Η μεγάλη αντίστροφη αναδιανομή: το μοιραίο καθήκον της Αριστεράς, του Ηλία Ιωακείμογλου

Έπειτα από μια επταετία ύφεσης (2008-2014), η ελληνική οικονομία βρίσκεται καθηλωμένη σε ένα χαμηλό σημείο όπου το μέγεθος της παραγωγής της είναι μειωμένο περίπου κατά το 1/4 σε σχέση με το 2008. Όλα δείχνουν ότι είναι αδύνατο, υπό τις παρούσες συνθήκες, να δρομολογηθεί μια διαδικασία ταχύρρυθμης οικονομικής μεγέθυνσης: Η ελληνική οικονομία βρίσκεται «κλειδωμένη» σε μια κατάσταση στασιμότητας ή αργόσυρτης ανάπτυξης και υψηλής ανεργίας. Όλοι οι κινητήρες της είναι σβηστοί: η ιδιωτική κατανάλωση, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, οι κρατικές δαπάνες, οι εξαγωγές. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, οι εκτιμήσεις του οποίου δεν φημίζονται για την απαισιοδοξία τους, ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας ανέρχεται σε 2% ετησίως. Με πιο απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι ο όγκος του προϊόντος που θα παράγει η χώρα στην αμέσως επόμενη δεκαετία δεν θα μπορεί να αυξάνεται με ρυθμό μεγαλύτερο του 2% χωρίς να διαταράσσονται οι βασικές μακροοικονομικές της ισορροπίες. Κάποιες χρονιές, βέβαια, ο ρυθμός μεγέθυνσης μπορεί να ανεβαίνει πάνω από το 2%, άλλες όμως θα είναι μικρότερος, ώστε η μέση ταχύτητα ανάπτυξης μακροχρονίως να περιορίζεται στο πενιχρό 2%.

elias_jul_2014(πατήστε πάνω στην εικόνα)

Το ΔΝΤ φαίνεται να γνωρίζει ότι μια προσπάθεια οικονομικής ανάκαμψης, βασισμένη στην μεγέθυνση της εσωτερικής ζήτησης στην Ελλάδα, θα προσκρούει σε έναν εξωτερικό περιορισμό: Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών και η υποκατάσταση εισαγωγών πρέπει στο εξής να αντισταθμίζουν τις αυξήσεις των εισαγωγών που θα προκαλεί η μεγέθυνση της εσωτερικής ζήτησης, διότι η ελληνική οικονομία είναι υποχρεωμένη πλέον να διατηρεί ισοσκελισμένο ή ελαφρώς ελλειμματικό εξωτερικό εμπόριο, όχι μόνο στη μακροχρόνια διάρκεια αλλά και μεσοπρόθεσμα. Αυτή η υποχρέωση απορρέει τόσο από το γεγονός ότι το εξωτερικό χρέος της χώρας βρίσκεται σε δυσθεώρητα ύψη και συνοδεύεται από την διαρκή πλέον απειλή μιας δυσμενούς επανεκτίμησης κινδύνου από τις χρηματιστικές αγορές, όσο και από την ύπαρξη νέου θεσμικού πλαισίου της Ευρωζώνης που έχει καθιερώσει την επίβλεψη, τον έλεγχο και την διόρθωση των ελλειμμάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών των εθνικών οικονομιών. Απορρέει από αυτές τις συνθήκες ότι η εξαγωγική επίδοση της ελληνικής οικονομίας θα αποτελεί στο εξής κρίσιμο στοιχείο επιτυχίας ή αποτυχίας κάθε σχεδίου ταχύρρυθμης ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Κάθε προσπάθεια επιτάχυνσης της ελληνικής οικονομίας θα προσκρούει στον εξωτερικό περιοριστικό παράγοντα, δηλαδή σε μια «οροφή» της οποίας το ύψος θα καθορίζεται από τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών και από την υποκατάσταση εισαγωγών. Ακόμη και εάν η εντυπωσιακά υψηλή κερδοφορία που έχει διαμορφωθεί πλέον στην Ελλάδα για τις νέες επενδύσεις προκαλέσει σημαντική αύξηση στην αυτόνομη εισροή ιδιωτικών κεφαλαίων, η επακόλουθη αύξηση της εσωτερικής ζήτησης θα οδηγεί σε εξωτερικά ελλείμματα, τα οποία, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη μέχρι το 2008, θα απαιτηθεί να διορθωθούν τόσο μέσω του θεσμικού πλαισίου της Ευρωζώνης [1] όσο και μέσω ενδεχόμενης δυσμενούς επανεκτίμησης του χρηματοπιστωτικού κινδύνου από τις χρηματιστικές αγορές.

Το πρόβλημα με την ελληνική οικονομία είναι ότι σήμερα αυτή η «οροφή» του ισοζυγίου εξωτερικών ανταλλαγών είναι πολύ χαμηλή στην περίπτωση της Ελλάδας. Τόσο χαμηλή ώστε υπό τις παρούσες συνθήκες η ανάπτυξη δεν μπορεί παρά να είναι αργόσυρτη. Οι εξαγωγικές επιδόσεις και η υποκατάσταση εισαγωγών εμφανίζουν τραγική εικόνα: οι εγχώριες τιμές δεν μειώθηκαν ή μειώθηκαν οριακά έναντι του 2010 και τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (ποια προϊόντα εξάγει η χώρα, τι ποιότητα έχουν, αν κατευθύνονται σε αγορές που είναι στάσιμες ή μεγεθύνονται γρήγορα κλπ) δεν είναι και τα καλύτερα έπειτα από την προ κρίσης περίοδο υποχώρησης του εξαγωγικού τομέα έναντι του τομέα των μη-εμπορεύσιμων διεθνώς προϊόντων.

Για να μπορέσει τώρα να μετατοπιστεί σε υψηλότερο επίπεδο παραγωγής (και χαμηλότερης ανεργίας) η ελληνική οικονομία, χρειάζεται να γίνουν τα εξής: πρώτον, στη μεσοπρόθεσμη διάρκεια, να μειωθούν οι τιμές των εγχωρίων προϊόντων, για να μπορούν οι εξαγωγές και η υποκατάσταση εισαγωγών να αντισταθμίσουν τις εισαγωγές που θα είναι αυξημένες στο επιθυμητό υψηλότερο επίπεδο του προϊόντος, και δεύτερον, στην μακροχρόνια διάρκεια, να βελτιωθούν τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των εξαγωγών. Στην αντίθετη περίπτωση, η ελληνική οικονομία θα εισέλθει και θα παραμείνει σε μακρά περίοδο στασιμότητας, ή στην καλύτερη περίπτωση, αργόσυρτης ανάπτυξης.

Σήμερα, κανένας από τους παραπάνω όρους δεν πληρούται: Οι τιμές στην Ελλάδα επιδεικνύουν εκπληκτική ακαμψία καθώς, σε αντίθεση με τις προβλέψεις της καθεστωτικής θεωρίας των εσωτερικών υποτιμήσεων, η κατακόρυφη μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αντί να μετατραπεί σε μειώσεις των τιμών μετατράπηκε σε εκρηκτική αύξηση της αναλογίας κερδών/μισθών (ήδη πριν από την φορολόγηση των εισοδημάτων). Η όλη επιχείρηση της εσωτερικής υποτίμησης, με μοχλό την ανεργία, πραγματοποίησε μια γιγάντια, ιστορικά πρωτοφανή για καιρό ειρήνης και για όλες τις προηγμένες χώρες του κόσμου, αναδιανομή του προϊόντος από την εργασία στο κεφάλαιο, αντί να επιτύχει τον στόχο που αυτή η ίδια πολιτική έθετε, δηλαδή να μειωθούν οι εγχώριες τιμές, να καταστούν τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα ανταγωνιστικότερα και να εκκινήσει έτσι μια νέα φάση ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας -αυτή τη φορά βασισμένη στις εξαγωγές και στις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στον εξαγωγικό τομέα. Πραγματοποιήθηκε, έτσι, από την αστική τάξη και τους συμμάχους της κατά την τελευταία πενταετία (2010-2014) μια πρωτοφανής αναδιανομή του εισοδήματος ύψους περίπου 60 δισεκατομμυρίων προ φόρων, στα οποία θα προστεθούν άλλα 25 το 2015 σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και ακόμη περισσότερα κατά τα επόμενα έτη εάν δεν ανατραπεί η κυρίαρχη πολιτική.

Δεν απομένει στην Αριστερά παρά μόνο μία επιλογή: Να αντιστρέψει αυτήν την πορεία με μια μεγάλη αντίστροφη αναδιανομή από το κεφάλαιο προς την εργασία που θα χρηματοδοτήσει, πρώτον, την μείωση των τιμών [2], δεύτερον, την αύξηση των μισθών, και τρίτον την αύξηση των φόρων επί των κερδών και της μεγάλης ιδιοκτησίας, για να μπορεί η ελληνική οικονομία να μεγεθύνεται με ρυθμούς ικανούς να μειώσουν την ανεργία. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να υπάρξει τόση μείωση των τιμών ώστε να μην είναι πλέον ανατιμημένα τα εγχώρια προϊόντα (το ΔΝΤ εκτιμά ότι τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα είναι ανατιμημένα κατά 10% ενώ ο ΟΟΣΑ κατά 20%), τόση αύξηση των μισθών ώστε με την μεγέθυνση της ζήτησης να αυξήσουμε το προϊόν και να μειώσουμε ουσιαστικά την ανεργία και τόση αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου όση χρειάζεται για να ανοικοδομήσουμε το κοινωνικό κράτος.

Στην αντίθετη περίπτωση η ελληνική οικονομία θα βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια διαδικασία αργόσυρτης ανάπτυξης, υψηλής ανεργίας και διατήρησης του εισοδηματικού μεριδίου των μισθών στο ΑΕΠ στο σημερινό χαμηλό επίπεδό του ή ακόμη χαμηλότερα. Ένα τέτοιο μέλλον ενδέχεται να είναι αποδεκτό από την άρχουσα τάξη και τους συμμάχους της, αρκεί να μπορούν τα δικά τους εισοδήματα να αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα των υποτελών κοινωνικών τάξεων και η κερδοφορία να κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα. Σε καμιά περίπτωση όμως ένα τέτοιο μέλλον δεν μπορεί να είναι αποδεκτό από την Αριστερά και τον λαό της. Είναι το μοιραίο καθήκον της, λοιπόν, από την θέση της κυβέρνησης να επιχειρήσει την αναγκαία μεγάλη αντίστροφη αναδιανομή του εισοδήματος από το κεφάλαιο προς την εργασία. Είναι μοιραίο με την έννοια ότι είναι αδύνατο να εκπονηθεί σήμερα μακροοικονομική λύση με αριστερό πρόσημο χωρίς να περιλαμβάνει στον πυρήνα της την αντίστροφη αναδιανομή εισοδήματος από το κεφάλαιο προς την εργασία ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων που θα χρηματοδοτήσουν τις τρεις παραπάνω αλλαγές (μισθοί, κοινωνικό κράτος, τιμές).

Δεν υπάρχει λοιπόν εναλλακτική λύση για την Αριστερά: Θα πρέπει η γιγάντια αναδιανομή εισοδήματος, που πραγματοποιήθηκε από την αστική τάξη και τους συμμάχους της με όχημα την μνημονιακή πολιτική, να αντιστραφεί για να μπορέσουμε να μειώσουμε την ανεργία και μαζί με αυτήν την ισχύ της αστικής τάξης και των συμμάχων της, να αποκαταστήσουμε τις καταστροφές που υπέστησαν οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Εξάλλου, μόνο έτσι θα δημιουργηθούν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες που θα μας επιτρέψουν να συγκροτήσουμε συμμαχίες για ριζοσπαστικές αλλαγές που βρίσκονται στο βάθος του ορίζοντα. Η μεγάλη αντίστροφη αναδιανομή είναι στόχος με έντονο ταξικό περιεχόμενο, αναφέρεται απευθείας στην αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, και θα διαιρέσει στα δύο το «Έθνος» και την «πατρίδα». Μακροοικονομικό σχέδιο «κοινωνικής ή εθνικής ή πατριωτικής σωτηρίας» με μεγάλη αναδιανομή εισοδήματος υπέρ του κόσμου της εργασίας δεν μπορεί να υπάρξει διότι θα έπρεπε να εξυπηρετεί ταυτοχρόνως το «Έθνος», την «Πατρίδα» και τις εργαζόμενες τάξεις. Θα έπρεπε επιπλέον να αναγνωρίζουν το συμφέρον τους σε αυτό το σχέδιο τόσο αυτοί που θα ζημιώσουν όσο και αυτοί που θα ωφεληθούν από την αναδιανομή, πράγμα που φαίνεται αδύνατο σε κάθε λογικό άνθρωπο. Οι κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες, λοιπόν, όπως είναι συνηθισμένο, θα πρέπει να εξυπηρετούν τον πολιτικό στόχο, δηλαδή την μεγάλη αντίστροφη αναδιανομή του εισοδήματος από το κεφάλαιο προς την εργασία με σκοπό την μείωση της ανεργίας και της φτώχειας, και αφού αυτός ο στόχος είναι ταξικός, άλλο τόσο ταξικό πρέπει να είναι και το κριτήριο για ποιους θα πρέπει να κάνουμε συμμάχους μας στην κοινωνία και στην πολιτική σκηνή.

_________________________

Σημειώσεις

[1] Το νέο θεσμικό πλαίσιο ελέγχου του εξωτερικού ισοζυγίου των χωρών της ευρωζώνης ουσιαστικά κλείνει τον δρόμο σε αυτό που συνέβη πριν το 2008, δηλαδή μια ταχεία αύξηση του ΑΕΠ βασισμένη στον τομέα των μη-εμπορεύσιμων διεθνώς προϊόντων (δηλαδή στην εσωτερική αγορά) με ταυτόχρονη μείωση του σχετικού βάρους του εξαγωγικού τομέα.

[2]  Με ποιο τρόπο και με τι επιπτώσεις είναι ένα άλλο ζήτημα, επομένως αντικείμενο άλλου άρθρου. Με δυο λόγια, όμως, πρόκειται για το εξής: Ακριβώς όπως οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου μειώνουν την ικανότητα των μισθωτών εργαζομένων να αυξάνουν το εισοδηματικό μερίδιό τους στο ΑΕΠ επιβάλλοντας διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, έτσι και η κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να μειώσει την ικανότητα των επιχειρήσεων να αυξάνουν το μερίδιο των κερδών στο ΑΕΠ επιβάλλοντας διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές των προϊόντων, στους κλάδους παραγωγής, στις μορφές ανταγωνισμού, στις μορφές ιδιοκτησίας  κ.ά.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

About Author: Red Notebook

Το κόκκινο τεφτέρι