[Notes+Books] Το κόμμα μέσα και ενάντια στο κράτος, του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής γι' αυτά τα κείμενα της περιόδου 1970-1980, του Ετιέν Μπαλιμπάρ, που περιλαμβάνονται στην έκδοση «Κράτος, Μάζες, Πολιτική». Είναι η θεώρηση της αριστερής/επαναστατικής πολιτικής, και συνεπώς του αριστερού/επαναστατικού κόμματος, ως πρακτικής, και αντίστοιχα ως οργάνωσης, ενάντια στο καπιταλιστικό κράτος· σε ό,τι αφορά δε το κόμμα πιο ειδικά, είναι η θεώρηση του κόμματος ως τόπου, και ταυτόχρονα ως διακυβεύματος της ταξικής πάλης. Θα εξηγήσω τι σημαίνουν αυτά τα δύο και ποιες είναι οι συνέπειές τους για την πολιτική μιας σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Το κόμμα ως αντι-κράτος

Ως γνωστόν, μέχρι και την παρισινή Κομμούνα, οι Μαρξ και Ένγκελς δεν θεωρούν το κομμουνιστικό κόμμα ένα ιδιαίτερο κόμμα απέναντι στα άλλα εργατικά. Οι κομμουνιστές, γράφουν στο Μανιφέστο, διαφέρουν από τα άλλα κόμματα α) γιατί «στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων τονίζουν και προβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σ' όλο το προλεταριάτο κι ανεξάρτητα από την εθνότητα»· και β) γιατί «εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολο του». Η παρισινή Κομμούνα, γράφει ο Μπαλιμπάρ, θα θέσει άμεσα, με τρόπο πιο επιτακτικό απ' ό,τι προηγουμένως, το ζήτημα του κόμματος (σ. 53). Και θα το κάνει θέτοντας στον Μαρξ το ζήτημα του κράτους.

Μετά λοιπόν την Κομμούνα, και μετά τη διάσημη διόρθωση του 1872, οι κομμουνιστές καταλαβαίνουν –και πρόκειται για επώδυνη κατανόηση– πως στην προσπάθεια της εργατικής τάξης να κυριαρχήσει πολιτικά, δεν αρκεί να καταληφθεί «απλώς» η κρατική μηχανή, ώστε, εξίσου «απλώς», να τεθεί σε κίνηση για τους σωστούς σκοπούς. Προκειμένου να το εξηγήσει αυτό, ο Μπαλιμπάρ ανατρέχει στην Καταγωγή της Οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους – εκεί, δηλαδή, όπου ο Ένγκελς έχει δείξει τις υλικές προϋποθέσεις της κρατικής εξουσίας: τον καθαυτό κατασταλτικό πυρήνα του κρατικού μηχανισμού και τη φορολογία.

Για την αστική τάξη, η οργάνωση της πολιτικής κυριαρχίας της έχει ως προϋπόθεση την ανάπτυξη του κρατικού μηχανισμού – πράγμα που όμως διαβάζεται και αντίστροφα: η ανάπτυξη του κρατικού μηχανισμού δεν νοείται παρά υπό συγκεκριμένη ταξική κυριαρχία. Για την αστική τάξη, λοιπόν, κρατική εξουσία σημαίνει την εξουσία της επί του κρατικού μηχανισμού, και ταυτόχρονα, την εξουσία του μηχανισμού αυτού επί της κοινωνίας – και μάλιστα την εξουσία αυτού του μηχανισμού ως «αυτόνομου» έναντι της κοινωνίας· αυτή δε η υποτιθέμενη υπερταξικότητα/«αυτονομία» του κρατικού μηχανισμού προδίδει μιαν εξουσία που δεν υλοποιείται απλώς διά της βίας, αλλά και διά της απόκρυψης της ταξικής κυριαρχίας την οποία επιτελεί –και επί της οποίας εδράζεται– ο κρατικός μηχανισμός. Προδίδει μιαν εξουσία κατασταλτική και ταυτόχρονα ιδεολογική.

Αυτές οι προϋποθέσεις της αστικής πολιτικής εξουσίας έχουν συνέπειες για την πολιτική της εργατικής τάξης – για τη στρατηγική της, δηλαδή, έναντι του καπιταλιστικού κράτους.

Από τη μια πλευρά, λοιπόν, ο Μπαλιμπάρ σημειώνει πως, σε αντίθεση με τον «πάντοτε ανθεκτικό ιδεαλισμό του Κομμουνιστικού Μανιφέστου» (σ. 67), οι μάζες δεν βρίσκονται εκτός κράτους. Ότι, αντίθετα, είναι πάντοτε ήδη ενταγμένες σε ένα δίκτυο κρατικών σχέσεων, δηλαδή θεσμικών διακρίσεων, με λειτουργίες καταστολής αλλά και ιδεολογικής καθυπόταξης: για να θυμηθούμε τον Πουλαντζά, βρίσκονται πάντα εντός ενός στρατηγικού πεδίου, το οποίο χρειάζεται κατ' αρχάς να ελέγξουν. Ο Μπαλιμπάρ τονίζει πως δεν υφίσταται ιστορική ύπαρξη της πολιτικής πρακτικής έξω από καθορισμένες υλικές συνθήκες – εν προκειμένω έξω από το κράτος και τις μορφές του κρατικού μηχανισμού που ανέπτυξε ο καπιταλισμός. Και με ακόμα πιο εμφατική διατύπωση, ότι η εργατική τάξη «δεν έχει άλλο μέσο για να φτάσει σε μια νέα πρακτική της πολιτικής, παρά μόνο διεισδύοντας στο έδαφος του κράτους και του κρατικού μηχανισμού» (σ. 57).

Να διεισδύσει, όμως –κι εδώ αρχίζουν τα πιο απαιτητικά– προκειμένου να πολεμήσει την κυρίαρχη τάξη με τα όπλα της, και, επίσης (αν όχι ακόμα περισσότερο), προκειμένου να την πολεμήσει με νέα όπλα.

Από την άλλη πλευρά λοιπόν (και με δεδομένο ότι το στρατηγικό πεδίο του κράτους δεν είναι η "φυλακή" που προκαθορίζει ή εξαντλεί την κίνηση των μαζών), τα παραπάνω προσδιορίζουν και την «καινοτομία» της αριστερής/επαναστατικής πολιτικής πρακτικής. Για την ακρίβεια, η νέα πολιτική, η πολιτική του «νέου ηγεμόνα», δεν είναι συμμετρική ως προς την αστική πολιτική: υπό μία έννοια, θα έλεγε κανείς πως είναι συμμετρικά αντίθετη. Οι προϋποθέσεις, με άλλα λόγια, μιας ταξικής αντι-εξουσίας, είναι α) ο κρατικός μηχανισμός, διά του οποίου η αστική τάξη ασκεί την πολιτική της κυριαρχία, να βρεί δίπλα του πολιτικές οργανώσεις νέου τύπου, που θα τον καταστήσουν υπόλογο· β) οι οργανώσεις αυτές να διεισδύσουν στη σφαίρα της εργασίας, δηλαδή της οικονομίας, εκεί δηλαδή όπου εδράζεται η ταξική κυριαρχία (και που δεν επιτρέπεται, υποτίθεται, να "εισχωρήσει" η πολιτική), ώστε τελικά γ) η εργασία, σε τελική δηλαδή ανάλυση η οικονομία, να πάψουν να διαχωρίζονται από την πολιτική.

Αυτή η νέα πρακτική απαιτεί και τις αντίστοιχες εννοιολογικές οριοθετήσεις: Αν ο κρατικός μηχανισμός επιβάλλεται στην «κοινωνία» στο όνομά της, και ταυτόχρονα ως «αυτόνομος» από αυτήν, η διάκριση μεταξύ κράτους και «κοινωνίας», στο βαθμό που συσκοτίζει/αποκρύβει τη συνθήκη της αστικής κυριαρχίας –στο βαθμό, δηλαδή, που είναι ιδεολογική– χρειάζεται να απορριφθεί. Στην πράξη, γράφει ο Αλτουσέρ, «το κράτος πάντα διεισδύει στην κοινωνία (των πολιτών), όχι μόνο με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του, αλλά επίσης και με τους ιδεολογικούς».1 Υπό το πρίσμα της νέας πρακτικής της πολιτικής, η δήθεν ουδέτερη οικονομία, δηλαδή το βάθρο της ταξικής κυριαρχίας, είναι κατεξοχήν πολιτική: πολιτική, διότι στη συσσώρευση του κεφαλαίου αποκαλύπτει τη λογική της εκμετάλλευσης, αντίστοιχα μέσα στην αξία αποκαλύπτει την υπερεργασία κ.ο.κ. (σ. 112)

Το κόμμα ως διακύβευμα της ταξικής πάλης

Μέχρι εδώ, στα κείμενα αυτά του Μπαλιμπάρ, ο στοιχειωδώς υποψιασμένος βρίσκει μια σύλληψη της πολιτικής αντιθετική τόσο ως προς τον αναρχικό αντικρατισμό, όσο και ως προς τον σοσιαλδημοκρατικο ή τον (δεξιό) ευρωκομμουνιστιό μεταρρυθμισμό – τα ρεύματα δηλαδή που την επαύριο του παγκόσμιου '68 άσκησαν ιδιαίτερη επιρροή, ιδίως στη Δυτική Ευρώπη. Η αφετηρία αυτής της αντίθεσης για τον Μπαλιμπαρ είναι η απόπειρα της κινέζικης Πολιτιστικής Επανάστασης να διορθώσει «εκ των έσω», όπως λέει ο ίδιος, τη σταλινική παρέκκλιση· αποτέλεσμα της παρέκκλισης αυτής ήταν μια παθολογία κοινή στα κόμματα της «διακυβέρνησης» της Ανατολικής Ευρώπης και τα κόμματα της «αντιπολίτευσης» στη Δύση (κοινή μορφή οργάνωσης, κοινή ιδεολογία, κοινή αντίληψη του πολιτικού συσχετισμού ως παγιωμένου κ.ο.κ).

Στα υπό συζήτηση κείμενα, ο Μπαλιμπάρ δεν ενδιαφέρεται για τη συνολική αποτίμηση της Πολιτιστικής Επανάστασης. Σημειώνει ωστόσο μια διπλή παραδοχή που, δεκαετίες μετά τη διατύπωσή της, παραμένει απολύτως επίκαιρη για τη ριζοσπαστική Αριστερά της εποχής μας. Το πρώτο σκέλος της είναι η ιστορικότητα των μορφών οργάνωσης των κομμάτων της Αριστεράς: Νέα βήματα και νέες πλευρές της ταξικής πάλης ενδέχεται να απαιτήσουν, σε δεδομένη συγκυρία, νέες μορφές οργάνωσης. Το δεύτερο – και νομίζω το σημαντικότερο: Το κόμμα βρίσκεται μέσα στην ταξική πάλη, ως αποφασιστικός τόπος2 και αποφασιστικό διακύβευμα αυτής της πάλης – που σημαίνει πως δεν νοείται συνέχιση της επανάστασης (ή των μετασχηματισμών) μέσα στο κράτος, χωρίς επανάσταση (μετασχηματισμούς) μέσα στο κόμμα, που να υποβάλλουν το κόμμα στην κριτική αμφισβήτηση και να επιφέρουν τον μετασχηματισμό του (σ. 73).

Μπορούμε στο σημείο αυτό να κλείσουμε τον κύκλο που άνοιξε η «Διόρθωση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου»: Η εργατική τάξη δεν αρκεί απλώς να καταλάβει τον κρατικό μηχανισμό και να τον θέσει αυτούσιο σε λειτουργία για τους δικούς της σκοπούς. Αντίθετα, οφείλει να τον αντιμετωπίσει στο έδαφός του, και την ίδια στιγμή να του αντιπαρατάξει έναν διαφορετικό όρο: «κάτι», δηλαδή ένα κόμμα, που δεν είναι κράτος· που διεισδύει στο βάθρο της κυριαρχίας του κρατικού μηχανισμού· που αποκαλύπτει τη στρατηγική επιλεκτικότητά του· που βραχυκυκλώνει τις λειτουργίες αποκλεισμού των μαζών που ο μηχανισμός αυτός ως εκ της κατασκευής του επιτελεί.

Υπό ποιες προϋποθέσεις είναι αυτό εφικτό; Η κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση έθεσε ως στόχο της την εξουδετέρωση της αστικής τάξης μέσα στο κόμμα. Γνωρίζοντας τις όψεις αυτού του εγχειρήματος αυτού που κατέληξαν σε τραγωδίες, επιμένοντας ωστόσο ότι τα κόμματα είναι πράγματι τόποι, και μαζί διακυβεύματα της ταξικής πάλης, το σημερινό κρίσιμο στοίχημα είναι να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την τάση κρατικοποίησης του κόμματος: φαινόμενα αποπολιτικοποίησης της οικονομίας, από τον μισθό ως την τραπεζική πίστη (φαινόμενα, δηλαδή, διαιώνισης συγκεκριμένων ταξικών συσχετισμών)· τάσεις υπεράσπισης μιας άνευ όρων «κανονικότητας» (τάσεις, δηλαδή, υποστήριξης της συνέχειας του κράτους υπό συγκεκριμένο συσχετισμό δύναμης)· όψεις αναστολής/υπαγωγής της πολιτικής του κόμματος στις προτεραιότητες της κρατικής διαχείρισης, και εν τέλει, υπαγωγής του στην «κεφαλή» του κράτους.

Σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, το ιστορικό στοίχημα της εποχής μας, η επιτυχής έκβαση του εγχειρήματος της κυβέρνησης της Αριστεράς, και μαζί της αποτροπής της κρατικοποίησης του κόμματος, θα κριθεί σε ένα έδαφος μεταξύ κριτικής συμπολίτευσης και προωθητικής αντιπολίτευσης:

Κριτικής συμπολίτευσης, γιατί είναι κρίσιμο α) τμήματα των κυριαρχούμενων να μην αποσυρθούν από την πολιτική υπό το βάρος αναπόφευκτων, με δεδομένο το δυσμενή συσχετισμό, συμβιβασμών· β) η κυβέρνηση να αντισταθεί στις πιέσεις ώστε να υλοποιήσει παρεμβάσεις στην εργασία, την ιδιοκτησία, τη φορολογία και το κράτος· και γ) προκειμένου η άνοδος της ισπανικής Αριστεράς να έχει μια αποφασιστική στήριξη.

Προωθητικής αντιπολίτευσης, α) γιατί είναι κρίσιμο η στήριξη στην κυβέρνηση, απέναντι στη Δεξιά και την Ακροδεξιά, να μην σημάνει λευκή επιταγή· β) γιατί η αυτονομία και η αριστερή αντιπολίτευση αποτελούν αναγκαία συνθήκη διεύρυνσης των ορίων και του ορίζοντα της αριστερής κυβέρνησης· γ) γιατί για την αριστερή κυβέρνηση θα ήταν καταστροφικό να κάνει όριο της πολιτικής της το να παραμείνει κυβέρνηση άνευ όρων, ανεξαρτήτως δηλαδή της δυνατότητάς της να εφαρμόσει το πρόγραμμά της και να υπερασπιστεί τα σημερινά κοινωνικά της στηρίγματα. Αν η θεώρηση του κόμματος ως διακυβεύματος της ταξικής πάλης έχει σήμερα κάτι να μας προσφέρει, είναι η επίγνωση πως, ενδεχόμενη εγκατάλειψη συγκεκριμένων κοινωνικών συμμαχιών, αναπόφευκτα οδηγεί στην υποκατάστασή τους – στην κατάληψη δηλαδή του κόμματος από άλλες, ανταγωνιστικές κοινωνικές δυνάμεις, που ήδη από σήμερα διεκδικούν να μετατρέψουν τον ΣΥΡΙΖΑ σε εργαλείο μιας πολιτικής αντίθετης με αυτήν που τον έφερε στην κυβέρνηση.

Το κείμενο αποτελεί παρέμβαση στην εκδήλωση που διοργάνωσε το Εκτός Γραμμής, για την παρουσίαση του βιβλίου του Ετιέν Μπαλιμπάρ «Κράτος, Μάζες, Πολιτική», στο θέατρο Γιώργος Αρμένης, με ομιλητές τους Χριστόφορο Βερναρδάκη, Γιώργο Καλαμπόκα, Δημοσθένη Παπαδάτο και Αλέξανδρο Χρύση (5.3.2015).

_____________________

Σημειώσεις

1 Αλτουσέρ, Λουί (1980), «Το πρόβλημα του κράτους στη μαρξιστική θεωρία», σε: Αλτουσέρ, Λ/ Μπαλιμπάρ, Ε./ Πουλαντζάς, Ν./ Εντελμάν, Μπ., Συζήτηση για το κράτος (μετάφραση: Αντρέας Χρυσικόπουλος, Δημήτρης Ψαρράς), Αγώνας: Αθήνα. Αποδεχόμαστε τη θέση αυτή, τηρώντας ταυτόχρονα τις αναγκαίες αποστάσεις έναντι ενός τριτοδιεθνιστικού κρατοκεντρισμού που υποδεικνύει στο ίδιο έργο ο Πουλαντζάς, υπερασπιζόμενος τη θέση του Ινγκράο για μια «γενικευμένη πολιτικοποίηση» που ξεπερνά το κλασικό αστικό παράδειγμα πολιτικής πρακτικής.

2Μια παρεμφερή προβληματική υποστηρίζουν και φιλελεύθεροι θεωρητικοί: «Tα κόμματα», γράφει ο Άντζελο Πανεμπιάνκο, «δεν απεικονίζουν μηχανιστικά, είτε στην οργάνωση είτε στην πολιτική τους, το σύστημα των κοινωνικών ανισοτήτων, αλλά το ίδιο το κόμμα είναι παραγωγός ανισοτήτων μέσα στην ίδια του τη δομή». Angelo Panebianco (1988), Political parties: organization and power (μετάφραση: Marc Silver), Cambridge University Press: Cambridge.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι