Η άνοδος της Χρυσής Αυγής και πώς την αντιμετωπίζουμε, του Σεραφείμ Σεφεριάδη

Ο προβληματισμός περί της ανόδου της Χρυσής Αυγής και των τρόπων με τους οποίους αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί είναι εξαιρετικά κρίσιμη συζήτηση. Κι αυτό διότι το θέμα αποτελεί –χωρίς καμιά υπερβολή– καλειδοσκόπιο τόσο της γενικότερης περιόδου που διανύουμε όσο και της συγκυρίας.

Τη συζήτηση πλαισιώνει το εξής ενδιαφέρον παράδοξο: Ενώ το πρώιμο αντιφασιστικό κίνημα των αρχών της δεκαετίας του ’90, που έγκαιρα προειδοποιούσε για τον κίνδυνο του φασισμού, αντιμετωπιζόταν από τον πολιτικό του περίγυρο με παγερή αδιαφορία (διότι θεωρούνταν ότι ο κίνδυνος από την επέλαση του επιθετικού εθνικισμού –αρχής γενομένης με τη μακεδονική υστερία– ήταν μηδαμινός και η επισήμανσή του αποτελούσε υπερβολή), σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ακριβώς αντίθετο φαινόμενο: με έναν ακατάσχετο λεκτικό πληθωρισμό. Για το φασισμό και τους κινδύνους του μιλούν όλοι: Από τον Βενιζέλο μέχρι τον Πρετεντέρη, κι απ’ τον Μπαρόζο μέχρι τη FIFA· από τις κορυφές του συστημικού πολιτικού προσωπικού μέχρι και τον τελευταίο πολιτευτή –όπως άλλωστε λέει κάθε τόσο και ο πρωθυπουργός, η ΧΑ «διώκεται». Κι όμως! Ο φασισμός ανεβαίνει.

Έχουμε δηλαδή μια κατάσταση στην οποία, όσο τα κυρίαρχα μίντια και οι φορείς ασκούν την «κριτική» τους, τόσο ο φασισμός ενισχύεται, τόσο περισσότερο δείχνει να παγιώνει την επιρροή του. Πιστεύω πως αυτό και μόνο το γεγονός προσδιορίζει με αρκετή επάρκεια και τη φύση των καθηκόντων μας: Αν το πρώιμο αντιφασιστικό κίνημα όφειλε να ξεκινήσει τη συζήτηση, το κίνημα του σήμερα οφείλει να την προστατέψει από τη συστημική φλυαρία που, αντί να δυναμώνει τις αντιφασιστικές αντιστάσεις, τις διαχέει και τις αποσυντονίζει κάνοντας στην πραγματικότητα το φασισμό να δείχνει σαν ένα ακόμα αναπόδραστο φυσικό φαινόμενο με το οποίο –τι να κάνουμε;– θα πρέπει σιγά-σιγά να μάθουμε να ζούμε. Οφείλει δηλαδή να αναδείξει το κρίσιμο ξεχωρίζοντάς το από το επουσιώδες, και μάλιστα με τρόπο που η συζήτηση περί φασισμού να γίνεται όπλο στα χέρια μας ώστε να τον παλέψουμε και, όπως λέει το σύνθημα, να τον τσακίσουμε.

Στην τοποθέτηση αυτή θα επιχειρήσω να αναμετρηθώ με τις τρεις βασικές αλλά απολύτως αλληλένδετες ερωτήσεις που συνθέτουν το πρόβλημα: (α) Τι είναι ο φασισμός; (β) Γιατί ανεβαίνει; και (γ) με ποιον τρόπο τον αντιμετωπίζουμε.

Ι

Στα ενεργά κινηματικά υποκείμενα που παρακολουθούν και συμβάλλουν σε αυτήν τη συζήτηση, η φύση του φασισμού είναι βέβαια κάτι γνωστό (και δε χρειάζεται να επεκταθεί κανείς πολύ). Ξέρουμε καλά –τόσο από την ιστορική εμπειρία, όσο και από τα βιώματά μας– πως φασισμός είναι αυτό που, όπως εύστοχα λέγεται, αποτελεί την τελευταία εφεδρεία του συστήματος. Όμως δεν πρόκειται για απλή φράση. Το να λέει και να υποστηρίζει κανείς αυτή την –πέρα για πέρα σωστή- άποψη ενέχει ορισμένες εξαιρετικά σημαντικές λογικές συνέπειες που καμιά φορά μας διαφεύγουν. Θέλω να σταθώ σε δυο απ’ αυτές.

Η πρώτη έγκειται στο γεγονός ότι, αφού φασισμός είναι η τελευταία εφεδρεία του συστήματος, έπεται ότι οι συστημικές δυνάμεις (λ.χ., το πολιτικό προσωπικό της συγκυβέρνησης και όσοι με τον ένα ή άλλο τρόπο ασπάζονται το σκεπτικό τους) –ανεξαρτήτως των όσων κατά καιρούς διακηρύσσουν- δεν είναι ποτέ δυνατόν να τον εξαλείψουν, διότι, πολύ απλά, τον χρειάζονται. Τον χρειάζονται για να διασπούν τη συλλογικότητα των «από κάτω», κυρίως όμως τον χρειάζονται για να τρομοκρατούν το λαϊκό κίνημα. Καμιά λοιπόν αυταπάτη στον κρατικό, και θα έλεγα γενικότερα στον αστικό «αντιφασισμό». Το φασισμό μπορεί να τον νικήσει μόνο το αντιφασιστικό και το λαϊκό κίνημα. Πρόκειται για συμπέρασμα απλό –εντούτοις εξαιρετικής σημασίας.

Αυτή η οργανική σχέση του φασισμού με το σύστημα έχει βέβαια ήδη αρχίσει να φαίνεται και προς τα έξω. Ας αναλογιστούμε, για του λόγου το αληθές, την υπόθεση Μπαλτάκου, την –όχι και τόσο- κρυφή χρηματοδότηση της ΧΑ από επιχειρηματικά και εφοπλιστικά συμφέροντα, την απροκάλυπτη υποστήριξη που απολαμβάνει από τα σώματα ασφαλείας και τον κατασταλτικό μηχανισμό. Όμως είναι εξαιρετικά επικίνδυνο ότι σε μεγάλο κομμάτι των λαϊκών στρωμάτων οι πραγματικότητες αυτές δεν γίνονται ακόμα άμεσα αντιληπτές λόγω του «αντισυστημικού» προσωπείου που παρουσιάζει η ΧΑ. Στο ζήτημα αυτό, στην κίβδηλη αντισυστημικότητα της ΧΑ, θα επιστρέψω, όμως προηγουμένως θέλω να αναφερθώ στη δεύτερη βασική συνέπεια της παραδοχής ότι η ΧΑ αποτελεί το μακρύ χέρι του συστήματος, ότι είναι η τελευταία του εφεδρεία. Τίθεται, συγκεκριμένα –και τίθεται επιτακτικά- το ερώτημα γιατί: Γιατί, τέλος πάντων, το σύστημα να καταφεύγει στην τελευταία του εφεδρεία με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται για το ίδιο (διότι, βέβαια, το να δίνει κανείς πολιτική πιστοποίηση στον εγκληματικό υπόκοσμό της ΧΑ ενέχει σαφείς κινδύνους). Δεν έχει άραγε άλλο τρόπο να αντιμετωπίσει την κοινωνία και το λαϊκό κίνημα; Και η απάντηση είναι απλή, πλην συγκλονιστική: Όχι, δεν έχει.

Η κρίση του συστήματος είναι τόσο βαθιά, τόσο αξεπέραστη, που οι κυρίαρχοι αδυνατούν να αναπαραγάγουν την κυριαρχία τους με όρους θεσμικής κανονικότητας. Γι' αυτό συρρικνώνουν καθημερινά τα κοινωνικά και τα πολιτικά δικαιώματα, γι' αυτό καταστέλλουν, γι' αυτό και δίνουν ουσιαστική πιστοποίηση στο φασισμό.

Προκύπτει λοιπόν εδώ ένα περαιτέρω κρίσιμο συμπέρασμα: ότι η ανάδυση του φασισμού αντανακλά την αξεπέραστη κρίση του συστήματος –που σημαίνει ότι για να αντιμετωπίσουμε το φασισμό πρέπει να σκεπτόμαστε με όρους πέρα από το σύστημα.

ΙΙ

Αυτό με πάει στο δεύτερο τμήμα της τοποθέτησής μου, που αφορά τους λόγους για τους οποίους η ΧΑ δείχνει να παγιώνει (αν όχι περαιτέρω να αναπτύσσει) την επιρροή της, και μάλιστα σε στρώματα λαϊκά, σε στρώματα που πλήττονται βάναυσα από την κρίση. Πρόκειται για πρόβλημα δύσκολο όσο και κρίσιμο, αλλά θέλω να πλαισιώσω ό,τι πω με μια –ας μου επιτραπεί– παραίνεση: ότι πρέπει με κάθε τρόπο εδώ να αποφύγουμε τον πολιτικό αυτοματισμό: την άποψη (που κάποτε εκφέρεται ρητά, πιο συχνά όμως δια μέσου των γραμμών) ότι αφού ο φασισμός πέτυχε να κατακτήσει μια βάση στα λαϊκά στρώματα στο Περιστέρι, στο Κερατσίνι ή στη Νίκαια, τα λαϊκά στρώματα είναι οντολογικά φασίστες. Είναι λάθος τεράστιο και, για να το απαντήσω, ένα μόνο θα πω: ότι τα λαϊκά στρώματα (προπαντός αυτά) δεν έχουν κάποια ειδική πολιτική συνείδηση εγγεγραμμένη στα γονίδιά τους. Όπως κανένας δεν είναι εξ ορισμού και χωρίς πολιτική διαμεσολάβηση αντιφασίστας και επαναστάτης, έτσι δεν είναι και φασίστας.Το να εμπνεύσουμε και να κερδίσουμε τα λαϊκά στρώματα είναι κορυφαίος πολιτικός αγώνας – θέλει λόγο και προπαντός άοκνη δουλειά και δράσεις.

Και έτσι όμως το πρόβλημα παραμένει: πώς και γιατί η ΧΑ έχει καταφέρει να αποκτήσει αυτές τις βάσεις; Μπορούμε, πιστεύω, να οργανώσουμε την απάντηση σε δυο σκέλη: ένα που άπτεται των δράσεων του ίδιου του συστήματος –σε πρακτικές των ίδιων των κυρίαρχων (που, ας μην ξεχνούμε, αγωνίζονται κι αυτοί, και μάλιστα διαρκώς για επιρροή στα λαϊκά στρώματα) και ένα πιο εσωτερικό μας –που άπτεται δικών μας παραλείψεων και αδυναμιών (που εννοείται ότι θα πρέπει τάχιστα να εξαλείψουμε).

(α) Ως προ το πρώτο σκέλος, δεν θα πρέπει να ξεχνούμε το γεγονός ότι, στο πλαίσιο του κυρίαρχου πατριδοκάπηλου λόγου που τον αναπαράγουν η βασική εκπαίδευση, τα ΜΜΕ αλλά και το συστημικό πολιτικό προσωπικό, η ΧΑ παίζει διαρκώς εντός έδρας και κολυμπά στα νερά της. Αυτό έχει βέβαια επιταθεί στα Μνημονιακά χρόνια υιοθέτησης της ακροδεξιάς ατζέντας –της ομοφοβίας, των επιχειρήσεων σκούπα ενάντια στους μετανάστες, της ρητορικής και της πρακτικής της «ανακατάληψης των πόλεων». Επιτρέψτε μου όμως να εκθέσω την άποψη ότι ο βασικός λόγος για την άνοδο της ΧΑ δεν είναι αυτός, αλλά το ψευδεπίγραφα αντισυστημικό προφίλ, το οποίο με τον ένα ή άλλο τρόπο καταφέρνει να διατηρεί. Και το μείζον ερώτημα που ανακύπτει εδώ είναι το πώς: το πώς τα καταφέρνει.

Προτού επιχειρήσω να απαντήσω, θέλω όμως να τονίσω το κατά τη γνώμη μου τεράστιο αυτό γεγονός που, και πάλι, είναι σε γενικές γραμμές γνωστό, αλλά λόγω του εύκολου και νωθρού πολιτικού αυτοματισμού που συχνά μας διέπει (όπως έλεγα νωρίτερα), καμιά φορά –όχι σπάνια– μας διαφεύγει: ότι, δηλαδή, μεγάλο τμήμα (αν όχι η μεγάλη πλειοψηφία) του κόσμου που στρέφεται στη ΧΑ δεν το κάνει διότι συμφωνεί μαζί της, αλλά διότι την θεωρεί αντισυστημική, διότι την βλέπει ως όχημα εξόδου από τα αδιέξοδα του συστήματος. Αυτό, ασφαλώς, είναι κάτι τραγικό, όμως είναι έτσι –και είναι ένας μηχανισμός που δεν ισχύει μόνο στην Ελλάδα του σήμερα –αποτελεί, αντίθετα, συμπύκνωση της ιστορίας του φασισμού: Παντού όπου στο παρελθόν ισχυροποιήθηκε και ανέβηκε ο φασισμός, το έκανε μέσα από ένα τέτοιο κίβδηλο προσωπείο αντισυστημικότητας. Πρόκειται όμως για πραγματικότητα που με πάει στο δεύτερο σκέλος αιτιών ανόδου της ΧΑ που, όπως είπα, άπτεται αδυναμιών δικών μας

(β) Και οι αδυναμίες συνίστανται ακριβώς στο γεγονός ότι το κίβδηλο της φασιστικής αντισυστημικότητας δεν έχει ακόμα καυτηριαστεί όσο πλατιά και όσο δυναμικά θα έπρεπε. Δεν έχει, για παράδειγμα, αναδειχτεί όσο θα έπρεπε το ότι η ΧΑ υποστηρίζει κατά κανόνα την εργοδοσία (δείτε, π.χ., την περίπτωση των καθαριστριών), ή ότι σκοπεύει στη συντριβή όλων των λαϊκών δικαιωμάτων, ή ότι διέπεται από επιθετικό σεξισμό, κτλ. Για να φανούν όλα αυτά, όμως, χρειάζεται αγώνας. Ο Μιχαλολιάκος, λ.χ., έβγαλε πριν λίγες μέρες ανακοίνωση από τη φυλακή ότι είναι εναντίον του ξεπουλήματος της μικρής ΔΕΗ (και παρόμοια ανακοίνωση έβγαλε και ο Καρατζαφέρης). Τι θα έλεγε όμως αν υπήρχε ένας πάνδημος αγωνιστικός συντονισμός, μια γενικευμένη πολιτική απεργιακή κινητοποίηση; Τι θα έλεγε αν η Αριστερά παρουσίαζε ένα επεξεργασμένο πρόγραμμα ρήξης με το σύστημα – ένα πρόγραμμα που θα έθετε τα κρίσιμα ζητήματα με τολμηρό τρόπο, και θα προσδιόριζε όχι την κίβδηλη αλλά την πραγματικά αντισυστημική «επόμενη μέρα»; Τότε το προσωπείο θα έπεφτε και η τεράστια απάτη της ΧΑ (αυτή που προς στιγμήν φάνηκε καθαρά στην περίπτωση Μπαλτάκου) θα αποκαλυπτόταν σε όλο της το μεγαλείο.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, ενδεχομένως σοβαρότερη όψη στο πρόβλημα – κι αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι μεγάλο τμήμα της κριτικής που εκπέμπεται από την Αριστερά εξακολουθεί να γίνεται στο όνομα του κοινοβουλευτισμού και της υπεράσπισης φαύλων και φθαρμένων αστικών θεσμών, με αποτέλεσμα να δημιουργείται το ψευδές δίλημμα είτε είναι κανείς με τον αστικό κοινοβουλευτισμό είτε με τη ΧΑ. Με τον τρόπο αυτό, όμως, λαϊκά στρώματα που στελέχωσαν τα πάνδημα κινήματα ενάντια στο Μνημόνιο και την κοινοβουλευτική διαφθορά δυνάμει οραματιζόμενα το βάθεμα της δημοκρατίας βρίσκονται παγιδευμένα και αμήχανα. Αν ερωτηθούν, πιθανόν και να συναινέσουν σε μια διατύπωση που θέλει τη ΧΑ «αντισυστημική», και αυτό θεωρώ ότι είναι παράγοντας που σε μεγάλο βαθμό συντείνει στην παγίωση της επιρροής της. Η Αριστερά, λοιπόν δεν πρέπει κάθε λίγο και λιγάκι να δίνει όρκους πίστης στους αστικούς «θεσμούς» και τη δήθεν «ανεξάρτητη» δικαιοσύνη –και αξίζει να αναλογιστούμε εδώ το ρόλο που διαδραμάτισαν πρόσφατα θεσμοί όπως το Πρωτοδικείο της Αθήνας, ο Άρειος Πάγος και το Συμβούλιο Επικρατείας, στα θέματα της ΔΕΗ των καθαριστριών και της ΕΡΤ (για να πιάσω έκδηλα αντισυνταγματικές αποφάσεις με αντίστροφη χρονολογική σειρά), και να πω επίσης ότι ο συνολικός αριθμός δικαστικά επικυρωμένων πολιτικών επιστρατεύσεων κατά την περίοδο των μνημονίων (της περιόδου 2010-14) είναι ίδιος με τον αριθμό όσων έχουν γίνει τα προηγούμενα 35 χρόνια). Αντί λοιπόν η Αριστερά να επικαλείται τέτοια δεκανίκια του συστήματος θα πρέπει να επεξεργαστεί ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα ριζοσπαστικής δημοκρατικής εμβάθυνσης που έμπρακτα θα ασκεί κριτική στον αστικό κοινοβουλευτισμό. Αν, λόγω και έργω, γινόταν αυτό, τα περί αντισυστημικότητας της ΧΑ θα αποκαλύπτονταν περίτρανα ως αυτό που είναι, μια γιγάντια απάτη.

ΙΙΙ

Και αυτό είναι κάτι που με πάει στο τρίτο και τελευταίο μέρος της τοποθέτησής μου, στο δια ταύτα όλης αυτής της υπόθεσης –στην αντιμετώπιση της ΧΑ.

Υπό το φως όσων προηγήθηκαν, νομίζω ότι μπορώ να είμαι εξαιρετικά σύντομος. Και έτσι θα κλείσω, απολύτως συνθηματολογικά, θέτοντας τρία βασικά σημεία τα οποία, κατά μια έννοια, και συνοψίζουν ό,τι έχω ως τώρα πει:

Πρώτον: Τη ΧΑ δεν πρόκειται ποτέ να την αντιμετωπίσει σοβαρά το κράτος –η αντιμετώπισή της είναι καθήκον του αντιφασιστικού κινήματος και ολόκληρης της Αριστεράς, που με τις δράσεις τους άλλωστε έχουν καταφέρει να αναδείξουν τον εγκληματικό χαρακτήρα της. Αυτό απαιτεί άοκνη πολιτική δουλειά και δράσεις, τόσο στις γειτονιές (πόρτα-πόρτα) όσο και στην κεντρική πολιτική σκηνή

Δεύτερον: Ο αντιφασιστικός συντονισμός που σήμερα έχει καταφέρει να φέρει σε επικοινωνία έναν πολύ μεγάλο αριθμό αντιφασιστικών κινήσεων και πρωτοβουλιών (πάνω από 30 αν δεν κάνω λάθος) είναι κάτι το οποίο πρέπει να διατηρηθεί ως κόρη οφθαλμού, και οι συνεργασίες να διευρυνθούν και να βαθύνουν. Στον απόηχο του εξαιρετικά πετυχημένου διεθνούς (και διεθνιστικού) τριήμερου που έγινε την άνοιξη, ήδη προγραμματίζονται και άλλες εκδηλώσεις όπως, η παναθηναϊκή κινητοποίηση στο Κερατσίνι την Πέμπτη 18/9, ένα χρόνο μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Τέλος, τρίτον, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο αντιφασιστικός αγώνας είναι πριν και πάνω απ’ όλα πολιτικός αγώνας: είναι αγώνας όχι μόνο ενάντια σε αυτό το μείζον σύμπτωμα (αυτό το καρκίνωμα) της αξεπέραστης κρίσης του συστήματος που λέγεται φασισμός, αλλά είναι και αγώνας ενάντια στις ρίζες του, ενάντια στις αιτίες που προκαλούν την κρίση και όλη αυτή τη ζοφερή αλληλουχία της αντιδραστικής διολίσθησης, και που δεν είναι άλλη από το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Ο αντιφασισμός πρέπει βέβαια να παραμείνει ιδιαίτερος, ορατός και δυναμικός – κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε είναι άμεσος και άμεσες πρέπει να είναι οι απαντήσεις. Για να είναι όμως αυτός ο αγώνας μεσο-μακροπρόθεσμα αποτελεσματικός, θα πρέπει όχι μόνο να αναδεικνύει τα προβλήματα, αλλά και να συνδέει την πάλη με το αριστερό όραμα της κοινωνικής χειραφέτησης με τρόπο απτό και συγκεκριμένο. Για να ανταποκριθεί στα ιστορικά καθήκοντα με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπη, η Αριστερά οφείλει να επεξεργαστεί μια στρατηγική ρήξεων. Αποτελεί αυτό μια αναγκαιότητα, και χρόνος πολύς δεν υπάρχει. Στο σκοπό και την προοπτική ακριβώς αυτή, το αντιφασιστικό κίνημα μπορεί να διαδραματίσει έναν τεράστιο ρόλο.

Το κείμενο βασίζεται σε εισήγηση που πραγματοποιήθηκε στο 18ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, την Κυριακή 6 Ιουλίου 2014.

 

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι