Κυβέρνηση της Αριστεράς και ο ρόλος του κινήματος, του Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδη*

Πρόκειται για μια εξαιρετικά κρίσιμη και απαραίτητη συζήτηση, από εκείνες εντούτοις, που, αν και οφείλαμε, μάλλον δεν έχουμε κάνει όλο το προηγούμενο διάστημα, αλλά που σίγουρα θα υποχρεωθούμε να κάνουμε το επόμενο. Διότι «κινήματα και Αριστερά», «Αριστερά και κινήματα» είναι για όποιο εγχείρημα κοινωνικής αλλαγής –πολλώ μάλλον ανατροπής- θεματικές απολύτως καίριες και κεντρικές –θα έλεγα καταστατικές. Κι αυτό, πολύ απλά (και είναι κάτι αυτό που όλοι μας εδώ νομίζω κατανοούμε), διότι αφενός Αριστερά, πολιτική Αριστερά, δεν υπάρχει χωρίς κινήματα (δράσεις που με διάφορους τρόπους αποσκοπούν στην ανθρώπινη χειραφέτηση) και αφετέρου η Αριστερά, δεν συμπίπτει με μια οργάνωση ή με ένα κόμμα –είναι η ίδια, πριν και πάνω απ’ όλα, ένα μεγάλο κίνημα κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης.

Όμως η συζήτηση είναι εξαιρετικά σημαντική και για έναν άλλο λόγο: ότι μας εναπόκειται (όσων συμμετέχουμε σε αυτήν), να την περισώσουμε από τον κίνδυνο της κοινοτοπίας που την απειλεί. Στις μέρες μας, κάθε αριστερός –εντός ή εκτός εισαγωγικών (και, ως είναι αναμενόμενο, οι εντός καθημερινά πληθαίνουν)- έχει και μια λέξη καλή να πει για τα κινήματα. Μόνο που η λέξη αυτή είναι συχνά, αν όχι κατά κανόνα, και ασαφής και αόριστη –είναι λέξη ευκαιριακή και πρόχειρη, λέξη υπολειμματική. Όμως η περίοδος αυτή, η «εύκολη» περίοδος, τελείωσε: καθήκον μας είναι να γίνουμε συγκεκριμένοι: να εξηγούμε δηλαδή τι ακριβώς εννοούμε όταν επικαλούμαστε τα κινήματα.

Να πω επίσης προκαταρκτικά, στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, ότι δεν δικαιούμαστε πλέον να εθελοτυφλούμε και να στρουθοκαμηλίζουμε –διότι, ναι μεν το ενδεχόμενο μιας Αριστερής κυβέρνησης είναι πρωτόγνωρο στη μεταπολεμική Ευρώπη, δεν είναι όμως, ως εκ τούτου, και πραγματικά πρωτόγνωρο: τέτοια εγχειρήματα υπήρξαν και στην Ευρώπη προπολεμικά (λ.χ. στην Ισπανία των αρχών της δεκαετίας του ’30), και στον υπόλοιπο –κοινωνικοοικονομικά και πολιτικοθεσμικά συγγενή μας χώρο- μεταπολεμικά (λ.χ. στη Χιλή, των αρχών της δεκαετίας του 1970). Θέλω δηλαδή να πω σύντροφοι και συντρόφισσες, ότι όσο και αν αυτό πράγματι παρέχει κάποιο άλλοθι για τις αδράνειές μας (και αδράνειες έχουμε όλοι), καλό είναι να θυμόμαστε ότι δεν ανακαλύπτουμε την ομπρέλα: υπάρχει πίσω μας μεγάλη, πυκνή και εξόχως αποκαλυπτική εμπειρία, που πρέπει οπωσδήποτε να λάβουμε υπόψη μας.

Με την τοποθέτησή μου, θα επιχειρήσω τρία πράγματα: το πρώτο αφορά την τεράστια σημασία που έχει στις περιστάσεις μια μεγάλη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Οι άλλες δυο επιδιώξεις μου είναι περισσότερο προβολικές, και αρκούντως, θα έλεγα, κριτικές –με στόχο την εξειδίκευση αυτού που έλεγα πριν: ότι παρήλθε η ώρα των γενικών επικλήσεων, και ότι στις μέρες μας, λίγο πριν αυτές τις κρίσιμες εκλογές, πρέπει όλοι να γίνουμε συγκεκριμένοι. Θα αναφερθώ λοιπόν –συγκεκριμένα- αφενός στη γενική στάση του ΣΥΡΙΖΑ κατά την προεκλογική περίοδο (ή, καλύτερα, στον κώδικα που διέπει αυτή τη στάση) και αφετέρου στις προγραμματικές της προεκτάσεις –πάντα, βέβαια, σε σχέση με το ρόλο που τα κινήματα διαδραματίζουν ή καλούνται να διαδραματίσουν.

Να ξεκινήσω όμως προτάσσοντας μια βιωματική παρατήρηση..

Ι

Τις τελευταίες μέρες (κι ίσως όχι μόνο τις τελευταίες) τείνει να δημιουργηθεί μια περίεργη εικόνα –είχα προσωπικά μια-δυο εμπειρίες με ξένα μέσα ενημέρωσης -συγκεκριμένα, το περιοδικό STERN και ένα γαλλικό τηλεοπτικό κανάλι, και αμφότεροι επέμεναν να με ρωτούν αν ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένας νέος «Αντρέας», ένας νέος Μεσσίας. Είπα, βεβαίως, όχι! Και τόνισα κάτι που νομίζω όλοι πρέπει να αναλογιζόμαστε όταν ανασκοπούμε την ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ –μια ιστορία που τη βιώσαμε, και που κάποιοι και κάποιες στο ακροατήριο σε μεγάλο βαθμό τη δημιούργησαν. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο δεν δημιουργήθηκε ως αρχηγικό κόμμα (ως μια ομάδα πολιτικών στελεχών γύρω από έναν χαρισματικό–θεόπνευστο ηγέτη), αλλά υπήρξε, για ένα μεγάλο τουλάχιστον διάστημα, ως η μεγάλη συνεισφορά του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος στην παλαιά συζήτηση περί του πώς οι κομματικοί σχηματισμοί μπορούν να αντιμετωπίσουν τον λεγόμενο «σιδηρού νόμο της ολιγαρχίας» –την πιεστική τάση αντιδημοκρατικής γραφειοκρατικοποίησης από την οποία κινδυνεύουν όλα τα μαζικά κόμματα. Τον ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν δεν το έφτιαξε ο α’ ή ο β’ χαρισματικός «ηγέτης», ο ΣΥΡΙΖΑ προέκυψε –υπήρξε θα έλεγα- επειδή τον δημιούργησαν –και βεβαίως επειδή κατάφερε να εκφράσει- τα κινήματα. Δεν πρέπει λοιπόν να ξεχνάμε: πρώτον, ότι χωρίς τα κινήματα δεν θα υπήρχε ΣΥΡΙΖΑ, -άρα- και δεύτερον ότι χωρίς τα κινήματα, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έχει μέλλον.

Όπως είπα, στο ζήτημα αυτό θα επιστρέψω, όμως το ερώτημα περί της σημασίας της έλευσης στην εξουσία μιας κυβέρνησης της Αριστεράς παραμένει. Και έχει νομίζω εξαρχής σημασία να τονιστεί πως είναι η σημασία αυτή απολύτως τεράστια! Για να την κατανοήσει κανείς δεν έχει παρά προς στιγμή να αναλογιστεί το αντίθετο που πολλοί στην ευρεία Αριστερά ασυγχώρητα υποτιμούν: το ενδεχόμενο, δηλαδή, μιας εκλογικής αποτυχίας: είτε μιας εκλογικής επικράτησης του μνημονιακού μπλοκ, είτε μιας ισχνής, κοινοβουλευτικά ανεπιτυχούς υπεροπλίας του ΣΥΡΙΖΑ, που θα οδηγούσε σε συμβιβασμούς και ex ante προγραμματικές υποχωρήσεις.

Σπεύδω χωρίς περιστροφές να πω ότι κάτι τέτοιο θα ήταν απολύτως καταστρεπτικό. Κι αυτό όχι τόσο για λόγους θεσμικής πολιτικής, όσο διότι θα σηματοδοτούσε μια βαθιά, μια περαιτέρω βαθιά υποχώρηση του διεκδικητικού κινήματος. Αυτό μάλιστα το τελευταίο σημείο είναι κάτι που νομίζω πως πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα. Η κινηματική ύφεση που τελευταία παρατηρούμε δεν είναι τεκμήριο –όπως ευρέως υποστηρίζεται (τις πιο πολλές φορές υπαινικτικά, και κάποτε υποσυνείδητα και από εμάς τους ίδιους)– μιας κάποιας δήθεν «οντολογικής» παθητικοποίησης των λαϊκών στρωμάτων, ούτε βέβαια και απόρροια κάποιας κοινωνικής εξισορρόπησης. Υπάρχει βέβαια η κούραση από τους αγώνες της προηγούμενης περιόδου, όμως ο βασικός λόγος για την προσωρινή αυτή ύφεση του κινήματος είναι ότι οι πρωτοπόροι αγωνιστές της βάσης –έχοντας κατανοήσει ότι λύση στα προβλήματα της κοινωνίας μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από πολιτική αλλαγή (κάτι που βεβαίως αποτελεί συμπέρασμα σωστό)– έχουν στρέψει την προσοχή και εναποθέσει τις ελπίδες τους στο πολιτικό επίπεδο, στην προοπτική ανόδου στην εξουσία μιας κυβέρνησης της Αριστεράς.

Και όπως δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η έλευση στην εξουσία μιας αριστερής κυβέρνησης θα δώσει πολλαπλάσια δυναμική σ’ αυτές τις διεκδικητικές σπίθες (για την ακρίβεια θα τις γιγαντώσει), εξίσου βέβαιο είναι και το ακριβώς αντίθετο: Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση όλη αυτή η κινηματική δυναμική θα δεχτεί καίριο πλήγμα: το κίνημα θα υποχωρήσει περαιτέρω και θα απογοητευθεί, θα έχουμε πολλαπλασιασμό αποστρατεύσεων και αποχωρήσεων, θα έχουμε πιθανόν διασπάσεις και αποπροσανατολισμό – όχι μόνο στις γραμμές στου ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και σε όλες τις οργανώσεις της Αριστεράς. Αν ηττηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα τον κληρονομήσουν κάποιοι (όπως ίσως περιμένουν), απλώς το κίνημα θα αποδεκατιστεί –ενδεχομένως για μια ολόκληρη περίοδο. Είναι προφανώς ένα σενάριο ζοφερό που το ενδεχόμενό του πρέπει όλους –νομίζω- να μας κινητοποιήσει ώστε να το αποφύγουμε, και το οποίο βάζει βέβαια και το μέτρο των ευθυνών που ο ΣΥΡΙΖΑ αναλαμβάνει.

Πρέπει όμως αμέσως να πούμε ότι, αν τέτοιος κίνδυνος κινηματικού αποδεκατισμού υφίσταται μια φορά από μια εκλογική αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, υφίσταται στο πολλαπλάσιο αν η κυβέρνηση που ο ΣΥΡΙΖΑ θα σχηματίσει ερχόμενος στην εξουσία συμβιβαστεί μέσα στο ασφυκτικό συστημικό πλαίσιο και υποχωρήσει. Εδώ το σενάριο δεν είναι απλώς ζοφερό, είναι κυριολεκτικά εφιαλτικό –διότι δεν θα έχουμε μόνο απογοήτευση και, ως εκ τούτου, υποχώρηση του κινήματος, θα έχουμε και διασυρμό των ιδεών και των οραμάτων της ίδιας της Αριστεράς –κάτι που, εκτός από οργανωτική και πολιτική υποχώρηση, θα προκαλέσει για την Αριστερά ενδεχομένως και κρίση ταυτότητας (και μάλιστα, τολμώ να πω, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη).

Είναι βέβαια κάτι που όλοι οι αριστεροί απευχόμαστε, όμως το γεγονός αυτό δε σημαίνει ότι δεν πρέπει και να το συζητάμε –να κλείνουμε τα μάτια στο ενδεχόμενο ότι, παρά την περί του αντιθέτου διακαή επιθυμία μας, μια τέτοια εξέλιξη μπορεί πράγματι να συμβεί. Και εδώ ακριβώς –στο σημείο αυτό- είναι που αναδύεται καθοριστικός ο ρόλος των κινημάτων. Για να το πω με μια φράση: Αν τα κινήματα ανέδειξαν και διαμόρφωσαν τον ΣΥΡΙΖΑ ως ένα αριστερό ριζοσπαστικό κόμμα, την επαύριο μιας εκλογικής του νίκης καλούνται να διαφυλάξουν, να επεκτείνουν και να βαθύνουν αυτόν το ριζοσπαστικό χαρακτήρα.

Θέλω με έμφαση να επισημάνω εδώ ότι η φυσική τάση των κινημάτων είναι ακριβώς αυτή· όχι από ιδεολογία ή γενική προδιάθεση, αλλά από πιεστική υλική ανάγκη –και επ’ αυτού ας είμαστε απολύτως σίγουροι. Διότι, μπορεί το τελευταίο διάστημα τα κινήματα να είναι σιωπηλά ή να δείχνουν ηττημένα, όμως όπως είπα παραπάνω ο λόγος γι αυτό είναι ακριβώς διότι περιμένουν την κυβερνητική αλλαγή –μια αλλαγή που, παρά τις όποιες εσωτερικές διαφωνίες αναφορικά με την πορεία και τα σημερινά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ, την νιώθουν και πράγματι είναι δική τους. Διότι τι άλλο είναι ο ΣΥΡΙΖΑ παρά η πολιτική πύκνωση, το πολιτικό αποτέλεσμα των αγώνων της προηγούμενης περιόδου. Φανταστείτε λοιπόν τα κινήματα (ή, αν προτιμάτε, τις διάφορες συνιστώσες ή στρώματα του κινήματος) το βράδυ μιας νικηφόρας εκλογής: φανταστείτε τις καθαρίστριες· τους σχολικούς φύλακες· τους απολυμένους στους Δήμους· όλους όσοι είδαν να ξεπουλιέται το Ελληνικό· όσους κινητοποιήθηκαν στις Σκουριές· φανταστείτε τους χαμηλόμισθους· τους συνταξιούχους… Όλοι αυτοί, και άλλοι τόσοι από τους «ηττημένους» της τελευταίας πενταετίας θα κινηθούν παρέχοντας στήριξη σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς, αλλά πρωτίστως θα κινηθούν διεκδικώντας πίσω τη ζωή τους, τη ζωή που το διάστημα αυτό κυριολεκτικά τους αφαιρέθηκε … Ή, για να πω αυτό που εννοώ πιο επιγραμματικά, το θέμα δεν είναι αν τα κινήματα θα παράσχουν στήριξη στο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά το αντίθετο: το τι θα πράξει ο ΣΥΡΙΖΑ με τα αιτήματα των κινημάτων…

Αυτές οι διαπιστώσεις καθόλου βέβαια δεν σημαίνουν ότι τα κινήματα λειτουργούν σε πολιτικό κενό –ότι δεν επηρεάζονται, δηλαδή, από την πολιτική τους έκφραση· κάθε άλλο: η σχέση κινημάτων και πολιτικής είναι αμφίδρομη. Ή, για να το εκφράσω πιο παραστατικά, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ προέκυψε από τη δράση και τη δυναμική των κινημάτων, έτσι και τα κινήματα αποτελούν συνάρτηση λόγων και έργων της πολιτικής τους εκπροσώπησης, εν προκειμένω της Αριστεράς. Δεν αρκεί λοιπόν να λέμε, γενικά κι αόριστα, «κινήματα βοηθείστε-στηρίξτε ή και πιέστε το ΣΥΡΙΖΑ», πρέπει και να σκεφτόμαστε –ως άτομα, ως συλλογικότητες, ως πολιτική Αριστερά (διότι Αριστερά είμαστε όλοι μαζί)-

•τους τρόπους με τους οποίους κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει (πώς δηλαδή θα μπορέσουν τα κινήματα να καταστούν δεξαμενή νίκης και ανατροπής)·
•αν κάτι τέτοιο πράγματι συμβαίνει· και, στις περιστάσεις ίσως το κυριότερο,
•αν δεν συμβαίνει, να επισημαίνουμε τον κίνδυνο και, στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, να παρεμβαίνουμε για να συμβεί (και να προσθέσω εδώ ότι αυτή μας την παρέμβαση δεν θα πρέπει διόλου να την υποτιμούμε).

Με δεδομένες λοιπόν αυτές τις πραγματικότητες και όσα ως τώρα έχω προσπαθήσει να αναπτύξω, επιτρέψτε μου να εκφράσω κάποιες σοβαρές ανησυχίες για την πορεία της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ που τις εκτιμώ έτσι –σοβαρές- διότι φοβάμαι πως προεικάζουν μια πορεία σαν κι αυτήν που απευχόμαστε: μια πορεία που, παρά τις διακηρύξεις (και για να το πω κάπως ήπια),

•δεν επιτυγχάνει (ενδεχομένως ούτε καν επιχειρεί) να εγγράψει οργανικά τα κινήματα στο εν εξελίξει πολιτικό εγχείρημα και που, ως εκ τούτου,
•υποχρεώνει όλους εμάς που έλεγα προηγουμένως –άτομα, συλλογικότητες, πολιτικά ρεύματα- να ενεργοποιηθούμε προς την αντίρροπη κατεύθυνση.

Όπως και προηγουμένως ανέφερα, υλικό γι αυτές τις όχι και τόσο ευχάριστες παρατηρήσεις αντλώ αφενός από τη λογική που διέπει την όλη πολιτική στάση του ΣΥΡΙΖΑ κατά την προεκλογική περίοδο, και αφετέρου από τις πολιτικές-προγραμματικές προεκτάσεις που η στάση αυτή έχει. Να ξεκινήσω με το πρώτο.

ΙΙ

Η προεκλογική εκστρατεία του ΣΥΡΙΖΑ, αν τη δούμε καθαρά επικοινωνιακά (ως τηλεοπτικά σποτ, τρικ, αφίσες, χρώματα κτλ), υπήρξε ευφάνταστη και ίσως να υπήρξε και αποτελεσματική. Όμως δε θέλω να σταθώ υπερβολικά πολύ εδώ, άλλωστε η υπερβολική επικέντρωση στο αποπλαισιωμένο μήνυμα ταιριάζει περισσότερο σε διαφημιστές που απευθύνονται σε καταναλωτές και λιγότερο σε πολιτικά υποκείμενα –όπως είμαστε στην Αριστερά. Η φόρμα παίζει ασφαλώς το ρόλο της (έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο), όμως είναι απαραίτητο να πάμε στον κώδικα πίσω από τη φόρμα: κι εγώ ως εισηγητής θα ήθελα να συμφωνήσετε ή να διαφωνήσετε μαζί μου, όχι γιατί έχω ωραία φωνή ή παρουσιαστικό, αλλά για το περιεχόμενο των όσων λέω. Αυτό μας οδηγεί στο πολιτικό υπόβαθρο που διέπει την εκστρατεία που φοβάμαι είναι ένα υπόβαθρο εφησυχασμού, θα μπορούσε ίσως να πει κανείς ακραίου και ίσως εμμονικού εφησυχασμού. Να αναφέρω μερικά ευνόητα παραδείγματα:

•ό,τι λέγεται περί του πολέμου που ο ΣΥΡΙΖΑ θα υποστεί ως αριστερή κυβέρνηση είναι υπερβολικό, αν όχι απλή καταστροφολογία·
•ξένοι και ντόπιοι ολιγάρχες και τραπεζίτες (αυτοί που τόσο πάσχισαν την τελευταία πενταετία να περάσουν όλες αυτές τις αντιμεταρρυθμίσεις) το ’χουν πια πάρει απόφαση ότι τα πράγματα αλλάζουν και συνετά θα «διαπραγματευτούν» –ή, με μια φράση,
•η Ευρώπη αλλάζει…

Κανείς βέβαια εχέφρων άνθρωπος (κατά τη γνώμη μου, συμπεριλαμβανομένων και όσων προωθούν αυτή την οπτική) δεν πιστεύει πως είναι πράγματι έτσι –και επ’ αυτού δε νομίζω ότι χρειάζεται κανείς να επεκταθεί. Αυτό το οποίο πρέπει όμως να τονιστεί είναι ότι, ηθελημένα ή ακούσια, η λογική αυτή όχι μόνο δε συμβάλλει στην απαραίτητη λαϊκή εγρήγορση εν όψει του πολέμου που σίγουρα μας περιμένει, αλλά –το ακριβώς αντίθετο- προωθεί μια λογική ανάθεσης, μια λογική του τύπου:

•αφήστε το πάνω μας·
•ξέρουμε εμείς τι κάνουμε·
•έχουμε ικανούς τεχνοκράτες και διαπραγματευτές που, με τρόπο μάλιστα «μη συγκρουσιακό», θα βάλουν τους μεγαλοεπιχειρηματίες και τους δανειστές στο τσεπάκι,
•διότι δεν είναι δα και τέρατα οι δανειστές και οι μεγαλοεπιχειρηματίες, είναι άλλωστε έτοιμοι να διαπραγματευθούν και να πεισθούν…

Και αναρωτιέται κανείς: Τι ρόλος υπάρχει εδώ για τα κινήματα; Συγχωρέστε με, αλλά φοβάμαι κανένας ρόλος… Και πάντως δεν υπάρχει ένας ρόλος συστράτευσης και εγρήγορσης για τις μεγάλες μάχες που αναπόφευκτα θα ξεσπάσουν.

Υπάρχει βέβαια εδώ ένα εκλογικίστικο σκεπτικό που λέει ότι: μα αν εξηγούσαμε τι ακριβώς μας περιμένει, ο κόσμος θα τρόμαζε και δε θα μας ψήφιζε. Είναι κατά τη γνώμη μου πέρα για πέρα λάθος –κι αυτό για δυο λόγους:

(1)ο πρώτος είναι ο πιο αυταπόδεικτος και είναι λόγος πρακτικός: φανταστείτε κάποιον που στρατολογεί ή φιλοδοξεί να στρατολογήσει μαχητές (εν προκειμένω τα κινήματα), κρύβοντάς τους όμως το γεγονός ότι επίκειται μάχη. Αυτός δε θα χάσει μόνο τη μάχη, θα χάσει και την αξιοπιστία του με όλα τα δραματικά επακόλουθα…

(2)Ο δεύτερος λόγος είναι καθεαυτό εκλογικός –όχι εκλογικίστικος- και συνίσταται στο γεγονός ότι –για να το πω ωμα- το κίνημα, ο κόσμος δεν είναι ούτε ανόητος ούτε αφελής: γνωρίζει, διαισθάνεται ότι επίκειται μάχη, και το γεγονός ότι δεν βλέπει επεξεργασμένο επιχειρησιακό σχέδιο για τη μάχη αυτή, δημιουργεί ερωτηματικά –κόβοντας ενδεχομένως δυναμική από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ελάχιστοι στα κινήματα πραγματικά προσδοκούν μια βελούδινη αλλαγή –αυτό που θέλουν να μάθουν είναι οι όροι διεξαγωγής της ρήξης. Και αν έβλεπαν τους όρους αυτούς ξεκάθαρα μπροστά τους δεν θα απομακρύνονταν από τον ΣΥΡΙΖΑ, θα τον αγκάλιαζαν, θα τον πλαισίωναν και θα του έδιναν παραπάνω ώθηση…
Όλα αυτά όμως με πάνε στο τρίτο και τελευταίο μέρος όσων έχω να πω που αφορά τις προγραμματικές προεκτάσεις αυτής της στάσης. Πιστεύω ότι μπορώ να είμαι εντελώς επιγραμματικός.

ΙΙΙ

Να πω εδώ –με την ευκαιρία, και όχι απλώς παρεμπιπτόντως- ότι αυτό που στη θεωρία λέμε ότι ξεχωρίζει τα κινήματα (άρα, γενικά μιλώντας, και την Αριστερά) από τις συστημικές δυνάμεις (τους λομπίστες, τις ΜΚΟ, τους πολιτικούς παράγοντες της Ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας), είναι ότι στη διαρκή αλληλεπίδρασή τους με το θεσμικό περιβάλλον πάντα υιοθετούν μια στρατηγική πίεσης, ποτέ (ή σχεδόν ποτέ) μια στρατηγική πειθούς. Και ο λόγος είναι απλός: η Μέρκελ, η τρόικα, ο ίδιος ο Γκίκας Χαρδούβελης γνωρίζουν ήδη πολύ καλά ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο και ότι η ανάπτυξη που ευαγγελίζονται είναι μόνο κατ’ όνομα και εν μέσω ερειπίων. Δεν περιμένουν κάποιον δικό μας αριστερό οικονομολόγο να τους το δείξει. Αυτό που η Αριστερά και τα κινήματα χρειάζονται δεν είναι περισσότερα τεχνοκρατικής υφής επιχειρήματα, είναι μέσα για την άσκηση πίεσης –είναι με μια φράση προετοιμασία και κινητοποίηση για αγώνα και συγκρούσεις. (Γι αυτό, άλλωστε και το πεδίο μας –το πεδίο της μελέτης συλλογικών δράσεων και κοινωνικών κινημάτων- αποκαλείται Συγκρουσιακή Πολιτική.)

Γιατί λοιπόν λείπει αυτό το στοιχείο ή –τουλάχιστον (αν θέλουμε να είμαστε ηπιότεροι)- γιατί δεν δεσπόζει; Όποια απάντηση και αν δώσουμε, το μόνο βέβαιο είναι ότι αυτή η –ας πούμε- διπλή στρατηγική εφησυχασμού και πειθούς (αυτή η εμμονή στο ότι μην ανησυχείτε, θα τους πείσουμε) έχει τεράστιες πολιτικές προεκτάσεις. Μπορούμε νομίζω τις προσεγγίσουμε μέσα από μια ανησυχητική διάζευξη:

•είτε πάμε στη σύγκρουση απροετοίμαστοι, αφελώς πιστεύοντας ότι μπορεί και να μη γίνει μάχη (κάτι βέβαια που ο καθένας απεύχεται τόσο διότι, με τον τρόπο αυτό, και η αναπόφευκτη μάχη απειλείται να χαθεί και τίθεται ζήτημα πολιτικής αντιληπτικότητας –και εδώ δεν επιτρέπεται να ξεχνούμε ό,τι στην αρχή ανέφερα για την τεράστια ιστορική εμπειρία του κινήματος –από την Ισπανία και τη Γαλλία των λαϊκών μετώπων ως τη Χιλή)

•είτε θεωρούμε ότι ρήξεις δεν πρέπει να γίνουν (και ότι δι αυτού αποφευχθεί η σύγκρουση) –π.χ. ότι δεν χρειάζεται οι τράπεζες να τεθούν κάτω από κρατικό έλεγχο, ή ότι δεν χρειάζεται να επανέλθουν οι συλλογικές συμβάσεις, ή ότι δεν πρέπει να ανέβουν οι μισθοί κτλ. Να έχουμε δηλαδή μια υποχώρηση –μια συστημική προσαρμογή σαν κι αυτή που ανήσυχα περιέγραψα στην αρχή ως το εφιαλτικό σενάριο

Δεν είναι βέβαια δυνατόν να τελειώσω έτσι ζοφερά και απαισιόδοξα. Όχι μόνο διότι δεν συνάδει με τις περιστάσεις, αλλά και διότι δεν θα ήταν ακριβές. Επιτρέψτε μου λοιπόν να καταλήξω τις σκέψεις μου επισημαίνοντας τα εξής:

•Μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές (κάτι που, επιτρέψτε μου να επαναλάβω- αποτελεί προϋπόθεση για όλα τα άλλα), κατά τη γνώμη μου θα πυροδοτήσει ένα μαζικό διεκδικητικό κίνημα δημιουργώντας εξαιρετικά πυκνές και προωθημένες διαδικασίες τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.

•Εναπόκειται όμως στα κινήματα και σε ανθρώπους όπως εμείς που ανήκουμε στα κινήματα (που, παρά τις διάφορες μεμψιμοιρίες και υπαρκτά είναι, και μεγάλη δυναμική είναι σε θέση να αναπτύξουν), να δώσουν με την παρέμβαση και τη δράση τους την πολιτική ύλη που είναι απαραίτητη ώστε η εκλογική αλλαγή να βαθύνει σε κοινωνικό μετασχηματισμό.

•Το τι ακριβώς θα πει «κοινωνικός μετασχηματισμός», ποιους μηχανισμούς, χρονισμούς και συστατικά έχει, προφανώς αποτελεί θέμα μιας άλλης, εξαιρετικά σημαντικής συζήτησης που κι αυτήν μάλλον την έχουμε καθυστερήσει –συνολικά ως Αριστερά.

Καθώς όμως, όπως είπα, ο πολιτικός χρόνος είναι εξαιρετικά πυκνός, είμαι βέβαιος ότι λίαν προσεχώς και τη συζήτηση αυτή θα έχουμε την ευκαιρία να την κάνουμε…

Ο Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το κείμενο αυτό βασίζεται στην εισήγησή του στην εκδήλωση του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα «Κυβέρνηση της Αριστεράς και ο ρόλος του κινήματος», που έγινε στις 19 Ιανουαρίου 2015

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι