Η Νύχτα της 4ης Αυγούστου, του Νίκου Σκοπλάκη

Τη νύχτα της 4ης Αυγούστου 1936, τα καφενεία και τα ζυθεστιατόρια της πλατείας Συντάγματος ξενυχτούσαν. Ελάχιστοι ήταν ενήμεροι ότι τις ίδιες ώρες ο μηχανισμός δικτατορικής επιβολής βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Στην Αθήνα, προεξάρχουσα θέση σε αυτόν τον μηχανισμό είχαν η «Γενική Ασφάλεια» και η «Ειδική Ασφάλεια». Η τελευταία, είχε ιδρυθεί το 1929 με πρωτοβουλία των Φιλελεύθερων και του Ελευθερίου Βενιζέλου προσωπικά, με στόχο την τρομοκράτηση και την καταδίωξη των κομμουνιστών, των μαχητικών συνδικαλιστών και όσων επεδίωκαν την ανάπτυξη μαζικού διεκδικητικού κινήματος.

Ιδίως τα μέλη της «Ειδικής Ασφάλειας» ήταν υπερσυντηρητικά, λούμπεν και φασίζοντα αποβράσματα με ιδιαίτερες εξουσίες, που θα κορύφωναν την εγκληματική τους δραστηριότητα στη διάρκεια της Κατοχής. Τη νύχτα της 4ης Αυγούστου, περικυκλώνονταν ολόκληρα τετράγωνα της πρωτεύουσας και των προσφυγικών συνοικισμών: μέσα σε κλίμα τρόμου (με την αθρόα συμμετοχή ακροδεξιών τραμπούκων) συλλαμβάνονταν από τους ασφαλίτες κατά δεκάδες μέλη του ΚΚΕ, αριστεροί και δημοκράτες χαρακτηρισμένοι ως «επικίνδυνοι» για τη δημόσια τάξη, αλλά και συνδικαλιστές, μισητοί και στοχοποιημένοι σε όλο το προηγούμενο διάστημα από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς και τα δύο συγκροτήματα τύπου, Λαμπράκη και «Καθημερινής», που συνέπραξαν στην κήρυξη της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά.

Άλλωστε, ως αφορμή για την κήρυξη της δικτατορίας στις 4 Αυγούστου του 1936 δηλώθηκε η πανελλαδική απεργία που είχε εξαγγελθεί για την επόμενη ημέρα από τις τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, με αίτημα να σταματήσουν οι διώξεις των εργατικών σωματείων και να ληφθούν υπόψη οι διεκδικήσεις των εργαζομένων στην οργάνωση των κοινωνικών ασφαλίσεων. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’30, η απροκάλυπτα αυταρχική διαχείριση του κοινωνικού ζητήματος συμβάδιζε με την όλο και ταχύτερη κατάρρευση της τυπικής δημοκρατικής ισότητας. Το ταξικό κίνημα και οι οργανώσεις του πάλευαν μέχρι την τελευταία στιγμή ενάντια στις επιθέσεις της οικονομικής ολιγαρχίας και στην επιβολή δικτατορικών εκτροπών, οι οποίες έβρισκαν υποστηρικτές στην πλειονότητα των αστικών κομμάτων.

Μετά την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης, οι συστημικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις στην οικονομία διεξάγονταν μέσα σε πλαίσια «φιλοεπιχειρηματικά», όπως έχουν χαρακτηριστεί από τον Μ. Ψαλιδόπουλο. Οι συνθήκες εργασίες γίνονταν πιο σκληρές, τα δικαιώματα λιγότερο κατοχυρωμένα, ενώ μεγάλο τμήμα των μεσοστρωμάτων συμπιεζόταν διαρκώς προς τα κάτω. Οι μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου απέδιδαν από το 1932 μεγάλη σημασία στη σύμπραξη με τον αγγλικό παράγοντα, αλλά και με τη χιτλερική Γερμανία, με την οποία η οικονομική διασύνδεση κλιμακωνόταν μέσα από το περιβόητο «κλήρινγκ». Την ίδια στιγμή, η επίθεση του κεφαλαίου συνοδευόταν από σαρωτική αύξηση της φορολογίας για τις κυριαρχούμενες τάξεις.

Οι κλαδικές και πανελλαδικές απεργίες και κινητοποιήσεις, οι οποίες εντάθηκαν μέσα στο 1936, επιτάχυναν τη σύνδεση των αγώνων για το βιοτικό επίπεδο με την απαγκίστρωση ευρύτερων στρωμάτων από την αστική ηγεμονία. Οι κυρίαρχες τάξεις και οι εκπροσωπήσεις τους προσανατολίζονταν σε όλες τις μορφές κράτους έκτακτης ανάγκης για να επανακτήσουν το συντριπτικό τους πλεονέκτημα. Στόχος ήταν να σταθεροποιηθεί το ποσοστό εκμετάλλευσης της εργασίας εντός ενός πλαισίου, όπου και οι ελάχιστες αναγκαίες παραχωρήσεις θα γίνονταν με τη βίαιη ενσωμάτωση του ταξικού κινήματος, χωρίς την παραμικρή επιρροή του στους συσχετισμούς της πολιτικής εξουσίας.

Η όξυνση της αυταρχικής σταθεροποίησης διαπερνά το μεγαλύτερο τμήμα των Φιλελευθέρων. Στις 26 Απριλίου του 1936, το κύριο άρθρο του «Ελεύθερου Βήματος», ύμνος στον Μεταξά, προανήγγειλε την ψήφο εμπιστοσύνης των Φιλελευθέρων στην κυβέρνησή του: το «συμφωνητικό Φιλελευθέρων-Παλλαϊκού Μετώπου» για την αποτροπή αυταρχικών-αντικοινοβουλευτικών εξελίξεων θα παρέμενε ανενεργό. Ο Σοφούλης και οι συνεργάτες του είχαν πειστεί πως η ενίσχυση του Μεταξά θα στρεφόταν εναντίον του ΚΚΕ, των μικρότερων αριστερών κομμάτων και του συνδικαλιστικού κινήματος, επιφέροντας με «ελεγχόμενη» ιδεολογική και κατασταλτική τρομοκρατία την συμπίεση και ποδηγέτηση της κοινωνικής Αριστεράς, επομένως τον «εξορθολογισμό» του αστικού κράτους σε κατευθυντήριες επιθυμητές για τους Φιλελευθέρους τουλάχιστον από το 1929.

Από την άλλη, ο μεγαλύτερος φιλελεύθερος πόλος περί τον Σοφοκλή Βενιζέλο, σε αγαστή σχέση με τον Γεώργιο Β’, ήταν τόσο προσανατολισμένος προς την εκτροπή, ώστε πλειοδοτούσε στο τσάκισμα του μαζικού κινήματος και της Αριστεράς, αλλά διαπραγματευόταν και ρόλο για ενδεχόμενο μετασχηματισμό της κυβέρνησης Μεταξά σε ανοιχτή δικτατορία. Η ροπή σε φασίζουσες αντιλήψεις ήταν τέτοια, ώστε ο Ν. Πλαστήρας δεν θα δίσταζε να δηλώσει: «προσωπικώς πιστεύω, όπως πάντοτε και τώρα, ότι μόνον μία ηθική αφατρίαστος δικτατορία είναι δυνατόν να σώσει την χώραν».

Υπό αυτό το πρίσμα, ελάχιστοι από τον αστικό κόσμο θορυβήθηκαν με την τοποθέτηση του Θ. Σκυλακάκη στο υπουργείο Εσωτερικών (18.5.1936): ο Σκυλακάκης ήταν ιδρυτής του φιλοναζιστικού μορφώματος «Εθνικόν Κυρίαρχον Κράτος». Αργότερα, το προσωπικό και η δομή της δικτατορίας θα την αναδείκνυαν σε αδιαμφισβήτητο πρόμαχο των συμφερόντων του ελληνικού καπιταλισμού και ιδίως των κυρίαρχων πόλων του. Ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων την περιέβαλαν με στοργή, ενώ βιομήχανοι και χρηματιστές χάρασσαν την οικονομική πολιτική της δικτατορίας από υπουργικές και άλλες καίριες κρατικές θέσεις.

Μέχρι τις 4 Αυγούστου 1936, η κυβέρνηση Μεταξά είχε βάψει τα χέρια της στο αίμα των απεργών και των διαδηλωτών σε όλη την Ελλάδα. Οργανώνονταν και προβάλλονταν από τον τύπο απεργοσπαστικές κινήσεις υπό τη λεγόμενη «Ανεξάρτητον Συνομοσπονδία» του Ν. Καλύβα (θα γινόταν υπουργός Εργασίας στην Κατοχή). Αλλά δεν έλειψαν και οι προβοκάτσιες του βαθέος κράτους: Στα στενά της Σαλαμίνας, στο νησάκι Λέρος, εκδηλώθηκε εμπρησμός στις αποθήκες πυρομαχικών του Ναυτικού, ο οποίος επιχειρήθηκε να αποδοθεί...στους κομμουνιστές: ο Μεταξάς ήθελε το δικό του Ράϊχστακ.

Το πρωινό της 4ης Αυγούστου, ο «Ριζοσπάστης» προειδοποιούσε για την κήρυξη ανοιχτής δικτατορίας από τον Μεταξά. Όπως και οι άλλες προειδοποιήσεις του, έπεσαν στο κενό απέναντι σε αυτούς που δεν σύρθηκαν, αλλά συνδιαμόρφωσαν την ανέφελη δικτατορική επιβολή του Μεταξά, παρά τη στάση που αργότερα κράτησαν στις μετατοπίσεις, τις εσωτερικές κρίσεις και τους κλυδωνισμούς της δικτατορίας του. Το βράδυ της 4ης Αυγούστου, συσκέφθηκαν 85 βουλευτές των αστικών κομμάτων για την εξεύρεση κοινής στάσης απέναντι στο πραξικόπημα. Λίγοι ανάμεσά τους ζήτησαν την κατάληψη του κοινοβουλίου για την υπεράσπιση των κοινοβουλευτικών θεσμών και της δημοκρατίας. Οι περισσότεροι επέλεξαν την ανοχή ή τη συνδιαλλαγή με τη δικτατορία.

Ο διαπρεπής νομικός και σοσιαλιστής, Αλέξανδρος Σβώλος, είχε επισημάνει ότι «οι πολιτικές ελευθερίες προϋποθέτουν για να επιζήσουν την επίλυση των βαθύτερων κοινωνικών προβλημάτων». Οφείλουμε να το έχουμε υπόψη μας για να κατανοήσουμε τις διεργασίες επιβολής της μεταξικής δικτατορίας. Οφείλουμε, όμως, να το έχουμε υπόψη μας και σήμερα, ώστε να αντιλαμβανόμαστε γιατί κάποιοι αντιπαραθέτουν στην κοινωνική και πολιτική Αριστερά κατασταλτικές μεθοδεύσεις, χαφιεδισμό, ολιγαρχικές επινοήσεις, αντιπολιτικό σχετικισμό και θεμιτοποίηση κάθε είδους εκτροπής.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι