Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιοι;, του Σεραφείμ Σεφεριάδη

Θέλω καταρχάς να ευχαριστήσω τους διοργανωτές για την πρόσκληση. Τέτοιες ευκαιρίες, να συζητήσουμε τη συγκυρία με τρόπο συγκεκριμένο είναι –ειδικά στην περίοδο που διανύουμε– κάτι παραπάνω από απαραίτητο· θα έλεγα είναι όρος επιβίωσης για την Αριστερά και το κίνημα. Εξαιρετικά σημαντικό είναι επίσης το θέμα μας: η αποτίμηση των πρώτων 100 ημερών της κυβέρνησης.

Οι περιστάσεις μετά το κοινό ανακοινωθέν Τσίπρα-Γιούνκερ είναι βέβαια ιδιαίτερες –κατά το ότι φαίνεται να κυοφορούν μια συμφωνία που το ακριβές της περιεχόμενο δεν είναι ακόμα γνωστό. Όμως αυτό δεν αποτρέπει και τη δυνατότητα ενός συνολικού απολογισμού: της πραγματικότητας αυτών των 100 ημερών και κυρίως της δυναμικής τους, των προοπτικών που διαγράφουν. Και εδώ τα πράγματα είναι αρκούντως σαφή: πιστεύω πως μπορούν να συνοψιστούν σε τρεις βασικές φάσεις από τις οποίες πέρασε η σχέση κυβέρνησης και κινήματος, κυβέρνησης και λαϊκών στρωμάτων.

Με την εισήγησή μου θέλω να αναφερθώ πρώτα σ’ αυτές, μετά να αναλογιστώ για το χαρακτήρα και το πλαίσιο του δρόμου που σήμερα βαδίζουμε και, τέλος, επιγραμματικά στα κρίσιμα «δια ταύτα» όλης αυτής της συζήτησης.

Ι

Υποστηρίζω λοιπόν ότι η σχέση κυβέρνησης-κοινωνίας πέρασε ως τώρα από τρεις φάσεις.

Η πρώτη –και όλοι πιστεύω το αναγνωρίζουμε– ήταν μια φάση ανακούφισης, ενθουσιασμού και προπαντός ελπίδας: ότι οι αδιέξοδες πολιτικές της λιτότητας, της συνεχούς αφαίμαξης των λαϊκών στρωμάτων και της συρρίκνωσης κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων είχαν πλέον οριστικά τερματιστεί, και αντίθετα ξεκινούσε μια νέα εποχή δικαίωσης των αγώνων ολόκληρης της προηγούμενης περιόδου.

Όλοι βέβαια καταλάβαιναν ότι αυτό προϋπέθετε σύγκρουση –κι ας βάλθηκαν τα κυρίαρχα ΜΜΕ να μας πείσουν ότι το περιεχόμενο της 25ης Γενάρη ήταν ο συμβιβασμός –η «ήπια λιτότητα» σύμφωνα με τα λόγια ενός κορυφαίου στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ.

Όχι! Το νόημα της εντολής της 25ης το έδωσε το σύνθημα των πάνδημων συγκεντρώσεων συμπαράστασης των πρώτων ημερών –τότε που, στις προγραμματικές δηλώσεις, ο πρωθυπουργός και μαζί του εκατοντάδες χιλιάδες απλοί αγωνιστές της βάσης δάκρυζαν από αποφασιστικότητα, και τα ποσοστά δημοτικότητας άγγιζαν, ή και ξεπερνούσαν, το 80%: ήταν το ΟΥΤΕ ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ! (που, με τον τρόπο του συνόψιζε και μια εκπεφρασμένη θέση του ΣΥΡΙΖΑ: το ΚΑΜΙΑ ΘΥΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΡΩ!)…

Η δεύτερη φάση υπήρξε απόρροια της παρατεταμένης –της εμμονικής, όπως πολλές φορές έχω πει (αλλά ίσως θα πρέπει να προσθέταμε και ιδεολογικής)– προσκόλλησης της κυβέρνησης στη στρατηγική της «μη ρήξης», τη στρατηγική που υποστηρίζει ότι «λέγε-λέγε και μετονόμαζε-μετονόμαζε –π.χ., την Τρόικα σε Θεσμούς, τον επιχειρησιακό της βραχίονα σε Brussels Group κτλ– θα τα βρούμε με τους «εταίρους».

Είναι μια στρατηγική όπου ως στήριγμα και σύμμαχος θεωρούνταν μια ο «έξυπνος» κεντρικός τραπεζίτης Ντράγκι, μια ο πατρικός Γιούνκερ (που, όπως μετά το κοινό ανακοινωθέν ειπώθηκε από επίσημα χείλη, απηχεί το ευρωπαϊκό κεκτημένο στα εργασιακά!) μια οι κυρίες Λαγκάρντ και Μέρκελ (ειδικά η τελευταία).

Όμως την ώρα που η στρατηγική αυτή προωθούνταν, κανείς επίσημος δεν ενδιαφερόταν να εξετάσει το πραγματικά εναλλακτικό όραμα, με αποτέλεσμα αυτό να αφήνεται να ξεθωριάσει στην έμπρακτη υιοθέτηση μιας ανανεωμένης –πλην εξίσου καταθλιπτικής– εκδοχής της ΤΙΝΑ, του There Is No Alternative, του ότι Δεν Υπάρχει Εναλλακτική

Η δεύτερη αυτή φάση ήταν, λοιπόν, μια φάση αμηχανίας. Η πρώιμη λαϊκή ενεργοποίηση έπαψε, ο λαϊκός παράγοντας έφυγε από τις πλατείες κι άρχισε να επιστρέφει στην αγωνία της ατομικής λύσης, τα ποσοστά υποστήριξης άρχισαν να υποχωρούν. Συμπαρομαρτούντων και διάφορων διάστικτων συμβάντων (λ.χ. τις παλινωδίες στα λιμάνια, στις Σκουριές και αλλού) μεγάλα τμήματα της βάσης άρχισαν και πάλι να αναρωτιούνται για το τι ακριβώς είναι αυτό που έχουμε: μια Αριστερά του 21ου αιώνα που αγωνίζεται για την κοινωνική χειραφέτηση, το βάθεμα της δημοκρατίας και τον εκδημοκρατισμό στην παραγωγή, ή μήπως μια ακόμη «έξυπνη» εκδοχή διαχείρισης του συστήματος από τεχνοκράτες;

Και βέβαια έχουμε το σήμερα: την τρίτη φάση, μια φάση ανησυχίας – έντονης ανησυχίας, που εκτείνεται σε πολύ μεγαλύτερο εύρος απ’ ό,τι μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε τα πολλές φορές θριαμβικά ρεπορτάζ των κυρίαρχων ΜΜΕ, που απηχώντας, βεβαίως, τις προσδοκίες των καναλαρχών και των άλλων μεγαλόσχημων που εκπροσωπούν, πανηγυρίζουν (όπως και τα Χρηματιστήρια) για την επερχόμενη συμφωνία.

Μαζί με τις Σκουριές, τους εργαζόμενους στην κινητή τηλεφωνία και άλλους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα είχαμε ήδη –μόλις προχθές– κινητοποίηση στο λιμάνι του Πειραιά, οι απλοί συνταξιούχοι αναρωτιούνται όχι μόνο για το μέλλον των –ούτως ή άλλως αστείων– επικουρικών, αλλά και γι’ αυτό των κύριων συντάξεων, όλοι οι εργαζόμενοι αναρωτιούνται για το πότε επιτέλους θα γίνει πραγματικότητα το κατώτατο ημερομίσθιο των 751 ευρώ, διότι αλλιώς δε βγαίνει το ψωμί (χωρίς μ’ αυτό να υπονοείται, βέβαια, ότι με 751 βγαίνει…).

Είναι φανερό ότι η πορεία αυτή είναι μια πορεία φθίνουσα. Δεν σημαίνει αυτό ότι η κυβέρνηση δεν εξακολουθεί, τη στιγμή αυτή, να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη των λαϊκών στρωμάτων που τόσο πολύ υπέφεραν στα μνημονιακά χρόνια. Όμως η πορεία της δημοτικότητάς της είναι φθίνουσα. Δεν θέλω να είμαι δραματικός, αλλά επιτρέψτε μου να προσθέσω ότι όποιος δεν αντιλαμβάνεται την ανησυχητική αυτή εξέλιξη, πολύ απλά εθελοτυφλεί (κι ας ακουστεί λίγο ωμό –είναι ίσως απαραίτητο!)…

Η κυβέρνηση, που η εκλογή της συγκλόνισε την Ευρώπη και όλο τον κόσμο, η κυβέρνηση που έκανε τα πιο προβεβλημένα μέλη της καθημερινή παγκόσμια είδηση (φόβητρο για τους κυρίαρχους, ελπίδα για τους «από κάτω») δείχνει σημάδια πρόωρης κόπωσης (αν όχι γήρανσης). Και, απολύτως επιγραμματικά, επιτρέψτε μου να πω πως ο λόγος είναι ότι έχει πέσει στην παγίδα της προπαγάνδας ΤΙΝΑ που έλεγα προηγουμένως και παρασύρεται στον τεχνητό μονόδρομο της παγκοσμιοποιημένης κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου…

ΙΙ

Αυτό δεν το λέω από κάποια ιδεολογική –«δογματική» όπως λένε σε κάθε ευκαιρία που τους δίνεται οι νεοφιλελεύθεροι– ζέση· το λέω αποτιμώντας τη λογική της διαδρομής που ακολουθείται. Για του λόγου το αληθές, θέλω να σταθώ σε δυο αλληλένδετα στοιχεία ή διαστάσεις της πραγματικότητας που βιώνουμε. Πρώτα στο περιεχόμενο του γνωστού όρου «κόκκινες γραμμές» που μας περιβάλλει, και δεύτερον στο όραμα που εκ των πραγμάτων προβάλλεται.

Επιτρέψτε μου να πλαισιώσω τις σκέψεις μου διηγούμενος ένα περιστατικό. Πριν λίγες μέρες, ένας γιαπωνέζος δημοσιογράφος –ονόματι Akihiro Sano, του δημοσιογραφικού δικτύου Nikkei– με ρώτησε τι ακριβώς εννοεί ο ΣΥΡΙΖΑ με τον όρο «τέλος στη λιτότητα» (και αναφέρω την ταυτότητα της ερώτησης και του δημοσιογράφου για δείξω πόσο ασαφής φαντάζει σε μακρινούς παρατηρητές η διατύπωση «τέλος στη λιτότητα»). Για να του απαντήσω, ανέφερα τις 4 «κόκκινες γραμμές»:

  • Συλλογικές διαπραγματεύσεις και 751 ευρώ (όταν με το καλό θα έρθουν)·
  • 13η καταβολή για συντάξεις κάτω των 700 (και πάλι, όταν με το καλό θα έρθουν, ελπίζεται εντός του Σεπτεμβρίου) όχι μηδενικά ελλείμματα και μη μείωση των επικουρικών, που – δεν πρέπει να ξεχνούμε, είναι κατά μέσο όρο στα 170 και που η υψηλότερη είναι 252 ευρώ·
  • όχι αυξήσεις στο ΦΠΑ· και τέλος
  • «νέα φιλοσοφία στην αξιοποίηση του δημόσιου πλούτου».

Αφού παρατήρησε –ο γιαπωνέζος– ότι το τελευταίο είναι στην πράξη αποδοχή των ιδιωτικοποιήσεων με ανθρώπινα λόγια (ούτε καν ανθρώπινο πρόσωπο) έσπευσε –και πολύ σωστά– να παρατηρήσει ότι, ακόμα και αν όλες αυτές οι «κόκκινες γραμμές» γίνονταν σεβαστές, πάλι η λιτότητα δε θα τελείωνε. Όμως γι’ αυτό δε χρειάζεται να επικαλεστεί κανείς την εκτίμηση κάποιου μακρινού παρατηρητή – το γνωρίζει πολύ καλά, στο πετσί του, ο κάθε εργαζόμενος, ο κάθε μικρομεσαίος, ο κάθε υπόχρεος καταβολής του ΕΝΦΙΑ, έστω και με μειωμένες αντικειμενικές!

Θέλω μ’ αυτά να πω ότι το όραμα της συμφωνίας που προβάλλεται, όποιες κι αν είναι οι λεπτομέρειες, είναι ιδιαίτερα ισχνό: Ακόμα και αν πράγματι είχαμε την επίτευξη του (κάτι που την ώρα που μιλούμε είναι εξαιρετικά αμφίβολο) δεν θα κατάφερνε να ανακόψει το υφεσιακό σπιράλ, κι αυτό αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε νέα μέτρα και νέους περιορισμούς – περιορισμοί που, άλλωστε, προβλέπονται ώστε να προσελκυστούν νέες επενδύσεις (στο βαθμό που την ελπίδα για παραγωγικές επενδύσεις και ανάπτυξη εξακολουθούμε να την εναποθέτουμε στο ιδιωτικό κεφάλαιο, κυρίως το ξένο το οποίο, ως προϋπόθεση για να έρθει και να μας ξεζουμίσει, θέτει τη ρήτρα των ομαδικών απολύσεων…).

Με μια κουβέντα, και για να συνοψίσω, η στρατηγική της κυβέρνησης κάνει το όραμα να ξεθωριάζει –το ευτελίζει, το υπονομεύει –και, μαζί του, υπονομεύει και τη μόνη δύναμη που η κυβέρνηση αυτή έχει, τη λαϊκή υποστήριξη και συστράτευση. Δεν πρέπει καθόλου να υποτιμήσουμε αυτή τη ζοφερή προοπτική: τη στιγμή, δηλαδή, που ο κόσμος, που τον περασμένο Φλεβάρη κατέβηκε στις πλατείες, αρχίσει (αν δεν άρχισε ήδη) να νιώθει πως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι «δικιά του» κυβέρνηση, που θα αρχίσει να θεωρεί τον ΣΥΡΙΖΑ «μια από τα ίδια»… Και ίσως δεν χρειάζεται να το πούμε και πάλι, αλλά όλοι εμείς στη μαχόμενη, την κινηματική Αριστερά, αυτό δεν το λέμε κουνώντας το δάχτυλο ή, πολύ περισσότερο, επιχαίροντας. Το λέμε, όπως οφείλουμε να το πούμε, με αγωνία και προσδοκία αλλαγής και ανατροπής.

ΙΙΙ

Επιτρέψτε μου να καταλήξω επιγραμματικά με το προφανές και πιο κρίσιμο: την εναλλακτική, την πραγματική εναλλακτική, που προτού να είναι αργά θα πρέπει άμεσα και επιτακτικά να θέσουμε. Κατά τη γνώμη μου, τα κομβικά σημεία είναι τέσσερα (για την ακρίβεια τρία και ένα):

Πρώτον: πραγματική αλλαγή πορείας με εξυπηρέτηση του χρέους δεν γίνεται. Το χρέος δεν είναι βιώσιμο, και η αποδοχή του δεν είναι τίποτε άλλο από συνενοχή στην εξακολουθητική καταλήστευση της κοινωνίας από μια χούφτα, μια σπείρα κερδοσκόπων τραπεζιτών.

Δεύτερον: αποδοχή και υιοθέτηση της θέσης αυτής (του μη βιώσιμου χαρακτήρα του χρέους) οδηγεί αναπόφευκτα σε ρήξη με τους «εταίρους», τους θεσμούς, τα συμφέροντα – κι αυτό κάνει την παραμονή στην ευρωζώνη αδύνατη. Πρέπει χωρίς καθυστέρηση, άμεσα και επιτακτικά, να δούμε συστηματικά τι σημαίνει αυτό: τι δυσκολίες, αλλά και τι ευκαιρίες δημιουργεί…

Τρίτον: η έξοδος από την ευρωζώνη σε καμία περίπτωση δεν είναι πανάκεια. Άλλωστε, όπως πολλές φορές έχει εξηγηθεί, το νόμισμα δεν είναι (δεν υπήρξε ποτέ) το μείζον ζήτημα –μείζον ζήτημα είναι ο έλεγχος, ο εκδημοκρατισμός της παραγωγικής διαδικασίας. Στις μέρες μας αυτό σημαίνει εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας κάτω από εργατικό-κοινωνικό έλεγχο και διαχείριση, ώστε ορθολογικά να κατανεμηθεί ο καρπός της εργασίας των ανθρώπων που σήμερα παραμένουν άνεργοι (διότι αυτό δεν συνάδει με τις καιροσκοπικές βλέψεις της ιδιωτικής κερδοφορίας) και να επέλθει η παραγωγική ανασυγκρότηση – ο περίφημος αυτός όρος που, αν δε συνδεθεί με την προοπτική αυτή, σύντομα θα εκφυλιστεί με μοιραίες επιπτώσεις.

Τέλος, αυτό που ανέφερα ως το τελευταίο ένα σημείο που όμως προστίθεται και, με μια έννοια, πλαισιώνει και χαρακτηρίζει τα προηγούμενα τρία, είναι αυτό που, ενώ το έχουμε βιώσει –πάμπολλες φορές στην ιστορία, αλλά και εμείς οι ίδιοι, όσοι εισπράξαμε τα ελληνικά μνημονιακά χημικά, εντούτοις τείνουμε σχεδόν κατά κανόνα να υποτιμούμε: δράσεις πραγματικής ρήξης, δράσεις στην κατεύθυνση της πραγματικής (παρά απλώς συμβολικής και λεκτικής) ενδυνάμωσης της κοινωνίας και του εκδημοκρατισμού της παραγωγής, δράσεις στην προοπτική του σοσιαλισμού –που θα αναπτερώσουν το ηθικό, θα επανενεργοποιήσουν, θα βαθύνουν και θα θεσμοθετήσουν τη λαϊκή συμμετοχή- είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσουν αλυσιδωτές αντιδράσεις –ένα τεράστιο κύμα υποστήριξης, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στον κόσμο ολόκληρο.

Πρόκειται για την πρόκληση του διεθνισμού –όχι των πολύωρων τηλεφωνημάτων με τη Μέρκελ, τον Γιούνκερ και υψηλόβαθμους κοινοτικούς αξιωματούχους, αλλά της επίκλησης όλων των εκατομμυρίων των «από κάτω» που πλήττονται από τον καπιταλισμό της καταστροφής.

Δε θέλω να τελειώσω συνθηματικά, αλλά νομίζω πως ένα σύνθημα της εποχής μας συνάδει απολύτως με τις περιστάσεις, κι είναι ένα σύνθημα στο οποίο νομίζω ότι όλοι πρέπει πάραυτα και πάλι να αναβαπτιστούμε:

Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς ποιοι;

Oμιλία του  Σεραφείμ Σεφεριάδη στην εκδήλωση που οργάνωσε το Ξεκίνημα Ζωγράφου μαζί με την Πρωτοβουλία των 1000, την Παρασκευή 8 Μάη 2015

Πηγή: Ιστοσελίδα Ξεκινήματος

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι