΧΑ αντικειμενικά πόλο έλξης για δεξιούς ψηφοφόρους, όσο και πολύ περισσότερο, επίκεντρο (έστω και εξ επαγωγής) της όποιας δεξιάς ανασύνθεσης.

Το αν αυτή η ασταθής ισορροπία θα μετασχηματιστεί σε πιο βαθιά σταθεροποίηση ή θα αποτελέσει μια παρένθεση στην εξέλιξη της πολιτικής κρίσης θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη του ταξικού ανταγωνισμού: από την εξέλιξη των μέτρων και των κοινωνικών αντιστάσεων σε αυτά, αλλά και από τον βαθμό στον οποίο θα μπορέσει το επόμενο διάστημα να αναδυθεί μια αριστερή στρατηγική που ικανή να επεξεργαστεί, να προτείνει και να συγκροτήσει με τμήματα του λαού πλειοψηφικούς δεσμούς πολιτικής εκπροσώπησης ενός σχεδίου ρήξης με τον «ευρωπαϊκό δρόμο», αλλά και μιας πολιτικής παρέμβασης που θα ανασυνθέτει τις κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις μιας εναλλακτικής αριστερής πορείας, μέσα σε ένα κοινωνικό τοπίο λεηλατημένο από τη μνημονιακή επιδρομή και με τους βασικούς πολιτικούς και αγωνιστικούς θεσμούς της Αριστεράς και του κινήματος σε κρίση.

Με την έννοια αυτή, η ύπαρξη των στοιχείων αυτών από μόνη της δεν εξασφαλίζει τίποτα. Για να σημαίνουν κάτι πολιτικά όλα τα παραπάνω θα πρέπει τα υλικά, υπαρκτά ρήγματα να ενεργοποιηθούν, και αυτό δεν αρκεί πλέον να το κάνει μόνο η δυσαρέσκεια από την εφαρμογή του μνημονίου. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί πια να το κάνει με τον ίδιο τρόπο που το έκανε μέχρι τώρα. Και αυτό γιατί δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το πραγματικό αποτύπωμα που αφήνει το αριστερό ΤΙΝΑ όταν ειδικά καταλήγει εκεί η κατεξοχήν αντιμνημονιακή δύναμη την οποία ο λαός έφερε από το 4% στο 36% ακριβώς με την «υπόσχεση» του τερματισμού των μνημονίων. Η συνθηκολόγηση αυτής της δύναμης καθιστά εκ των προτέρων αφερέγγυα και αναξιόπιστη οποιαδήποτε «αντιμνημονιακή» πρόταση, οποιαδήποτε πρόταση που σήμερα απλώς θα επιχειρήσει να «συλλέξει» τη δυσαρέσκεια που δημιουργεί η εφαρμογή του μνημονίου, χωρίς να επιχειρήσει να επεξεργαστεί, να δουλέψει μέσα στο λαό και να προτείνει πολιτικά ένα πρόγραμμα και μια στρατηγική ρήξης με τον «ευρωπαϊκό δρόμο», προοπτική του οποίου είναι ένα διαρκές μνημόνιο. Αντιστοίχως, τα παραπάνω μπορούν να οδηγήσουν σε μονιμοποίηση μιας παθητικής συναίνεσης προς την πολιτική σκηνή και να λειτουργήσουν προοπτικά ως στοιχείο ενδυνάμωσης του πολιτικού συστήματος και επούλωσης της πολιτικής κρίσης. Με την έννοια αυτή, παρότι βρισκόμαστε σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο σημείο της εξέλιξης της πολιτικής κρίσης, το ποια στοιχεία θα επικρατήσουν, τα σταθεροποιητικά ή τα αποσταθεροποιητικά, παραμένει ανοιχτό και ο παράγοντας που θα καθορίσει αυτή την έκβαση δεν σχετίζεται μονοσήμαντα με την εξέλιξη των μέτρων, αλλά με τη διάταξη των κοινωνικών δυνάμεων απέναντί τους, όσο και με τη διαμόρφωση ενός πολιτικού σχεδίου ρήξης με τον ευρωπαϊκό δρόμο.

5.

Επομένως, αν δει κανείς τη μεγάλη εικόνα, αν κοιτάξει από μια ορισμένη προοπτική τη μετεκλογική συγκυρία, μπορεί ενδεχομένως να εκτιμήσει την υλικότητα του σχεδίου τροποποίησης του πολιτικού ταξικού συσχετισμού που επιχειρήθηκε και σε σημαντικό βαθμό επιτεύχθηκε υπέρ των αστικών δυνάμεων. Και από αυτή τη σκοπιά, μπορεί να εκτιμήσει και την κρισιμότητα της (διαρκούς) δυνατότητας και της ευκαιρίας που χάθηκε σε όλη αυτή την πενταετία και δη στο τέλος της, ένα βαθύ ριζοσπαστικό πρόγραμμα ρήξης και οι προσίδιες πρακτικές του να συγκροτήσουν όρους εκπροσώπησης με σημαντικό μέρος του λαού και να αποτελέσουν πιθανή αφετηρία μιας στρατηγικής κοινωνικού μετασχηματισμού. Μιας δυνατότητας που οι όροι της σήμερα τροποποιούνται σημαντικά, παρά την επιμονή της πολιτικής κρίσης. Μιας αδυναμίας που σήμερα υπογραμμίζει την αποτυχία του συνόλου των αριστερών πολιτικών στρατηγικών που προτάθηκαν και την εξάντληση των υπαρκτών υποδειγμάτων αριστερής πολιτικής.

Σήμερα, από όποια μεριά του εκλογικού ανταγωνισμού της Αριστεράς και αν το δει κανείς, από τη σκοπιά της ΛΑΕ, από τη μεριά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, από τη μεριά όσων επέλεξαν να μην πάρουν θέση απέναντι στο εύρος των κακών επιλογών από τις οποίες είχαν να διαλέξουν, από τη σκοπιά όσων έχουν αποστοιχηθεί από την κομματική και πολιτική επιρροή του ΚΚΕ, το εκλογικό αποτέλεσμα υπογραμμίζει ότι πρέπει να ξαναξεκινήσουμε από πολύ πίσω σε σχέση με το σημείο από το οποίο θα ξεκινούσαμε στο τέλος Αυγούστου. Υπογραμμίζει ότι η δυνατότητα ένα πρόγραμμα ρήξης με τον ευρωπαϊκό οικονομικό μηχανισμό, με τον «ευρωπαϊκό δρόμο», που συνιστά τον με τον έναν ή τον άλλο τρόπο6 κοινό κεντρικό προσανατολισμό όλων των παραπάνω εκδοχών της Αριστεράς, να συγκροτήσει σχέσεις πολιτικής εκπροσώπησης με ένα σημαντικό μέρος του λαού, σήμερα έχει πληγεί σημαντικά· έχει παρουσιαστεί εξαιρετικά μερικά (και εν πολλοίς ιδεολογικά, όχι προγραμματικά) και έχει εν μέρει κριθεί ως αναξιόπιστη πρόταση, που μοιραία θα παραμείνει στο περιθώριο της κεντρικής πολιτικής σκηνής για την επόμενη βουλή, ενόσω η τελευταία θα υλοποιεί άλλο ένα εξαιρετικά μεγάλης κοινωνικής βιαιότητας μνημόνιο. Φυσικά, οι ευθύνες δεν είναι συγκρίσιμες ανάμεσα στα διαφορετικά μέρη της αριστεράς αυτής, αντιθέτως. Το πολιτικό σχέδιο που ανέλαβε αντικειμενικά –δυστυχώς αργά, αλλά και εκκινώντας και από την πιο ευνοϊκή αφετηρία–, την ευθύνη αυτής της εκπροσώπησης είναι που οφείλει να προβεί και στην πιο βαθιά και έμπρακτη αυτοκριτική. Όμως, αυτό δεν δικαιώνει άλλες στρατηγικές, αλλά πολύ περισσότερο αθροίζεται με αυτές και επισημαίνει ότι καμιά από τις υφιστάμενες δυνάμεις της Αριστεράς του «άλλου δρόμου» δεν αποτέλεσε, μέσα σε αυτή την πενταετία, δύναμη τροποποίησης του πραγματικού πολιτικού συσχετισμού δύναμης. Με άλλα λόγια, η ευθύνη μπορεί να μην είναι, σε τελική ανάλυση, συγκρίσιμη, είναι όμως η αποτυχία.

Πρέπει λοιπόν να πάμε πέρα από τον πολιτικό ανταγωνισμό. Η περίοδος που έχουμε μπροστά μας πρέπει να είναι ριζικά αυτοκριτική για όλους και να σημάνει πραγματικούς απολογισμούς και τροποποίηση στρατηγικών επιλογών, χαρακτηριστικών και πολιτικών πρακτικών. Σήμερα πρέπει να εκτιμήσουμε αυτό που δεν μπορέσαμε να κάνουμε προεκλογικά: τους αναγκαίους όρους που απαιτούνται ώστε να αντιπαρατεθούμε αποτελεσματικά με την επέλαση του τρίτου μνημονίου, συγκροτώντας τους μετωπικούς όρους αυτού που συνιστά έτσι κι αλλιώς το με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κοινού προγράμματός μας, ανεξάρτητα από επί μέρους λάθη και διαφωνίες. Του προγράμματος ρήξης με τον ευρωπαϊκό δρόμο. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν άμεσα αυτοκριτικά βήματα σε αυτή την κατεύθυνση από τις πολιτικές δυνάμεις που βρίσκονται στην επικράτεια αυτού του προγράμματος. Όχι της μίας απέναντι στην άλλη. Αλλά καθεμίας απέναντι στον κύκλο που κλείνει και στις ευθύνες της απέναντι στις δυνατότητες που χάθηκαν και που σήμερα δίνουν άλλη μια ευκαιρία στις αστικές δυνάμεις να ανασάνουν βαθιά.

______________________________

Σημειώσεις

[1] Φυσικά, όσο η εξέλιξη του ανταγωνισμού για τη θέση του προέδρου στη Ν.Δ. είναι ανοιχτή, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί το ιδιαίτερο πολιτικό στίγμα της την επόμενη μέρα, καθώς η κρίση της σοβεί υπό το βάρος κυρίως δύο παραγόντων: αφενός της διαχείρισης του μνημονίου και της απώλειας κοινωνικών εκπροσωπήσεων που αυτή σηματοδότησε, απώλεια που η απομάκρυνση της Ν.Δ. από την εξουσία μπορεί να εμπεδώσει· αφετέρου της ανάδειξης της Χ.Α. στον ευρύτερο δεξιό χώρο, που σηματοδοτεί τη μόνιμη διαρροή μιας θεωρούμενης εκλογικής πελατείας της Ν.Δ. και εντείνει τάσεις μετακίνησης του πολιτικού της στίγματος σε πιο (ακρο)δεξιά κατεύθυνση. Αυτές οι τάσεις είναι εν μέρει ανταγωνιστικές μεταξύ τους και συμπυκνώνουν πιθανώς την κεντρική όψη του υποβάθρου της αντιπαράθεσης.

[2] Βλ. Public Issue, «Εκλογές 9/2015: Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της ψήφου στον ΣΥΡΙΖΑ», publicissue.gr, 28.09.2015. Φυσικά, τα στοιχεία αυτά θέλουν πολλή περισσότερη επεξεργασία για να μας δώσουν ασφαλέστερα συμπεράσματα.

[4] Κάτι που άλλωστε αποτέλεσε ειδική πλευρά της τακτικής του Μαξίμου και που φαίνεται να προσπερνούν στην ανάλυσή τους σημαντικοί θεωρητικοί κατά τις θριαμβολογικές αφηγήσεις τους για το εκλογικό αποτέλεσμα, το οποίο ερμηνεύουν ως δικαιωτική αποδοχή του μηνύματος του ΣΥΡΙΖΑ από την κοινωνία και στήριξης της «προσπάθειάς» του. Βλ. ενδεικτικά: Μιχάλης Μπαρτσίδης, «Η αντίσταση της πολιτικής», Ενθέματα της Αυγής, 27.09.2015 και Γιάννης Η. Χάρης, «Απροσδόκητα, πάλι, και εντυπωσιακά», Εφημερίδα των Συντακτών, 26.09.2015.

[6] Πρόκειται για ρεύματα που από διαφορετικές αφετηρίες αναγνωρίζουν τη ρήξη με τον ευρωπαϊκό δρόμο ως την υλική διαχωριστική γραμμή που δύναται να συγκροτήσει σήμερα τα κεντρικά αντίπαλα κοινωνικοπολιτικά μπλοκ. Για όσους αναφέρονται στον κοινωνικό μετασχηματισμό, δεν πρόκειται φυσικά για το όριο μιας πολιτικής στρατηγικής, αλλά παραμένει αντικειμενικά μέσα στη συγκυρία το υλικό εκείνο σημείο που ορίζει σήμερα τη δυνατότητα μιας άλλης κατεύθυνσης για την ελληνική κοινωνία. Και είναι σαφές ότι σε αυτό το σημείο, φτάνουν σήμερα τάσεις και ρεύματα από διαφορετική αφετηρία: είτε από μια διαφόρων εκδοχών ιδεολογική αφετηρία, είτε ως αποτίμηση και αυτοκριτική της πορείας του ΣΥΡΙΖΑ και των ορίων πάνω στα οποία προσέκρουσε η στρατηγική του, είτε τέλος, από μια πολιτική εκτίμηση και ανάλυση για τη συγκυρία, παρότι ιδεολογικά μπορεί να τηρούν αποστάσεις από μια «αντιευρωπαϊκή» γραμμή.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι